Σχολικοί ψίθυροι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

– Μαμά, τι έχουμε για φαγητό; Ρώτησε ο Παύλος, μπαίνοντας φουριόζος στο σπίτι.
Η μάνα του κοντοστάθηκε λίγο και τον κοίταξε, τον χάιδεψε με το βλέμμα της και τον καμάρωσε.
– Έχω φτιάξει σουτζουκάκια σμυρναίικα, συνταγή της γιαγιάς μου.
Κάθισε ο Παύλος να φάει με όρεξη, σχεδόν βουλιμικά. Ήταν πράγματι υπέροχα. Την
τελευταία μπουκιά την έφαγε στα όρθια και τότε, μπουκωμένος, είπε:
– Παίρνω το ποδήλατο. Θα πάω στον Άλκη.
– Μα, τώρα μόλις γύρισες απ’ το σχολείο! Δεν έχεις διάβασμά;
– Δε μας έβαλε τίποτα. Τα κάναμε όλα εκεί.

«Παράξενο», σκέφτηκε η μάνα «τίποτα πια δεν κάνουν στο σχολείο αυτές τις μέρες. Άλλαξαν οι εποχές. Παλιά μας κυνηγούσε ο δάσκαλος, τώρα, σπάνια βλέπω ασκήσεις στο σπίτι». Αλλά τι να κάνει; Λεφτά για ιδιωτικό δεν είχε η κυρία Μαίρη κι έτσι, αρκέστηκε στο δημόσιο σχολείο.
Οι μέρες περνούσαν, όπου να ‘ναι θα έπαιρναν και βαθμούς. Πριν απ’ αυτό όμως, θα άρχιζαν τα τεστ. Πόσο ανησυχούσε η κυρία Μαίρη για τα τεστ. Εκτός από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, δεν μπορούσε να βοηθήσει περισσότερο στο διάβασμα και την προετοιμασία. Οι μέρες περνούσαν, ο Παύλος δε διάβαζε, και η κυρία Μαίρη απορούσε.

– Διαγωνίσματα δε σας βάζει φέτος ο δάσκαλος;
– Όχι ακόμα. Μας είπε αργότερα. Θα τα βάλει, λέει, μαζεμένα.
Κούναγε το κεφάλι η κυρία Μαίρη. Αχ, αυτός ο φετινός δάσκαλος. Τίποτα δεν κάνει. Σκέφτηκε κάμποσες φορές να πάει να τον βρει, αλλά τι θα άλλαζε; Μήπως θα την άκουγε;
Το βράδυ γύρισε ο Παύλος. «Αυτός ο Άλκης πρέπει να είναι καλό παιδί και να έχουν κοινά ενδιαφέροντα», σκέφθηκε.

«Ευτυχώς, κάνουν τόση καλή παρέα. Κάποια στιγμή πρέπει να πάω να γνωρίσω τους δικούς του. Άραγε, πότε θα γίνει αυτό; Είναι γιατροί οι γονείς του, λείπουν συνέχεια. Τα βρήκανε οι δυο τους, μεγάλωσε το μικρό μου, διαλέγει τις παρέες του. Κοίτα, πόσο αξίζει! Θα το κανονίσω κάποια στιγμή, ναι θα το κανονίσω».
Κοίταξε το σπίτι τριγύρω, το μάτι της απολάμβανε την τάξη και την καθαριότητα. Κοντοστάθηκε τότε και αναπόλησε πόσο διαφορετική ήταν η ζωή της σαν παιδί. Απομονωμένη, οι φίλοι λιγοστοί, και το διάβασμα βραχνάς. Πόσο διαφορετική είναι τώρα η ζωή του γιου της!
Έτσι πέρναγαν οι μέρες, ανάμεσα σε ψώνια, συμμαζέματα, μαγείρεμα και πότε – πότε, επέτρεπε στον εαυτό της μια έξοδο. Όχι τίποτα το φοβερό, έναν καφέ ή λίγο περπάτημα, όπως έκανε κι εκείνη τη μέρα. Έβαλε τα ίσια της παπούτσια και ξεκίνησε. Στο δρόμο συναντήθηκε με αρκετό κόσμο, διόλου παράξενο, εδώ που μένουν, όλοι γνωρίζονται λίγο – πολύ. Βημάτιζε γρήγορα για να κάνει και γυμναστική. Έτσι, έφτασε την μπροστινή παρέα, τρεις γυναίκες ήταν και προχωρούσαν.
-Αυτός ο φετινός μας δάσκαλος, τα έχει λιώσει τα παιδιά!
-Αλήθεια;
-Ναι, κάθε μέρα βάζουν το κεφάλι κάτω και διαβάζουν, γράφουν πυρετωδώς. Μήπως το παρακάνει;
-Τι να σου πω, κι εμένα ο γιος μου είχε έναν τέτοιο πριν τρία χρόνια, αλλά καλό του έκανε.
«Μακάρι να τον είχαμε κι εμείς αυτό τον δάσκαλο», σκέφτηκε η κυρία Μαίρη και αναλογίστηκε τον δικό τους, τον τεμπέλη.
– Πώς τον λένε το δάσκαλό σας;
– Πέτρο.
«Για δες σύμπτωση, κι εμάς Πέτρο τον λένε. Τι κρίμα να μην έχουμε αυτό το δάσκαλο», σκέφτηκε η κυρία Μαίρη.

Πέρασαν οι μέρες. Ένα μεσημέρι, μπήκε ο Παύλος έξαλλος στο σπίτι. Η οργή του ξεχείλιζε. Παράτησε η μάνα του το ταψί στον πάγκο πριν σερβίρει και έτρεξε κοντά του.
-Τι τρέχει; Τον ρώτησε ανήσυχη. Τι έγινε;
-Ο δάσκαλος. Αυτός ο άχρηστος, αυτός ο τεμπέλης, αυτός ο άσχετος!
-Τι έγινε παιδάκι μου; Ήταν τώρα φανερά ανάστατη η μάνα.
-Μας έβαλε διαγώνισμα ξαφνικά. Όσο έγραφα, όλο πάνω από το κεφάλι μου ήταν και δε με άφηνε να γράψω τις απαντήσεις. Εγώ τις ήξερα! Εκείνος όμως, όλο μου έπιανε κουβέντα και δε με άφηνε. Στο τέλος χτύπησε κουδούνι και μου πήρε το χαρτί απ’ τα χέρια. Εγώ του είπα πως θέλω να γράψω κι αυτός θυμωμένος μου πήρε την κασετίνα και το στυλό που είχα στα χέρια μου και τα πέταξε κάτω! Έσπασε η ξύστρα μου, έσπασε το μολύβι μου, έχασα τη γόμα μου! Δε θέλω να ξαναπάω στο σχολείο! Είναι κακός, κακός, κακός!!!
Σοκαρισμένη η κυρία Μαίρη, κοίταξε το γιο της. Ρώτησε, ξανά και ξανά τι έγινε, και κάθε φορά που τα άκουγε από την αρχή, οργιζόταν ολοένα και περισσότερο. Μα, είναι πράγματα αυτά; Έπρεπε οπωσδήποτε να μιλήσει με το δάσκαλο.
Πήγε λοιπόν η κυρία Μαίρη, και του τα έψαλλε για τα καλά. Λέξη δεν τον άφησε να πει τον δάσκαλο. Τον έκανε να το βουλώσει. Άντε, γιατί πολλά του τα είχε μαζεμένα, του τεμπέλη! Δουλειά, δεν κάνει, τίποτα δεν κάνει, αλλά όχι και να τα βάζει με το παιδί τόσο βίαια. Αν είναι ανίκανος να κάνει άλλη δουλειά! Του τα ‘πε, γύρισε την πλάτη και έφυγε απαξιώντας για τη γνώμη του.

Ξαναβγήκε η κυρία Μαίρη βόλτα, είχε ανοίξει ο καιρός και πήγαινε συχνότερα. Άκουγε κι άλλους ψιθύρους.

– Ρε σεις, είδατε τι έκανε προχθές ο Παύλος;
-Τι; Τι, λέγε!
– Ο δάσκαλος έδωσε πίσω τα διαγωνίσματα. Φυσικά ο Παύλος το είχε άγραφο. Μία δύο απαντήσεις είχε γράψει, παρόλο που ο δάσκαλος τον βοηθούσε. Όλο πάνω από το κεφάλι του ήταν.
– Έτσι κάνει συνέχεια ο Παύλος φέτος…
– Ναι, αλλά αυτή τη φορά θύμωσε, πήρε το τεστ το έσκισε και το πέταξε στα σκουπίδια.
– Ο δάσκαλος τον μάλωσε, αλλά εκείνος από τα νεύρα του, πέταξε κάτω την τσάντα του και τα πράγματά του! Φώναζε, τσίριζε, έσπαγε ότι έβρισκε μπροστά του. Χίλια κομμάτια έκανε την ξύστρα του, για να μη σου πω πως έγιναν τα μολύβια, η τσάντα και τα βιβλία του! Στο τέλος τον απείλησε τον δάσκαλο πως «θα του δείξει αυτός». Και έφερε τη μάνα του –ποιος ξέρει τι ψέματα της αράδιασε – κι έκανε εκείνη μεγάλη φασαρία…

Άκουγε η κυρία Μαίρη. «Για δες σύμπτωση, σκέφτηκε, το παιδί αυτό έχει το ίδιο όνομα με το δικό μου γιο. Αχ, τι παλιόπαιδο που είναι ετούτο. Ευτυχώς το δικό μου είναι ειλικρινές και ήρεμο».
Κουρασμένη γύρισε η κυρία Μαίρη στο σπίτι εκείνο το βράδυ, σα να την είχε καταβάλλει η βόλτα. Έκανε ένα μπάνιο και κοιμήθηκε βαθιά.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook