Σε χαιρετώ. Ναι, εσένα. Xαιρετώ το παλιό και νέο μου εγώ.
Ξημέρωσε μια νέα μέρα, αλλά η δική μου ψυχή είναι σήμερα κομμάτια. Οι σκέψεις έστησαν χορό μες στο μυαλό μου, αλλά μια μικρούλα σκέψη, καλά κρυμμένη στα βάθη του νου, εκπέμπει S.O.S. Είναι αυτή η μικρή λέξη που μέσα της περιλαμβάνει όλα όσα νιώθω.
«Αγαπημένε μου εαυτέ, συλλογίστηκα πολύ πριν καθίσω να σου γράψω αυτό το γράμμα. Θα πρέπει πρώτα να με συγχωρέσεις, διότι θα σε αναγκάσω να γυρίσεις πολλά χρόνια πίσω, για να ανασύρουμε μνήμες και συναισθήματα, βιώματα και καταστάσεις, βαθιά κλειδωμένα μέσα στο παλιό σεντούκι των ξεχασμένων αναμνήσεων. Ξέρω πως θα πληγωθείς, θα θυμώσεις, θα στεναχωρηθείς, θα βυθιστείς στη θλίψη και στην απόγνωση, αλλά, εαυτέ μου, δυστυχώς θα πρέπει να σε περάσω μέσα από το πυρ, θα σε πετάξω ως την άβυσσο των πιο σκοτεινών σου φόβων, θα σε βυθίσω στον βούρκο κι οι συνέπειες θα είναι άσχημες. Αλλά, εαυτέ μου, θα το περάσουμε μαζί, γιατί εμείς οι δύο θέλω να γνωριστούμε ξανά.
Θέλω να συμφιλιωθούμε. Θέλω να σε αγαπήσω από την αρχή, έχω ανάγκη να σε μάθω, να σε γνωρίσω και να πετάξω μακριά σου το φόβο, τη ντροπή, την ενοχή, την κατωτερότητα, τα λάθη και μέσα απ’ όλα αυτά να σε αναδείξω και να σε στέψω νικητή, φορώντας σου το στεφάνι με το κλαδί της ελιάς».
Η σκέψη περνάει φευγαλέα «Κάτι έσπασε μέσα μου, η ψυχή μου ράγισε, τι θα επακολουθήσει; Μπορεί κανείς να μου την φτιάξει;».
«Ναι!», ( είναι η μονολεκτική μου απάντηση και την φώναξα δυνατά, για πρώτη φορά στον εαυτό μου και ταρακουνήθηκα συθέμελα. Όμως, ενδόμυχα φοβάμαι να εκθέσω στον καθρέφτη της ψυχής την ίδια μου ψυχή. Αλλά δε γίνεται αλλιώς και συνεχίζω το μονόλογο μου)
«Έλα, κάναμε ήδη το πρώτο βήμα. Έλα, το επόμενο θα είναι λίγο πιο εύκολο. Έλα. Σε παρακινώ, ας σταματήσουμε να παίζουμε κρυφτό. Κουράστηκα πια».
«Έλα, εαυτέ μου», ψιθυρίζω «ξεκινάμε, εσύ κι εγώ παρέα. Τι λες; Νομίζω πως ήρθε η ώρα να ξαναγνωριστούμε» και για πρώτη φορά η φωνή μέσα μου σιγοψιθύρισε κι εκείνη «Δεν είμαι έτοιμος και ίσως να μην είμαι ποτέ, αλλά, εάν δεν ξεκινήσουμε, δε θα μπορέσουμε να έχουμε μια γνώμη». Τον φαντάστηκα νοερά (τον εαυτό μου) να έρχεται να μου πιάνει το χέρι και να με σηκώνει από το κρύο πάτωμα, που πέρασα όλο το προηγούμενο βράδυ, καθώς ξερνούσα αλήθειες, στήνοντάς με απέναντι.
Τότε, εκείνος μου έδωσε το χέρι του να σηκωθώ, μου σκούπισε τα δάκρυα και μου είπε στοργικά «Μη φοβάσαι. Σε αυτό το ταξίδι είμαστε Μαζί! Θα αντιμετωπίσουμε ό, τι κι αν έρθει». Για πρώτη φορά, μετά από ατέλειωτες ώρες χαμογελώ.
Σε καλωσορίζω, νέε μου εαυτέ.

Νεκταρία Πουλτσίδη