Σαν τρενάκι του λούνα παρκ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ξέρεις, αδελφέ, όλα τα πράγματα έχουν κάποιο όριο.

Κάποιο όριο το οποίο δεν πρέπει να περάσεις, αλλιώς μετά τη γάμησες.
Είναι σαν τον ενοχλητικό τύπο που σκάει στο τραπέζι, στο οποίο αράζεις με την παρέα σου, πετάει μία κουβέντα στον αέρα και περιμένει. Όλο και κάποιος θα πιαστεί σαν το ποντίκι στη φάκα και θα ρωτήσει «Α ναι; Πολύ ενδιαφέρον, για πες.» και μετά ακολουθεί ένα τσουνάμι ξενέρας όσο ο παρλαπίπας αναφέρει περιληπτικά ποια γκόμενα πήδηξε πέρυσι στην Μύκονο, κι εσύ δείχνεις ένα αμείωτο ενδιαφέρον γνέφοντας με το σαγόνι σου.

Όλοι οι τύποι έχουν κάποιο όριο. Ο Σταύρος όμως δεν είχε.
Από μικρός σανίδωνε το ποδήλατο σε σημείο που έτριζαν τα δόντια του από την ταχύτητα. Περνούσε πλατείας, δρόμους, πεζοδρόμια, αλάνες. Όλοι έλεγαν ότι ήθελε να φτάσει στην άκρη του κόσμου, να ρίξει ένα κωλοδάκτυλο στο σύμπαν και να γυρίσει πίσω. Εγώ απλά πίστευα ότι ήθελε να φύγει από αυτόν το μπουρδέλο. Όχι κρεβατωμένος με σαράντα πυρετό και την πρέζα να στήνει γλέντι στις φλέβες του. Αλλά μέσα στην αδρεναλίνη, φευγάτος, κυρίαρχος, επιβλητικός.

Ο Σταύρος έφυγε πριν από δύο χρόνια. Κι από τότε κόπηκαν όλα τα όρια στην παρέα. Η Νατάσα έριξε σε ένα σακίδιο ρούχα, κολόνιες, εσώρουχα και τα ψεύτικα όνειρα μας και την έκανε για άλλες παραλίες. Κάποιος την είδε σε ένα κάμπριο να χαμουρεύεται με έναν γιάπη που φορούσε ροζ γραβάτα. Ο καθένας στο καλάμι του, υποθέτω, αρκεί να μπορούν κάπου να το παρκάρουν.
Ο Πέτρος, κολλητός από το σχολείο, έφαγε πόρτα από τους γέρους του κι αναγκάστηκε να βγει στην γύρα. Από γωνία σε γωνία, πουλούσε πρέζα και ευχαρίστηση. Στο τέλος έμεινε μόνο με το δεύτερο, ένα χαμόγελο από το ένα αυτί ως το άλλο όταν τον βρήκαν νεκρό σε μία πλατεία, μέσα στο σιντριβάνι. Η βελόνα ακόμα δεν είχε φύγει από το μπράτσο του.

Τι τα θες και τα σκαλίζεις, σημασία έχει μόνο να έχεις την επιλογή. Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι, το τι γίνεται στο ενδιάμεσο δεν ενδιαφέρει σχεδόν κανέναν. Τη μάνα μου ποτέ δεν την κατάλαβα για να πω την αλήθεια. Γυναίκα από χωριό, αντί για γράμματα έβλεπε σταυρούς και λοξές γραμμές. Ξύλο από τον σύζυγο τα βράδια, ξύλο από το αφεντικό τα πρωινά. Κι εγώ; Χτύπαγα την πόρτα της ρωτώντας αν είναι καλά. Και στο τέλος απλά άρπαξα μερικά βρώμικα ρούχα και την έκανα από το σπίτι.
Ακόμα και τώρα, που γράφω αυτές τις σκέψεις σε ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί, αναρωτιέμαι τι απ’ όλα έχει νόημα όταν αποφασίσεις να φύγεις. Έχετε μπει ποτέ σε τρενάκι του λούνα παρκ, στο οποίο ξεκινάς στην αρχή ήρεμος, δυνατός, ότι δε θα φοβηθείς κι ούτε θα σε πει το γκομενάκι που ζαχαρώνεις από δίπλα φλώρο; Μετά ξεκινά η κούρσα, κλείνεις τα μάτια ενστικτωδώς σε κάθε στροφή, αλλά νιώθεις το σώμα σου να χτυπάει κόκκινο και να ταρακουνιέται. Προσπαθείς να κοιτάξεις δεξιά, να συνειδητοποιήσεις σε ποια γωνία είσαι, ποιος ουρλιάζει, ποιος ξερνάει αλλά τίποτα δεν έχει σημασία.

Μόνο το ότι εσύ είσαι μόνος απέναντι στο επικείμενο τέλος. Είστε οι δυο σας, τα λέτε face to face και νιώθεις πώς κανείς δεν μπορεί να σας διακόψει. Κι όταν το τρενάκι φτάσει στο τέλος του, ξενερώνεις γιατί σου πήραν αυτήν την σύγκρουση μέσα από τα χέρια.
Ε τώρα κανείς δε θα μου την πάρει από τα χέρια. Ο Σταύρος έφυγε, πηδώντας ψηλά πάνω από μία μάντρα, αγνοώντας το σκληρό οδόστρωμα που τον περίμενε από κάτω. Ο Πέτρος ήθελε να δει χρώματα και φώτα που δεν έβλεπε ποτέ στο σκοτεινό του σπίτι. Όταν έμπηξε την τελευταία βελόνα, ήξερε το τέλος και το περίμενε.
Εγώ;
Εγώ έβαλα ένα και μοναδικό όριο στην ζωή μου. Να μπω στο τρενάκι μία τελευταία φορά, να κοιτάξω τον καριόλη τον θάνατο κατάμουτρα και να του πω όσα δεν του έχω πει τόσα χρόνια. Για τους φίλους μου που πήρε, για την ζωή που μου στέρησε, για το μέλλον που μου σκοτείνιασε, για την αγάπη που μου έσβησε.

Κι όταν πηδήξω και τον συναντήσω, εκεί δε θα υπάρχει κανείς.
Μόνο το τέλος της κούρσας.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook