“Σε μισώ!”

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Η αλήθεια είναι πως, ούτε καν, μπήκε η Λένα στο δίλημμα να επιλέξει αν θα φύγει για Βρυξέλλες ή αν θα παραμείνει Ελλάδα. Κολακεύτηκε όμως όταν της το πρότειναν. Και ενάμιση χρόνο πριν, αν της γινόταν η ίδια πρόταση από τη δουλειά της να μετακομίσει στο Βέλγιο σε γραφείο εκεί, με σχεδόν διπλό μισθό και μισθωμένο σπίτι και αυτοκίνητο στη διάθεση της, δεν θα το σκεφτόταν δεύτερη φορά. Θα είχε απαντήσει ΝΑΙ το ίδιο δευτερόλεπτο που την είχε καλέσει η πρόεδρος να το συζητήσουν. Ενάμιση μόλις χρόνο πριν…

Ενάμιση χρόνο πριν όμως, δεν υπήρχε ο Ιάσονας στη ζωή της. Ενάμιση χρόνο πριν, είχε μόλις κλείσει 4 χρόνια σχέσης με τον Κώστα. Σε μία σχέση που δεν κάλυπτε κανέναν από τους δυο τους, αλλά και κανείς δεν την τελείωνε. Από ντροπή; Από ανασφάλεια; Δεν ήξεραν. Απλά συνέχιζαν μαζί. Εκείνη λοιπόν τη δεδομένη στιγμή, αν της ερχόταν η πρόταση, η Λένα θα την αποδεχόταν αμέσως. Θα ήταν η ευκαιρία που έψαχνε για εκκαθαρίσεις στη ζωή της. Όμως τότε, ενάμιση χρόνο πριν, δεν της έτυχε πρόταση για δουλειά. Της έτυχε ο Ιάσονας.

Τον είχε πετύχει δυο τρεις φορές σε κοινή παρέα, πανύψηλος, εντυπωσιακός, σοβαρός και λιγομίλητος. Φίλος φίλου, δεν είχαν ανταλλάξει παρά λίγες τυπικές κουβέντες. Δεν περνούσε απαρατήρητος αλλά δε φαινόταν να ψάχνεται και μάλλον αδιαφορούσε για τα βλέμματα που διεκδικούσαν λίγη από την προσοχή του. Είναι σίγουρα ‘αλλού’ σκεφτόταν η Λένα και κούνησε το κεφάλι της, για να διώξει τη σκέψη της – ‘είναι μικρότερος και δεν ενδιαφέρεται καν, ξεκόλλα καλή μου!’ έλεγε στον εαυτό της και διασκέδαζε με την μικρή πάλη που γινόταν μέσα της, ‘ας τον κοιτάξω λίγο, δεν είναι κακό!! Δεν θα το καταλάβει αν ΑΠΛΩΣ τον κοιτάω!’. Όμως ο Ιάσονας το κατάλαβε. “Έπιασε” το βλέμμα της πάνω του και γέλασε δυνατά όταν εκείνη κατέβασε τα μάτια της, αμήχανα. “Διάολε, 30 χρονών γυναίκα και με φέρνει σε αμηχανία ο μικρός!” σκέφτηκε με θυμό και γύρισε το κεφάλι της από την άλλη προσπαθώντας να πιάσει συζήτηση με τον φίλο της, το Νίκο. Τι συζήτηση να κάνει, που ήξερε, ένιωθε πια πως ο Ιάσονας απροκάλυπτα και χωρίς ενδοιασμό ή ντροπή, είχε καρφωθεί πάνω της. Δεν της μίλησε εκείνο το βράδυ. Ούτε λέξη. Κι όλη νύχτα, η Λένα καιγόταν στη σκέψη του, “δεν είμαστε καλά, Ε ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΛΑ!” σκεφτόταν εκνευρισμένη κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια της και επίμονα εκείνος εμφανιζόταν μέσα από τα κλειστά της βλέφαρα. Προσπάθησε να τον διώξει από το μυαλό της για άλλη μια φορά. Δεν τα κατάφερε. Άφησε έναν αναστεναγμό παράδοσης και αφέθηκε. Για τις επόμενες 3 νύχτες…

Βγαίνοντας από το γραφείο 4 μέρες μετά, ένα μεσημέρι απίστευτης βροχής, σχεδόν στα τυφλά και μέσα στο κατακλεισμό έκανε να προχωρήσει προς το αυτοκίνητο της, που το είχε παρκάρει αρκετά μακριά. Ένα μαύρο τζιπ πήγαινε παράλληλα πλάι της, με την άκρη του ματιού της είδε το τζάμι να κατεβαίνει “Έλα μέσα!”. Έσκυψε και είδε τον Ιάσονα. “ΈΛΑ ΜΕΣΑ ΛΕΜΕ!”. Μηχανικά σχεδόν, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Ήταν δυνατόν; ήταν εκεί; Για εκείνη; Γιατί; “Έχω το αυτοκίνητο μου πιο κάτω” του είπε προσπαθώντας να κάνει τη φωνή της όσο πιο φυσιολογική γινόταν, να μη φανεί η ταραχή της. “Άραγε ξέρει ότι τον σκέφτομαι; άραγε ξέρει ΠΩΣ τον σκέφτομαι;” Κούνησε και πάλι το κεφάλι της για να διώξει την ανόητη σκέψη της πιθανότητας να ξέρει ο Ιάσονας πως είχε αποκοιμηθεί με τα χέρια της να αγγίζουν το σώμα της όπως φανταζόταν πως θα την άγγιζε εκείνος… “θα σε πάω εγώ σπίτι, σήμερα” της απάντησε. Η Λένα δεν αντέδρασε. Ακούμπησε το βρεγμένο κεφάλι της πίσω και αφέθηκε ξανά.

Ενάμιση χρόνο πίσω όλα αυτά. Ενάμιση χρόνο πριν, ανακοίνωσε στον Κώστα πως χωρίζουν και εκείνος το δέχτηκε σχεδόν με ανακούφιση. Ενάμιση χρόνο πριν, που όλα πέρασαν σε δεύτερη μοίρα για τη Λένα. Η δουλειά της, οι φίλοι της, η οικογένεια της. Ενάμιση χρόνο, από την πρώτη κιόλας φορά, από εκείνη τη μέρα του κατακλυσμού που την πήρε στα χέρια του, στο στόμα του, που την τελείωσε τόσες φορές όσες δεν είχε τελειώσει ποτέ μέχρι τότε μαζεμένες. Ενάμιση χρόνο από τότε που παρέδωσε πρώτη φορά σε κάποιον τόσο απόλυτα τον έλεγχο του κορμιού και του μυαλού της. Ενάμιση χρόνο πριν, πήρε το ρίσκο να αφεθεί. Και της βγήκε…

Εξ αρχής ο Ιάσονας έκανε σαφές πως δεν έπαιζε. Κι ας ήταν μικρότερος από τη Λένα. Και διαχειρίστηκε εξαιρετικά καλά τις ανασφάλειες της για τη μικρή διαφορά ηλικίας. Πατούσε όλα τα κουμπιά της, όχι μόνο για να της κόβει την ανάσα, να την κάνει να τελειώνει κάθε φορά στα χέρια του κατ’απαίτηση, αλλά εξαφανίζοντας κάθε δεύτερες σκέψεις της, κάθε αμφιβολίες της για τη σχέση τους. Και όσο πιο σίγουρη ήταν η Λένα για το “μαζί” τους, τόσο πιο πολύ δενόταν μαζί του.

Και τότε ήρθε η πρόταση για δουλειά στο Βέλγιο από την εταιρία της. Ενάμιση χρόνο μετά. Ο μόνος λόγος που δεν απέρριψε την πρόταση μόλις της ανακοινώθηκε, ήταν για λόγους ευγενίας. “θα το σκεφτώ” είπε στην πρόεδρο της εταιρίας και χαμογέλασε, γνωρίζοντας ήδη την απάντηση της. Είπε τα νεα στον Ιάσονα, την ώρα που μαγείρευε στο σπίτι του εκείνο το απόγευμα… Δεν πήρε καν τα μάτια της από το φαγητό, του τα έλεγε και ανακάτευε το κοτόπουλο να μην κολλήσει, δεν θεωρούσε πως ήταν κάτι σημαντικό, περισσότερο σαν αστείο γεγονός του το ανέφερε. Και σίγουρα δεν περέμενε την αντίδραση του. Την πλησίασε, έκλείσε το μάτι της κουζίνας και την γύρισε προς το μέρος του. “Θα πας” είπε κοφτά και η Λένα πάγωσε. “ΘΑ ΠΑΣ” ξαναείπε και όλος ο κόσμος της Λένας γκρεμίστηκε.

Τις δυο επόμενες εβδομάδες, η Λένα δεν ήθελε να τις θυμάται και η αλήθεια είναι πως τα χρόνια που ακολούθησαν τις διέγραψε από το μυαλό της. Δεν ήθελε να θυμάται. Τον Ιάσονα να απαιτεί από εκείνη να δεχτεί την πρόταση για δουλειά. Εκείνη να εκλιπαρεί, να του εξηγεί πως δεν την θέλει, δεν το σκέφτηκε καν να δεχτεί. Εκείνον να επιμένει πως ήταν ευκαρία ζωής και πως ήταν ένα βήμα στην καριέρα της που όφειλε να κάνει και πως δεν δεχόταν να τη χάσει εξαιτίας του. Τη Λένα να αρνείται και εκείνον να της λέει πως θα χώριζαν αν δεν έφευγε. “Μα, αν φύγω θα χωρίσουμε έτσι κι αλλιώς, εσένα η δουλειά σου είναι εδώ, όλα για σένα είναι εδώ!”. “Θα φύγεις. Και θα έρχομαι να σε βλέπω. Και θα έρχεσαι και συ, Σ/Κ. Και όσο πάει. Και ότι γίνει. Αν μείνεις, τελείώσαμε εδώ. Τώρα. Διάλεξε.”

Η πτήση της ήταν για τις 9 το πρωί. Μέχρι τις 6 σημάδευαν ο ένας το σώμα του άλλου. Αν γινόταν να κρατήσουν τα σημάδια τατουάζ για πάντα. Έμπηγε τα νύχια της στη πλάτη του βαθιά και αποθήκευε τις κραυγές πόνου του σε κουτάκια στο μυαλό της, να τα φυλάξει για τις μέρες και νύχτες μακριά του. “ΣΕ ΜΙΣΩ ΠΟΥ ΜΑΣ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ ΑΥΤΟ, ΣΕ ΜΙΣΩ!!!” ούρλιαζε και κλώτσαγε σαν άγριο ζώο, αναγκάζοντας τον να την ακινητοποιήσει, “έχε μου εμπιστοσύνη, έχε μας εμπιστοσύνη ΓΑΜΩ!”. Μα αυτή τη φορά η Λένα δε μπορούσε να υπακούσει, αυτή τη φορά ένιωθε πως έχανε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της και πως ποτέ πια δεν θα ήταν το ίδιο. Ενάμιση χρόνο κοιμόταν με το πρόσωπο της στο λαιμό του, ενάμιση χρόνο ξυπνούσε κάθε πρωί με το βάρος του πάνω της, μέσα της… Πως μπορούσε να φύγει; Πως ήταν δυνατόν να της ζητάει να φύγει… Ποτέ πριν δεν την είχε πονέσει τόσο πολύ. Ποτέ πριν δεν την είχε ματώσει έτσι, σκίζοντας την. Σαν λάφυρο πολέμου πήρε σταγόνες αίμα από το κορμί της εκείνο το βράδυ, μα χαμένη στη δική της οδύνη η Λένα δεν είδε τη δική του αγωνία. Και ο Ιάσονας πέρα από το να της ζητάει να φύγει, δεν της είπε τίποτα άλλο.

“Λένα, πήγαινε” είπε μόλις ανακοινώθηκε η πτήση και την φίλησε στα μαλλιά. Ανασήκωσε το πρόσωπο της, έσπρωξε πίσω τούφες μαλλιών που είχαν κολλήσει στο κλαμμένο πρόσωπο της και της ζήτησε να τον ακούσει. “Αυτό θα το ανοίξεις μέσα στο αεροπλάνο, μετά την απογείωση. Εντάξει; Λένα μ’ακούς;” την ξαναρώτησε αβέβαιος. Η κοπέλα χαμένη στους λυγμούς της δε φαινόταν να αντιλαμβάνεται τι της λεει. “ΛΕΝΑ…” είπε ξανά πιο αυστηρά και την ανάγκασε να τον κοιτάξει. “Αυτό είναι σοβαρό. Θα το ανοίξεις ΜΕΣΑ στο αεροπλάνο. Μην το χάσεις. Είναι το δώρο μου για τα γενέθλια σου, τον άλλο μήνα. Δεν ήθελα να το στείλω. Θέλω να το έχεις από τώρα. Ρε, μ ακούς καθόλου;” Η Λένα έγνεψε καταφατικά. Πήρε το πακέτο στα χέρια και έκανε λίγα βήματα. “Πήγαινε. Πάρε με τηλέφωνο όταν προσγειωθείτε”. “Σε μισώ” σχημάτισε με τα χείλια της η Λένα και προχώρησε για επιβίβαση.

Έσφιξε μηχανικά το πακέτο στα χέρια της, καθώς το αεροπλάνο σηκωνόταν. Είχε λόξυγγα από το κλάμα, ένιωθε εξαντλημένη. Ο κόσμος μίκραινε πίσω της. Και τίποτα δεν είχε σημασία πια.

“Καφέ ή τσάι;” τη ρώτησε η αεροσυνοδός και μάλλον είχε επαναλάβει την ερώτηση της, κρίνοντας από τον ανήσυχο τόνο στη φωνή της η Λένα. “Είστε καλά;” ρώτησε σιγανά και η Λένα έγνεψε “ναι”. Σήκωσε το χέρι της για να κάνει νόημα πως δε θέλει τίποτα και τότε συνειδητοποίησε πως κρατάει σφιχτά ακόμα το πακέτο. Η αεροσυνοδός προχώρησε και η Λένα πάλεψε να κρατήσει έναν ακόμα λυγμό. “Δεν θα το αντέξω και αυτό” σκέφτηκε αγγίζοντας το σκούρο μπλε περιτυλιγμα στο ορθογώνιο κουτί. “Θα το ανοίξεις ΜΕΣΑ στο αεροπλάνο.” ήρθε στα αυτιά της η φωνή του και απλά υπάκουσε.. Το ξετύλιξε με τρεμάμενα χέρια. Βρήκε μέσα ένα βιβλίο. Το αγαπημένο της. Στην πρώτη σελίδα αναγνώρισε τον γραφικό του χαρακτήρα:

“And you’ll always love me won’t you?
Yes
And the rain won’t make any difference?
No” 

*Ernest Hemingway – Farewell to arms

“ΣΕ ΜΙΣΩ” ψιθύρισε και ο διπλανός της γύρισε και την κοίταξε μα ήταν αόρατος για τη Λένα.

Θέλω να πας στις Βρυξέλλες και να δώσεις τον καλύτερο σου εαυτό. Θέλω να σκίσεις. Να με κάνεις περήφανο. Θέλω να δουλέψεις και να δικαιώσεις αυτούς που σε πρότειναν και τον εαυτό σου που αξίζει κάθε ευκαιρία. Καλύτερα να με μισείς που σε σπρώχνω μπροστά παρά να με μισήσεις κάποια στιγμή που κράτησα πίσω. Σε 20 μέρες είναι τα γενέθλια σου. Το δώρο σου ήταν αγορασμένο πριν μου πεις για την πρόταση για τη δουλειά σου. Και για μένα δεν αλλάζει τίποτα. Καμιά απόσταση δε θα με κρατήσει μακριά σου. Αν δεν τα καταφέρουμε, δε θα μας φταίει η απόσταση – θα φταίμε εμείς. Μην μου απαντήσεις τώρα. Ούτε αύριο. Απάντησε μου σε 6 μήνες. Όταν θα έχεις ανοίξει τα φτερά σου. Θέλω να καμαρώνω τη γυναίκα μου να πετάει ψηλά. Δώσε μου κίνητρο να σε φτάσω. Και τότε, απάντησε μου – Θα με παντρευτείς;

Η Λένα άδειασε το πακέτο στο χέρι της. Έπιασε το μικρό κουτί στα τυφλά, δεν έβλεπε τίποτα πια, δεν άκουγε, δεν ήταν εκεί μέσα στο αεροπλάνο. Δεν ένιωθε χέρια, έτρεμαν τόσο που δεν κατάφερνε να ανοίξει το κουτάκι. Ο άγνωστος διπλανός της χαμογέλασε, κοιτώντας διακριτικά. Ήθελε να της πει ‘να σε βοηθήσω;’ αλλά ασφαλώς δε μίλησε. Αυτό ήταν κάτι που έπρεπε να κάνει μόνη της.

Κράτησε το δαχτυλίδι στα χέρια της. Ακούμπησε το κεφάλι της στο παράθυρο κι έκλεισε τα μάτια της. Τα σημάδια που είχε αφήσει στο σώμα της ο Ιάσονας το προηγούμενο βράδυ, σύντομα θα έφευγαν. Το ίδιο και τα δικά της σημάδια στο λαιμό και στην πλάτη του. Αυτό που έπρεπε και άξιζε πλέον να τους δένει, θα ήταν όχι η φυσική παρουσία, αλλά η υπόσχεση να αναδείξουν τον καλύτερο εαυτό τους. Θα τα κατάφερνε, ήταν σίγουρη. Θα τον έκανε περήφανο. Και σε 6 μήνες θα του απαντούσε. Αφέθηκε να ξεσπάσει σε ένα κλάμα που κράτησε όλη τη διάρκεια της πτήσης. Μόλις προσγειώθηκαν, πήρε βαθιά ανάσα, σκούπισε τα μάτια της, σήκωσε το κεφάλι ψηλά και πληκτρολόγησε στο κινητό της.

Φτάσαμε, όλα καλά. Με περιμένει πολλή δουλειά, θα τα πούμε το βράδυ. Σε μισώ.

Τράβηξε φωτογραφία το χέρι της με το δαχτυλίδι στον παράμεσο και πάτησε “αποστολή”. Κατευθύνθηκε προς την έξοδο, είχε πράγματι πολλή δουλειά. Χαμογελούσε…

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook