Σεμινάριο Διοργάνωσης Ρεβεγιόν για τον Γενικό Πληθυσμό

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αβασάνιστα, απαραίτητα και αναμφισβήτητα, αγοράζεις μια μπουκάλα VAT69, από τον Σάκη τον πρεζάκια, που έχει την κάβα στη γωνία, λίγο μετά τις 22:00, παραμονή πρωτοχρονιάς. Φορτώνεις το τζουραδάκι σου στην πλάτη· κι αν δεν έχεις / παίζεις, απαγάγεις τον ξεχασμένο, απ’ τον στρατό / σχολείο / σχολή, παλιόφιλο· που στάνταρντ έχει, στάνταρντ παίζει και στάνταρτ θα φέρει και τσιγάρα μαζί του. Ροβολάς, κατηφορίζοντας, προς το κέντρο της πόλης. Σε πρώτη φάση, πριν την αλλαγή του έτους, βρίσκεις την πλατεία που αράζουν τα λοκάλια, βγάζεις το οργανάκι και το ξύδι που κουβαλάς, πιάνεις να κάτσεις όπου βρεις και ξεκινάς με αργούς, ανατολίτικους αμανέδες. Διώχνεις τον παλιό χρόνο και την μιζέρια που έφερε, με κλάψα. Απαντάς «δε γαμιέσαι κι εσύ;» στον οποιονδήποτε έχει την ατυχία να σου ευχηθεί «καλή χρονιά».
Καταλήγεις, λίγο πριν το χάραμα, να παίρνεις κοιλιές και ποδαράκια σε πακέτο, και κόκα κόλα· για ν’ ανέβει λίγο το ζάχαρο, από το πατσατζίδικο του Γιάννου· ο οποίος, πρωτοφανώς, σε βλέπει ξεσούρωτο. Γυρίζεις σπίτι με ταξί. Κοιμάσαι μέχρι το μεσημέρι. Δεν αποφεύγεις το τραπέζωμα της γιαγιάς.
***

Μετά από ένα μυστήριο, και *γκουχ* όχι-και-τόσο-βιωματικό *γκουχ*, post στο αγαπημένο σου κοινωνικό δίκτυο, μπλοκάρεις όλες σου τις επαφές στο κινητό, γιατί έχεις σιχαθεί τα «ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΗΑ ΡΕ ΜΑΝΑΡΗ!» και τα «ΣΕ ΧΑΣΑΜΕ ΚΟΘΚΛΑ, ΠΟΤΕ ΘΑ ΒΓΟΥΜΑΙ;». Χώνεσαι κάτω από τα σκεπάσματα, έχοντας πάρει αγκαλιά το λάπτοπ σου κι ακούγοντας την αγαπημένη σου μουσική. Δεν βλέπεις καν τα post των φίλων, που περνάνε μπροστά από την οθόνη, μήτε ανοίγεις μηνύματα. Αργοκλείνουν τα βλέφαρά σου. Χωρίς να το καταλάβεις, σ’ έχει πάρει ο ύπνος, ενώ, κάπου στο background, η φωνή της Nina Simone, σε ρίχνει σε βαθύτερο λήθαργο.
Καταλήγεις να ξυπνάς από μια απροσδιόριστη οχλαγωγία που προέρχεται από το μικροσκοπικό σαλόνι / γραφείο σου. Η κολλητή σου· που είχε πάντα κλειδιά από το σπίτι σου· έχει διοργανώσει ρεβεγιόν έκπληξη, για να σε βγάλει από αυτό που η ίδια αποκαλεί «κατάθλιψη». Συμβιβάζεσαι με την κατάσταση, γιατί θα σου μείνουν ένας σκασμός φαγητό και πιοτί, που θα σε συντηρήσουν για μερικές μέρες. Στο τέλος της νύχτας ακούς την ερωτική εξομολόγηση εκείνου του φίλου που κρατούσε κρυμμένα, για χρόνια, μέσα του, τα συναισθήματά του. Σκέφτεσαι ότι γέρασες πολύ για τέτοιες μαλακίες. Αποφασίζεις να παντρευτείς και να κάνεις παιδιά, για να μη σε πρήζει η μάνα σου, για να μην έχει να λέει ο κόσμος και γιατί, στα τριάντα δύο, πού σκατά θα βρεις κάποιον να σε πάρει;
***

Θυμάσαι ότι έχεις καλέσει το μισό γραφείο για ρεβεγιόν, λίγο πριν κλείσουν τα σουπερμάρκετ, παραμονή πρωτοχρονιάς. Τρέχεις να αγοράσεις χύμα κρασί, απ’ το ντόπιο, ξέρεις, εκείνο που όταν ήσουνα πιτσιρικάς και ξέμενε το παπί από βενζίνη, το ‘ριχνες μέσα στο ντεπόζιτο και ανέβαζε καμιά εικοσαριά χιλιόμετρα στη ρόδα. Τιγκάρεις το καρότσι με φτηνιάρικα πατατάκια, γαριδάκια, τυροπιτάκια, λουκανικοπιτάκια, σπανακοπιτάκια, ψωμιά του τοστ, κασέρια, ζαμπόνια, τυροσαλάτες, ρωσικές, κηπουρού κι όποια άλλη μαλακία δεν χρειάζεται μαγείρεμα. Ετοιμάζεις playlist στο youtube με Last Christmas, Χριστούγεννα – Χριστούγεννα, Μποφίλιου, Χαρούλη και κάτι τέτοια νόστιμα. Σιδερώνεις με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο προσπαθείς να δέσεις γραβάτα. Παραχώνεις τα τελευταία σκουπίδια πίσω από καναπέδες – εργένης είσαι, δεν θα σε παρεξηγήσουν.
Καταλήγεις, κατά τις τρείς και κάτι, σε κάποιο κωλάδικο, μαζί με τους μπάκουρες συνάδελφους, να κοιτάς την κοντή Σλοβάκα που αργοκουνιέται πάνω στον στύλο, υπό την μαγευτική φωνή του Παντελίδη, έχοντας γίνει αυτογκόλ από τις χημικές ενώσεις του Χάιζενμπεργκ, που περιείχε το μπουκάλι το Havana.
***

Τα έχεις διοργανώσει όλα στην εντέλεια. Θα μαζευτεί όλο το παλιό παρεάκι απ’ τη σχολή. Γνωστοί και άγνωστοι, φίλοι και εχθροί, παλιοί εραστές και νυν παντρεμένοι. Ξέρεις τι θα φάτε, πού θα μείνει ο καθένας, πώς θα έρθουν, πότε και για πόσο, έχεις κανονίσει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Έχεις τρείς μέρες που καθαρίζεις, έχεις γυαλίσει μέχρι και τα σοβατεπιά – όχι, για να μη λένε οι χωριαταραίοι. Ξέρεις τι πίνει ο καθένας, ξέρεις τι τρώει ο καθένας, τα έχεις όλα, στακαρισμένα, στο ψυγείο, από μέρες. Βίτσα πάει το φουρνάκι μικροκυμάτων, που ζεσταίνει μεζέδια. Έχεις καβαντζάρει και το καλό σερβίτσιο απ’ τη μάνα σου και τα καλά μαχαιροπίρουνα· «πρόσεξε μωρή, τα ‘χαμε πάρει, με τον πατέρα σου, το ’91, εκατόν ογδόντα χιλιάρικα!». Η guest list μεγάλη, το RSVP απαραίτητο. Καταφθάνουν απ’ τις εννιά, λίγο αφ’ ότου είχες βγάλει τα ρόλλεϋ από το κεφάλι.
Καταλήγεις να προσπαθείς να υπομείνεις μια απαίσια βαβούρα, να εξομαλύνεις τα παλιά μίση που αναβίωσαν, να παλεύεις για να μιλήσεις με άτομα που δεν μιλιούνται και να μην χαλάσουν γάμοι, καθώς παλιοί εραστές σου ζητάνε να χρησιμοποιήσουν κάποιον απομονωμένο χώρο, για να θυμηθούν τα πάθη τους. Φορτώνεις και καταπίνεις τα νεύρα σου, ώσπου δεν πιάνει άλλο, πετάς στο playlist το Glare of Autumn των Drudkh, ανοίγεις τέρμα την ένταση και, λίγες στιγμές αργότερα, κοπανιέσαι μόνη στη μέση του σαλονιού. Στις εφτά το πρωί, πίνεις Jack απ’ το μπουκάλι, στην αγκαλιά εκείνου του βρωμέου μεταλλά που κάποτε αντιπαθούσες θανάσιμα.
***

«Ρεβεγιόν; Ρε, αυτά είναι για τους δήθεν!» σκέφτεσαι, καθώς κολονιαρίζεσαι. Ανοιχτό ροζ πουκάμισο, γκρι σακάκι, το πατούμενο το αθλητικό και σκισμένο τζινάκι· πρώτη μούρη θα ‘σαι στο σκυλάδικο, πρώτο τραπέζι πίστα, με μπουκαλάκι στ’ όνομά σου. «Ρεβεγιόν και μαλακίες» μουρμουράς, πριν φορτώσεις κινητά, κλείσεις το μάτι στον καθρέφτη, βουτήξεις κλειδιά και βγεις από το σπίτι.
Δουλεύεις, παραμονή πρωτοχρονιάς, αλλά και τι να κάνεις, που τη σκαπουλάρισες Καθαρά Δευτέρα, Πάσχα, Αγίου Πνεύματος και Δεκαπενταύγουστο. Κάποιος πρέπει να μείνει στα μετόπισθεν και το ξέρεις. Παρ’ όλα αυτά, δεν πτοείσαι καθόλου. «Δηλαδή, τι διάολο μπορεί να συμβεί παραμονή πρωτοχρονιάς;»
Δύο και δέκα το πρωί, ενώ ο κόσμος είναι στο τσακίρ κέφι κι εσύ απολαμβάνεις αμφιβόλου ποιότητας ξηροκάρπι, ακούγεται μια εκκωφαντική έκρηξη και το μαγαζί πνίγεται στο σκοτάδι. Μόνο τα κινητά και τα φώτα των εξόδων κινδύνου, φέγγουν παράταιρα, μέσα στον πανζουρλισμό που επικρατεί. Κοιτάζεις το κινητό. Δεν έχει σήμα. «Ω – Ρε – Πούστη».
Καταλήγεις μ’ ένα κράνος με φακό, κατά τις έξι παρά φεύγα, πάνω σ’ ένα γερανό, να αλλάζεις τον μετασχηματιστή μέσης τάσης που έχει ανατιναχτεί, κάτω από δυνατή βροχή, ενώ στην απόσταση ακούς, από το ράδιο του φορτηγού, τα κομμάτια που δεν άκουσες στο σκυλάδικο.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook