Σεσίλ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Η Σεσίλ άνοιξε τα μάτια της. Οι ήχοι στη μεσοτοιχία την ξύπνησαν. Νυσταγμένη αντιλήφθηκε πως κάποια γυναίκα δίπλα, φώναζε με στακάτες ψιλές κραυγές τον οργασμό της. Έκανε να σηκώσει το κεφάλι της και αισθάνθηκε έντονο πονοκέφαλο, σαν κάποιος να της είχε ρίξει ένα τεράστιο και βαρύ τούβλο. Κατσούφιασε και επανήλθε στο μαξιλάρι της. Μέσα στα ανακατεμένα σεντόνια, βρισκόταν γυμνή, φορώντας μόνο την κιλότα της ενώ το πλαινό μέρος του κορμιού της είχε σημάδια από διάφορα αντικείμενα που πιθανόν ακουμπούσε όπως κοιμόταν.

Ακουγόταν θόρυβος από νερό. Κάποιος έκανε μπάνιο, ο Αντουάν, σκέφτηκε. Χαμογέλασε αχνά και πίστεψε πραγματικά στην τύχη της. Είχαν να βρεθούν και να σμίξουν μαζί είκοσι χρόνια ακριβώς. Από τότε που μία δικαστική μάχη την καταδίκασε ως ανίκανη μάνα και συνάμα την υποχρέωσε να πάρει διαζύγιο από τον Αντουάν παραχωρώντας την πλήρη κηδεμονία του Ντομινίκ. Στιγμές του παρελθόντος μεν, στιγμές που ήθελε πραγματικά να ξεχάσει δε.

Δεν ήταν άδικη απόφαση. Το ήξερε. Ήταν μόνιμος εφιάλτης το ποτό. Από τότε που για πρώτη φορά δοκίμασε στη γιορτή του παππού στα δεκαοκτώ της. Δεν έπινε όμως πολύ. Ξεκίνησε να πίνει συστηματικά όταν μετά τη γέννηση του Ντομινίκ διαγνώστηκε με κατάθλιψη. Τότε που άφηνε το παιδί στην κούνια και έψαχνε τα ντουλάπια για φαγώσιμα, από αυτά που καταβροχθίζεις για να πνίξεις έναν ανεξήγητο πόνο. Ο Αντουάν δούλευε σε ένα γραφείο λογιστής και γυρνούσε αργά. Γρήγορα οι σκοτεινές απαισιόδοξες σκέψεις της μετατράπηκαν σε εμμονή ότι την απατά. Έτρωγε χωρίς σταματημό, μέχρι που τα πατατάκια μαζί με πατέ πάπιας βουτυγμένα σε στέρεη κρέμα δεν την κάλυπταν πια και ένα πρασινωπό μπουκάλι Βουβρέ της «έκλεισε το μάτι». Τότε, που άρχισε να αγνοεί την παρουσία του γιου της.

Η Σεσίλ σηκώθηκε από το κρεβάτι παρόλο που ο πονοκέφαλος δεν την άφηνε και πολύ να ισορροπήσει καλά. Το κρεβάτι είχε άδεια μπουκάλια. Από τις ξεθωριασμένες πορτοκαλί κουρτίνες του δωματίου έμπαινε αχνό φως. Αδυνατούσε να θυμηθεί το προηγούμενο βράδυ. Εκείνο που συναντήθηκαν πάλι με τον Αντουάν μετά από χρόνια. Δεν ήταν βέβαια νηφάλια. Απλά ήθελε να είναι χαλαρή. Δεν πειράζει, λίγο ήπιε, ίσα ένα με δυο ποτηράκια. Μόνο για να είναι άνετη μαζί του. Πέντε χρόνια είχε να το δει. Όπως φαίνεται πέρασαν τη νύχτα μαζί. Μία νύχτα που σηματοδοτούσε μία νέα αρχή. Ήταν σίγουρη ότι του έλειψε. Και εκείνη ήταν πανέτοιμη. Ο Ντομινίκ θα ήταν ευχαριστημένος αν ξανάσμιγαν οι γονείς του. Ο Αντουάν θα ήταν πλάι της.

Κοίταξε το στήθος της. Πεσμένο και εντελώς ταλαιπωρημένο, γεμάτο πιπιλιές, απόδειξη μίας νύχτας έντονης δραστηριότητας. Τα ρούχα της ήταν παραμελημένα στο πάτωμα και το κινητό της πεσμένο και απενεργοποιημένο. Περίεργο βέβαια τόσο κρυμμένο πάθος μετά από τόσα χρόνια. Τον αγαπούσε αλλά κι εκείνος την ποθούσε. Μπορεί να είχε πια πατήσει τα 45, ταλαιπωρημένη από το ποτό και τις καταχρήσεις αλλά ήταν ακομα επιθυμητή. Και εκείνος παρέμενε γοητευτικός. Τα γκρίζα μαλλιά του, τα περιποιημένα ρούχα που φορούσε το βράδυ και το χαμόγελο εκείνο που την έκανε να τον ερωτευτεί με την πρώτη ματιά. Ήταν σίγουρη ότι έσμιξαν με μανία και χωρίς διαπραγματεύσεις, με πολλα γιορτινά μπουκαλάκια σε αυτό το φτηνό ξενοδοχείο συνεχίζοντας τη δική τους γιορτή.

Το ονειρό της βγήκε πραγματικό τελικά. Μετά από ατελείωτα βράδια, παρέα με Βουβρέ, Καμπερνέ και ίσως αν οικονομικά έβγαινε με ένα βαρύ Πόρτο οκτώ χρόνων, κάνοντας κεφάλι και βρίσκοντας την παραίσθηση της μορφής του εκεί, όλα πια έπαιρναν το δρόμο τους. Ήταν ξεκάθαρο πια. Όταν έπινε, πολλές φορές άνοιγε τα πόδια της και πρόσφερε ικανοποίηση στον πονεμένο κόλπο της νιώθοντας τον Αντουάν. Ηταν ο δαίμονάς της, το απωθημένο της. Και καμιά φορά όταν καθόταν στην αυλή του πατρικού της έχοντας πιει κρυφά ένα μπουκάλι κόκκινο, μέσα στην αυτοκρατορία των παραισθήσεων έφερνε στο μυαλό της το αγοράκι με τα μαύρα γυαλάκια και τα καστανά μαλλιά. Το αγοράκι αυτό που απομακρύνθηκε τόσο ψυχρά και αναγκαία μετά από τη δυσάρεστη δίκη που καθόρισε τη ζωή της.

Ντύθηκε με δυσκολία. Ο θόρυβος του νερού σταμάτησε στο μπάνιο. Η Σεσίλ μάζεψε τα μπουκάλια κρασιού και ουίσκι και τα τοποθέτησε άτσαλα πάνω στο ξεφτισμένο χιλιοχαραγμένο ψηλό ξύλινο έπιπλο. Με τα δυο της χέρια έπιασε αριστερά και δεξιά το έπιπλο και έκλεισε τα μάτια, καθώς στιγμιαία ζαλίστηκε από τις κινήσεις. Δε θυμόταν πόσο ήπιε και πότε κοιμήθηκε. Με κλειστά μάτια άκουσε την πόρτα του μπάνιου που άνοιξε και αισθάνθηκε μια παρουσία να την πλησιάζει από πίσω. Μυρωδιά καθαριότητας από φτηνό σαπούνι κατέκλυσε την ατμόσφαιρα. Για άλλη μια φορά ζύγισε τις ευκαιρίες στο μυαλό της και αισθάνθηκε τυχερή. Ένα χοντρό χέρι γεμάτο χαρακιές στο δέρμα, της κατέβασε το μακό μπλουζάκι από τον ένα ώμο και άρχισε να τον πιπιλά με το στόμα του, βίαια και σκληρά. Μία χοντρή ανδρική φωνή μούγκριζε πιέζοντας τα χείλη σαν βεντούζα στον ώμο της, τραβόντας την πέτσα μέχρι να της αφήσει σημάδι. Η Σεσίλ πόνεσε και έβγαλε μια κραυγή. Άνοιξε τα μάτια και γύρισε.

Ίδρωσε. Νόμιζε ότι οι αισθήσεις της την εγκαταλείπουν. Ο άντρας αυτός από πίσω της δεν είχε γκριζα μαλλιά αλλά βαμμένα ξανθά με μαύρη ρίζα, το χοντρό σώμα του ήταν γεμάτο τατουάζ με ονόματα γυναικών, καρδιές και φυσιογνωμίες από γυναίκες γυμνές ή σε ερωτικές περιπτύξεις με άντρες. Της χαμογέλασε και τα δόντια του ήταν στραβά. Δεν ήταν ο Αντουάν. Σίγουρα δεν ήταν το απωθημένο της που τη βασάνιζε για χρόνια. Ήταν κάποιος άλλος. Μάλλον κάποιος τυχαίος, περιστασιακός.

Προσπαθούσε να επαναφέρει τις σκέψεις της χωρίς επιτυχία. Άλλωστε χωρίς μία σταγόνα να καθαρίσει τον ξερό λαιμό της ήταν αδύνατο να σκεφτεί. Να θυμηθεί. «Χρειάζομαι ποτό» του είπε. Εκείνος χαμογέλασε και το μάτι του γυάλισε. Ίσως από πόθο, ίσως από ανυπομονησία. Ντύθηκε κοιτάζοντάς την έντονα, σηκώνοντας το φρείδι του την στιγμή που έδενε τη ζώνη του. Έκλεισε την εξώπορτα ενώ η Σεσίλ μέσα στην παραζάλη της έριξε ένα μπουκάλι με το χέρι της, το οποίο έσπασε σε χίλια κομμάτια. Κοίταξε τα κομμάτια και με τη θωλή ματιά της ξεχώρισε ένα μεγάλο κομμάτι γυαλί. Το πήρε στο χέρι της. Δάκρυα άρχισαν κα κυλούν. Κάθισε στο κρεβάτι. Τα δάκτυλα του χεριού της ψιλάφισαν τα σημεία κοπής. Πλησίασε το γυαλί στο τελείωμα της παλάμης του άλλου χεριού της. Το μυαλό της σκοτείνιασε. Όλα πια έπαιρναν το δρόμο τους.

 

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook