Παραμονές του δεκαπενταύγουστου και η πόλη έχει ερημώσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Και είναι αυτή η ησυχία τόσο ευεργετική, μα συνάμα τόσο τρομακτική, μπορεί κι επικίνδυνη. Οι λιγοστοί εναπομείναντες κάτοικοι μοιάζουν με ήρωες παγιδευμένους σε τόπο που έχει υποστεί πυρηνική καταστροφή, βγαλμένους θαρρείς από κινηματογραφική ταινία χολυγουντιανών προδιαγραφών. Εγκλωβισμένοι στο σκηνικό της ταινίας, παλεύουν για την επιβίωσή τους. Προσπαθούν εναγωνίως να δραπετεύσουν, αλλά είναι μάταιο. Το σενάριο προβλέπει για εκείνους συγκεκριμένη εξέλιξη στην πλοκή και οι ρόλοι θα περατωθούν σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, η αστική νύχτα έχει πια ξεχυθεί με περίσσια ορμή σε κάθε πιθανή γωνιά. Τα φώτα μοιάζουν να πασχίζουν να προσδώσουν ίχνη ζωής στην άδεια λεωφόρο. Στρίβω στον παράδρομο. Η εικόνα γίνεται ακόμα πιο αποκαρδιωτική. Μερικές γάτες περπατούν ανέμελα και δείχνουν να απολαμβάνουν την απόλυτη κυριαρχία στον χώρο που τώρα διαφεντεύουν αποκλειστικά. Ο στενός χωματόδρομος με τις λακκούβες με οδηγεί στο μικροσκοπικό, εγκαταλελειμμένο παρκάκι, πίσω από την αποθήκη ελαστικών και δίπλα στο παλιό καπνεργοστάσιο. Και μπροστά μου ξετυλίγεται η γνώριμη εικόνα, αυτή που κάθε φορά δίνει στους παλμούς μου μια ώθηση εκστατική. Το διθέσιο κόκκινο αυτοκίνητο βρίσκεται εκεί, στην ίδια θέση που πάντα το τοποθετείς επιμελώς. Κι εσύ κάθεσαι στο πλάι του με ένα αναμμένο τσιγάρο στο χέρι, περιμένοντας. Άλλη μια βραδιά που προσερχόμαστε πιστά στο ακούσιο ραντεβού μας, άλλο ένα βράδυ Σαββάτου…!

Πάει πια παραπάνω από ένας χρόνος από τότε, από εκείνο το πρώτο Σάββατο που με είχες κοιτάξει με αυτό το βλέμμα το εξωπραγματικό, με τον καταπράσινο χείμαρρο που από μόνος του αρκεί για να με ζαλίσει. Κι αν η μοίρα είχε τότε παίξει μαζί μου για να διασκεδάσει, κάνοντάς με να χάσω τον προσανατολισμό μου και να βρεθώ στην ερημική αλάνα, τελικά δεν τα είχε υπολογίσει σωστά. Εκείνη διασκέδασε πρόσκαιρα με τον πανικό μου, ο τελικός νικητής του παιχνιδιού όμως, υπήρξα εγώ. Δεν θυμάμαι πως είχα αντιδράσει εκείνο το βράδυ, το μόνο σίγουρο ήταν ότι έτρεμα από την απόγνωση. Καταμεσής του πουθενά, αναζητώντας μια διέξοδο. Κι εσύ να κάθεσαι εκεί, δίπλα στο κόκκινο αυτοκίνητο και να με “καρφώνεις” με το απόκοσμο πράσινο βλέμμα. Με ένα πρόσωπο ηδονικά ανέκφραστο, μόνο με τα μάτια σου να σκάνε κεραυνούς. Κι ύστερα θυμάμαι ένα νεύμα, μια απλή, αλλά επιτακτική κίνηση του χεριού σου, που δεν άφηνε περιθώρια άρνησης. Σε ακολούθησα αναντίρρητα στο μικρό, ξεχασμένο δασάκι. Έμοιαζε σαν να υπάκουα πλέον ακούσια στις προσταγές σου, αδυνατώντας να με ελέγξω, να τολμήσω έστω να σκεφτώ την παραμικρή αντίσταση. Κι εκεί, μέσα στο κρυμμένο αλσύλλιο, οι κεραυνοί των ματιών σου έγιναν σφοδρή καταιγίδα και τα ορμητικά νερά της με παρέσυραν σε κανάλια μιας πρωτόγνωρης λαγνείας, μιας θάλασσας πάθους σχεδόν αρχέγονου χαρακτήρα.

Επί έναν χρόνο και κάτι, λοιπόν, η ιστορία μας επαναλαμβάνεται σταθερά, συστηματικά και με ευλάβεια. Δεν έχει αλλάξει σχεδόν τίποτα από την πρώτη μας φορά, παρά μόνο η κίνηση του χεριού σου, όταν καταφθάνω. Πλέον δεν το χρησιμοποιείς για να με κατευθύνεις με κάποιο νεύμα, παρά πιάνεις το δικό μου χέρι και με οδηγείς με βήματα σταθερά και αποφασιστικά. Και είναι αυτή ακριβώς η στιγμή που ο ηλεκτρισμός σου με διαπερνά ολοκληρωτικά, σφραγίζοντας κάθε φορά το “διαβατήριο” της άφιξής μου. Δεν έχω ακούσει ποτέ τη φωνή σου, όπως κι εσύ τη δική μου. Μόνο το ηχόχρωμα καθενός μας έχει διαφανεί, μέσα από τους αναστεναγμούς και τις βαθιές αναπνοές μας, στη διάρκεια της εκάστοτε “καταιγίδας” στην οποία αφηνόμαστε. Δεν γνωρίζω το όνομά σου, δεν κατέχω το παραμικρό στοιχείο για σένα, για την ταυτότητα και την οντότητα σου. Ούτε από που έρχεσαι, ούτε τι κάνεις. Δεν χρειάστηκε ποτέ ν’ ανταλλάξουμε κουβέντες, μας αρκεί αυτή η αλλόκοτη μυσταγωγική συνωμοσία στην οποία συμμετέχουμε με συνέπεια. Η μυρωδιά του σώματός σου και η ανατριχίλα των χεριών σου στοιχειοθετούν στο μυαλό μου την ύπαρξή σου. Κι όταν η “καταιγίδα” ολοκληρώνει το πέρασμά της και η νηνεμία επιστρέφει, γινόμαστε ξανά δυο άγνωστοι, που αποχωρούν προς αντίθετες κατευθύνσεις.

Υπήρξαν φορές που στιγμιαία με “συνέλαβα” να θέλω να σε γνωρίσω, να επιζητώ να μάθω πράγματα για σένα. Γρήγορα όμως η επιθυμία αυτή “έσβηνε”. Θα κατέστρεφε άραγε τη μαγεία και τη μοναδικότητα αυτού που έχουμε φτιάξει, μια ενδεχόμενη συζήτηση ανάμεσά μας; Πιθανότατα ναι, δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία η σφοδρότητα της εκάστοτε συνάντησης μας, που διατηρείται υπό αυτές ακριβώς τις συνθήκες. Εμείς οι δύο είμαστε φτιαγμένοι μόνο γι’ αυτό, οτιδήποτε άλλο ανάμεσά μας δεν θα είχε καμία απολύτως τύχη. Άλλωστε, ένας παράγοντας που διατηρεί ακόρεστο το πάθος και την επιθυμία μας, είναι ακριβώς αυτός: το μυστήριο ανάμεσα σε δυο παντελώς άγνωστους ανθρώπους. Κι αν τα κορμιά μας καταφέρνουν κάθε φορά να πυροδοτούν εκρήξεις ηφαιστειακού μεγέθους, οφείλεται ακριβώς σε αυτήν την ιδιότυπη “συμφωνία” που έχουμε αμφότεροι προσυπογράψει. Μια σιωπηρή συνωμοσία με συγκεκριμένους όρους, οριοθετημένη.

Η ησυχία έχει λάβει ξανά τη θέση της στο βασίλειο της νύχτας. Τα κορμιά βιάζονται να καλυφθούν και πάλι από τα υφάσματα και να ανακτήσουν τις άγνωστες ταυτότητες τους. Κρατώντας με ξανά από το χέρι, με οδηγείς μέσα από το πυκνόφυτο δασάκι στην απομονωμένη αλάνα. Ένα τελευταίο βλέμμα, μια σιωπηρή ανανέωση της συμφωνίας μας, για την επόμενη εβδομάδα. Κάπως έτσι, οι μέχρι πριν από λίγο “εμπρηστές” της ερημικής αυτής γωνιάς της πόλης, γίνονται εκ νέου δυο ανώνυμοι, άγνωστοι μεταξύ τους περιπλανώμενοι διαβάτες. Τα αυτοκίνητα απομακρύνονται κάπως βιαστικά στον κακοτράχηλο χωματόδρομο, υψώνοντας σκόνη στο πέρασμά τους. Οι δυο συνωμότες χάνονται στο άπειρο του σκοταδιού. Μέχρι την επόμενη φορά, που η “καταιγίδα” τους θα παραβιάσει ξανά τη βραδινή νηνεμία.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΑΚΟΣ