Πρώτο ακούστηκε το «κρακ» στο πόδι της καρέκλας. «Αυτό ήταν, ρόμπα θα γίνω πάλι», σκέφτηκε και διακριτικά θέλησε να σηκωθεί. Μόλις όμως έκανε την κίνηση, με τρόμο διαπίστωσε πως ο ολόγιομος πισινός της είχε εισέλθει εις γάμο κοινωνία με την στενή καρέκλα, που δεν έλεγε να την αποχωριστεί. Θυμωμένη με το σύμπαν, που προφανώς είχε αποφασίσει να παίξει με τις αντοχές της, ξεκόλλησε την καρέκλα και καληνύχτισε ευγενικά και χαμογελαστά τους συνδαιτυμόνες της. Όπως όμως γύρισε την πλάτη της και έκανε μόλις δύο βήματα, ακούστηκε το δεύτερο «κρακ». Το δεξί δεκάποντο, που τόση ώρα τη βασάνιζε σιωπηλά, είχε αποφασίσει να τερματίσει την ταλαίπωρη ύπαρξη του. «Πλάκα μου κάνεις!» ούρλιαξε από μέσα της και σαν άλλη Σκάρλετ O Χάρα, τίναξε το ιδρωμένο μαλλί της. Καλύτερα ξυπόλυτη παρά κουτσή, αποφάσισε στα γρήγορα, συνεκτιμώντας παράπλευρες απώλειες, και έσκυψε να λύσει τα λουράκια από τα πέδιλα που φορούσε. Μόνο που δεν τα υπολόγισε πολύ σωστά και έτσι όπως πάλευε σκυφτή να βγάλει τους δαίμονες από τα πρησμένα της πόδια, ακούστηκε το τρίτο «κρακ». Θέλησε να κάνει κωλοδάχτυλο στον νυχτερινό ουρανό απελπισμένη, αλλά συγκρατήθηκε. Δεν θα της το συγχωρούσε ποτέ η ξαδέλφη της, αν έκανε σκηνή στο τραπέζι του γάμου της. «Τρίτωσε! Ο εξευτελισμός ολοκληρώθηκε. Φύγε τώρα από εκεί μέσα τρέχοντας!» τη διέταξε η πληγωμένη περηφάνια της, και αγνοώντας την ξηλωμένη ραφή της στενής φούστας, που πλέον αποκάλυπτε σε δημόσια θέα ολόκληρο τον ζουμερό γλουτό της, με τα πέδιλα ανά χείρας, συνέχισε να προχωράει προς το πάρκινγκ παραλείποντας τις τυπικές χαιρετούρες με το υπόλοιπο σόι.

Συνηθισμένη να βιώνει συνεχώς καταστάσεις που θα έκαναν ακόμα και τον Γκούφυ να την λυπηθεί, προσπάθησε να ξεπεράσει τις αποψινές κακοτοπιές και ας της τρυπούσε η άσφαλτος τα πέλματα. «Έλα φιλενάδα, κανένας δεν είναι άσφαλτος! Το λέει και η Λαίδη!» παρηγόρησε τον εαυτό της χαζογελώντας, ανακουφισμένη που το αυτοκίνητο επιτέλους ήταν στο οπτικό της πεδίο. Βάζοντας όμως το κλειδί στην πόρτα του σαράβαλου, το βλέμμα της έπεσε στην ρόδα και πλέον η απελπισία ήταν αδύνατο να ελεγχθεί. Ένα τέταρτο «κρακ», που προφανώς είχε προηγηθεί όλων των προηγούμενων, καθιστούσε τη φυγή της από τον τόπο του μαρτυρίου, ολόκληρη νυχτερινή επιχείρηση. «Γαμώ την τύχη μου!!!» ούρλιαξε, ενώ με το γυμνό της πόδι άρχισε να κλωτσάει το ρεταρισμένο λάστιχο, πληγώνοντας τα δάχτυλα του ποδιού της.
Και εκείνη τη στιγμή, που σαν αναστενάρης χοροπηδούσε από τον πόνο, ξυπόλυτη, με την ξηλωμένη φούστα να χάσκει, τα πέδιλα στο χέρι, ιδρωμένη, στη μέση ενός πάρκινγκ, εκείνη τη στιγμή, έπρεπε να εμφανιστεί αυτός! Γιατί η ζωή κάτι τέτοια κάνει και λες «οκ, χαίρε βάθος απύθμενο»!

«Θέλετε βοήθεια να αλλάξετε το λάστιχο;» τη ρώτησε ευγενικά και εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει λίγα δευτερόλεπτα, με το στόμα ανοιχτό, ξεχνώντας τα πονεμένα της δάχτυλα.
«Άντε γαμήσου και εσύ τώρα!» του απάντησε, αφού βρήκε την λαλιά της, και χώθηκε απαρηγόρητη μέσα στο αμάξι. Και ανέβηκε ο λυγμός στα μάτια της και έγινε ο θυμός παράπονο και το παράπονο δάκρυα, πολλά δάκρυα. Πλέον, την τραγελαφική εικόνα της τη συμπλήρωνε η μουτζουρωμένη μάσκαρα που με τόσο κόπο είχε βάλει νωρίτερα, αλλά εκείνη δεν την απασχολούσε καθόλου. «Καθαρτικό πράγμα το κλάμα», συνειδητοποίησε όταν στέρεψαν τα μάτια της και αποφασιστικά βγήκε από το αμάξι για να ψάξει τον γρύλο. Σιγά, πόσο δύσκολο θα ήταν να αλλάξει ένα σκασμένο λάστιχο.
Όσο όμως πάλευε να βρει πως στα κομμάτια έπρεπε να τοποθετήσει τον γρύλο στο αυτοκίνητο, εκείνος την ξαναπλησίασε αθόρυβα.

«Αλήθεια, μπορώ να βοηθήσω…», είπε και της έκοψε την ανύπαρκτη, ήδη χειρουργικά αφαιρεμένη, χολή. Εκείνη τη στιγμή δύο επιλογές είχε. Ή θα του έφερνε τον γρύλο στο κεφάλι, ολοκληρώνοντας την υπέροχη αυτή βραδιά σε κάποιο κρατητήριο, ή θα του τον έδινε. Συνετά επέλεξε το δεύτερο. Άναψε έτσι ένα τσιγάρο και άρχισε να τον παρατηρεί όσο εκείνος, σκυμμένος μπροστά στα βρώμικα πόδια της, γύριζε τα μπουλόνια. «Κρίμα το άσπρο πουκάμισο», σκέφτηκε και με τα μουτζουρωμένα μάτια της χάιδεψε με θράσος τους καλοσχηματισμένους ώμους του. Το ωραίο φτιάχτηκε για να το θαυμάζουμε και εκείνη, μην έχοντας τίποτα άλλο να χάσει, συνέχισε να επεξεργάζεται το αρσενικό, που με τόση προθυμία λέρωνε τα αψεγάδιαστα χέρια του με τα γράσα της ρεζέρβας. «Πόσο τυχεροί είναι κάποιοι άνθρωποι. Λάμπουν ακόμα και στο σκοτάδι. Λάμπουν ακόμα και με λεκέδες. Λάμπουν αυτόφωτα και λάγνα», κατέληξε ζηλεύοντας λίγο και χαμογέλασε μελαγχολικά.

«Είσαι πολύ καλός. Έχω έναν φίλο που θα κάνατε φοβερή παρέα, να στον γνωρίσω!» είπε εντελώς αυθόρμητα σε μια προσπάθεια να ανταποδώσει το καλό που της έκανε. Εκείνος όμως την κοίταξε με τέτοιο αποδοκιμαστικό τρόπο, που αμέσως κατάλαβε πως έκανε αυτό που η ίδια σιχαινόταν. Φορούσε στους άλλους ταμπέλες…
«Σόρρυ, μαλακία μάλλον είπα…» παραδέχτηκε κουρελιασμένη αναστενάζοντας και ο πόνος στο πληγωμένο πόδι της επανήλθε, θυμίζοντας της την άθλια κατάσταση στην οποία βρισκόταν.
«Έτοιμο το λάστιχο», την ενημέρωσε λίγη ώρα αργότερα, κλείνοντας το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου της.
«Σε ευχαριστώ πολύ και συγνώμη για την αδιακρισία μου προηγουμένως», είπε και του πρόσφερε βιαστικά ένα χαρτομάντιλο. Όσο πιο γρήγορα έφευγε από εκεί, είχε μια ελπίδα να τελειώσει επιτέλους αυτή η βραδιά των ρωγμών.
«Δεν πειράζει. Απλά μια ερώτηση και έφυγα. Πάντα τόσο γρήγορα βγάζεις συμπεράσματα; »
«Άσε με βρε πουλάκι μου νυχτιάτικα. Δεν βλέπεις πως είμαι; Δεν με θέλει σήμερα το κάρμα! Δεν έχουν μείνει και πολλά να σπάσουν ακόμα… Λυπήσου με! Ας “σπάσω” εγώ λοιπόν. Και πάλι να είσαι καλά. Ο Θεός να μου σπάει τακούνια και να σου δίνει χρόνια», είπε και έκανε να φύγει. Εκείνος όμως την έπιασε από το χέρι και την σταμάτησε.
«Να σπάσω και εγώ κάτι τελευταίο πριν φύγεις;» τη ρώτησε και της χαμογέλασε. Και εκείνη αναρωτήθηκε, τι θα μπορούσε να σπάσει εκείνος; Πλάκα; Τα νεύρα της ίσως; Πριν προλάβει όμως να του απαντήσει, τα χείλη του είχαν κολλήσει στα δικά της. Ένα φιλί γλυκό, παρηγορητικό, ένα φιλί από εκείνα που δεν τα περιμένεις και που σε ξαφνιάζουν συθέμελα.
«Μάλιστα… Και τι ακριβώς έσπασες τώρα;» ψέλλισε παραζαλισμένη, ενώ εκείνος την ελευθέρωνε και απομακρυνόταν.
«Τις προκαταλήψεις σου σίγουρα. Εύχομαι και τη φαινομενική “ατυχία”, που νομίζεις πως σε κερνάει απόψε η μοίρα. Αν ισχύει και το δεύτερο, έριξα μια κάρτα μου στο πορτμπαγκάζ. Καληνύχτα!!!» φώναξε ενώ έμπαινε στο αυτοκίνητο του και χανόταν στην νύχτα.

Και ήταν εκείνο το τελευταίο “κρακ” της βραδιάς, το δυνατότερο όλων. Σαν βόμβα ναπάλμ, έκανε όλες τις προηγούμενες ρωγμές να μοιάζουν με μικρές γρατσουνιές της τύχης.