Γαλάζιο. Το χρώμα των ματιών τους. Το χρώμα των ψυχών τους. Ήταν λες και γεννήθηκαν μέσα στο αλμυρό νερό της θάλασσας και στη βρεγμένη άμμο της αμμουδιάς. Ή έτσι τους άρεσε να λένε με μια φωνή όταν οι μαμάδες τους, τους φώναζαν να βγουν από τη θάλασσα και να πάνε επιτέλους στα σπίτια τους. Νίκος εκείνος, Θαλασσινή εκείνη. Ακόμη και τα ονόματά τους είχαν σχέση με τη θάλασσα. Μάλλον γιατί οι μαμάδες τους είχαν γεννήσει και οι δύο στο ίδιο μέρος που περνούσαν τα καλοκαίρια τους, στην Κεφαλλονιά.

Η οικογένεια του Νίκου έμενε εκεί μόνιμα, ενώ η οικογένεια της Θαλασσινής ερχόταν τα καλοκαίρια, όπου κάποια στιγμή δεν πρόλαβε να πάει στο κοντινότερο μαιευτήριο και γέννησε με τη βοήθεια της γειτόνισσάς της, της μαμάς του Νίκου. Η Θαλασσινή με το Νίκο είχαν ένα χρόνο διαφορά, αλλά αυτό δεν τους εμπόδιζε να παίζουν από το πρωί ως το βράδυ στην παραλία μπροστά από τα σπίτια τους. Και τα καλοκαίρια περνούσαν και η Θαλασσινή κάθε φορά αποχαιρετούσε δυσκολότερα το Νίκο και μετρούσε τις μέρες μέχρι να έρθουν τα Χριστούγεννα που θα τον έβλεπε πάλι. Γιατί στους γονείς της άρεσε η Κεφαλλονιά και το χειμώνα, γι’ αυτό πήγαιναν και μία εβδομάδα τα Χριστούγεννα. Ο Νίκος, κάθε φορά που έβλεπε τη Θαλασσινή να φεύγει, ένιωθε έναν κόμπο στο στομάχι που δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να εξηγήσει. Όλοι γύρω τους είχαν καταλάβει ότι τα δύο παιδιά θα ήθελαν να είναι κάτι παραπάνω από φίλοι και τους πείραζαν. Τα παιδιά τους έλεγαν υπερβολικούς και δεν τους έδιναν σημασία.

Μέχρι ένα αυγουστιάτικο βράδυ με πανσέληνο. Εκείνος ήταν δεκαεφτά κι εκείνη δεκαέξι. Τα πάρτι για την πανσέληνο γίνονταν παντού και σε εκείνο σε μια παραλία κοντά στο σπίτι τους δεν μπορούσαν να αντισταθούν. Το πρωί τους βρήκε να κοιτάζουν την ανατολή του ηλίου και να υπόσχονται ότι δε θα χαθούν. Κι έτσι έγινε. Την επόμενη χρονιά ο Νίκος πέρασε στα Ιωάννινα, όπου έμενε η Θαλασσινή και έγιναν επιτέλους ζευγάρι. Όταν και αυτή μπήκε στο πανεπιστήμιο, νοίκιασαν δικό τους σπίτι. Και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Η γιαγιά Θαλασσινή ακούμπησε πίσω στην καρέκλα της και κοίταξε τα μάτια του αγαπημένου της που την κοιτούσαν με αμείωτη αγάπη για πενήντα χρόνια συνεχόμενα. Τα εγγόνια της λάτρευαν αυτή την ιστορία κι εκείνη δε χόρταινε να τους τη λέει για να βλέπει τα ματάκια τους να λάμπουν. Με αυτές τις σκέψεις χαμογέλασε στο Νίκο που της χαμογελούσε ήδη και του έσφιξε το χέρι.

 

Ε.Λ.