Ρόζα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Ήμουν 16 χρονών όταν μου ανακοινώθηκε από τον πατέρα μου πως πρέπει επειγόντως να βρω δουλειά γιατί τα πράγματα στη φαμίλια ήταν σκούρα. Δεν ξέρω πως βρήκα τη δύναμη να μην ουρλιάξω δυνατά μπροστά του, απλά του έσκυψα το κεφάλι και έγνεψα ένα δήθεν καταφατικό «ναι». Λοιπόν αυτό ήταν, ο πατέρας πίστεψε σε μένα και εγώ δεν μπορούσα να του το αρνηθώ. Μέσα στην άνοιξη της φύσης και την άνοιξη της καρδιάς μου με βρήκε αυτή η είδηση.

Δυστυχώς ως πιτσιρίκι έχω περάσει δύσκολα ασχέτως αν το κρύβω, έχουν περάσει πέντε χρόνια από τότε που χάσαμε τη μητέρα από την κακιά αρρώστια όπως λέει κι η γιαγιά και βάζει αμέσως τα κλάματα. Πλέον είμαστε τέσσερις κι όχι πέντε αλλά αγαπιόμαστε το ίδιο με πριν απλά τώρα έχουμε και τα ξεσπάσματά μας εγώ πολύ, η μικρή λιγότερο. Εγώ όντας μεγαλύτερος από την αδερφή μου κρύβω τον πόνο μου σε ποιήματα που γράφω κοιτώντας το φωτεινό μου αστέρι στον ουρανό, τη μαμά μου. Θυμάμαι έντονα όταν της είπα το πρώτο μου ποίημα μου χαμογέλασε με φίλησε και μου είπε ψιθυριστά στο αυτί «να γράφεις και μεγαλώνοντας τέτοιά ποιήματα και να τα αφιερώσεις στη γυναίκα που αγαπάς» και μου έκλεισε το μάτι. Δε θυμάμαι πολλά από την αρρώστια της μαμάς, θυμάμαι όμως τα γέλια της και το χαμόγελο της. Αυτό ήθελα να βρω κι εγώ σε μια γυναίκα, χαμόγελο πλατύ και αληθινό.

Έτσι λοιπόν το ίδιο καλοκαίρι στα μισά του περίπου ανακοίνωσα στον πατέρα ότι θα φύγω στα μισά του Σεπτέμβρη για Βραζιλία εκεί θα ήταν το πρώτο μου λιμάνι. Του ζήτησα να μην πει τίποτα ακόμη στη μικρή μου αδερφή και τη γιαγιά. Συμφωνήσαμε λοιπόν έναν όρκο ανδρικό και δώσαμε τα χέρια. Θα έφευγα από Ιταλία συγκεκριμένα από το Τορίνο έτσι είχαμε συνεννοηθεί με τον καπετάνιο. Το καλοκαιράκι περνούσε γρήγορα και οι μέρες έφταναν κοντά στο ταξίδι μου. Μέχρι που έφτασε η μεγάλη μέρα. Στη γιαγιά και την αδερφούλα μου είπαμε ψέματα με τον πατέρα πως θα πάω σ έναν ξάδερφο του πατέρα για δουλειά και πως θα επιστρέψω στις γιορτές. Σκέφτηκα αμέσως από μέσα μου «άραγε στις γιορτές σε ποια θάλασσα θα αρμενίζω» και φίλησα την αδερφούλα μου σταυρωτά και λέγοντας της να προσέχει τον πατέρα και τη γιαγιά, η γιαγιά μου είχε βαλαντώσει στο κλάμα πήρα την ευχή της και έφυγα .

Το ίδιο βράδυ έμεινα σε ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο στην Ηγουμενίτσα, εκεί λοιπόν γνώρισα τη Ρόζα μια ψηλή καστανόξανθη κοπέλα με μαγουλάκια ροδαλά όπως το όνομά της. Ήταν γύρω στα 21 της συστήθηκα και μου έδωσε το τηλέφωνό της «αν νιώσεις το βραδάκι εδώ στα ξένα μοναχός πάρε με να έρθω για παρέα» μου ψιθύρισε και έφυγε. Φοβήθηκα με το βλέμμα της αλλά μου άρεσε συγχρόνως, η φωνή της γαλήνια και η όψη της νεραϊδένια. Γύρισα στο δωμάτιο μου, ξάπλωσα και κλείνοντας τα μάτια μου ήρθε η όψη της κοντά μου. Πετάχτηκα πάνω κι είδα το δωμάτιο άδειο. Αυτό ήταν ένα όνειρο που θα έχω συνοδοιπόρο μαζί μου στα ταξίδια μου. Είχε πλέον ξημερώσει και πλησίαζε η ώρα για το ραντεβού με τον καπετάνιο.

Κατέβηκα στο λιμάνι και ένιωσα ένα ελαφρύ αεράκι να με φυσά και τη θάλασσα να με καλεί κοντά της – αυτό ήταν, μόλις άρχιζε κ επίσημα το ταξίδι μου. Ένιωσα ένα ελαφρύ χτύπο στον ώμο γυρίζω και βλέπω τη Ρόζα να μου χαμογελάει Έμοιαζε σα να με παρακολουθούσε, σα να ήξερε κάθε μου κίνηση, η γλυκιά της καλημέρα με έκανε να τα ξεχάσω όλα. Της μίλησα ανοιχτά για τη δουλειά μου στο λιμάνι για τις αποφάσεις μου για τα όνειρα μου μέχρι που διέκρινα στα μάτια της ένα δάκρυ. Το σκούπισε βιαστικά και με κοίταξε κατάματα κι αναφώνησα από μέσα μου «Θεέ μου είναι τόσο γλυκιά πως γίνεται να τη χάσω;» Πήγα πιο κοντά της και τη φίλησα στα ροδαλά της χείλη, τραβήχτηκε και έκανε να φύγει της κράτησα το χέρι και της υποσχέθηκα πως με την πρώτη ευκαιρία στο καράβι θα της γράψω ένα γράμμα να της πω τα νέα μου και θα της στείλω κάρτα. Δεν ήθελε όμως τίποτα, ήθελε μονάχα να είμαι καλά, να έχω καλά ταξίδια και ήρεμες θάλασσες.

Πέρασαν τα χρόνια γρήγορα και πλέον είμαι συνταξιούχος ναυτικός. Οικογένεια δεν απέκτησα λόγω δουλειάς, δέθηκα όμως καλύτερα με την οικογένεια που άφησα πίσω μου τότε.

Η Ρόζα δεν έφυγε ποτέ από το μυαλό μου. Ήταν τόσο όμορφη και τόσο γοητευτική παρουσία και μόνο η σκέψη της με έκανε να ξεχαστώ. Θυμήθηκα πως κάποτε γράφοντας ένα ποίημα η μητέρα μου είχε πει πως όταν γνωρίσω μια κοπέλα να γράψω και για εκείνη. Θέλησα να ταξιδέψω ξανά στα μέρη που τη γνώρισα και να ξανανιώσω όπως τότε και το έκανα. Πήγα και γεύτηκα ξανά τα ίδια συναισθήματα όπως τότε. Μπορεί τα χρόνια να πέρασαν, τον πρώτο μου πλατωνικό έρωτα δεν τον ξέχασα και ας μην το είπα ποτέ μου σε κανέναν. Την έβλεπα μπροστά μου να μου χαμογελά και να μου δείχνει τη θάλασσα. Γύρισα στο δωμάτιο ανακουφισμένος το μόνο που ζήτησα από τη ρεσεψιόν ήταν μια κόλλα λευκό χαρτί και ένα μολύβι. Έγραψα τους στίχους που βγήκαν από καρδιάς
«Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία
πώς η ιστορία γίνεται σιωπή
τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο
συχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερ κι οι αριθμοί »
Σταμάτησα γιατί ένιωθα το κεφάλι μου βαρύ, έκλεισα τα μάτια και την είδα αγγελικά πλασμένη να μου δίνει το χέρι της και να με βάζει στη θάλασσα λέγοντας μου «έλα πάμε μαζί μέσα της».

Την ακολούθησα αδιαμαρτύρητα. Αυτό ήταν η Ρόζα για μένα. Η θάλασσα της ψυχής μου.

Miss Brown

 

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook