Δεν ήταν φωτογράφος. Κληρονόμησε το φωτογραφείο του πατέρα της, αλλά με τη φωτογραφία δεν είχε καμία σχέση. Το εργαστήρι όμως το κράτησε. Και σιγά – σιγά άρχισε να μαθαίνει και μάθαινε καλά, γρήγορα. Δεν την αγαπούσε τη φωτογραφία. Για την ακρίβεια δεν αγαπούσε τις δικές της φωτογραφίες. Όμως φωτογράφιζε καλά. Καινούργιο εξοπλισμό δεν αγόρασε ποτέ. «Με ότι υπάρχει. Αν ξεχαρβαλωθούν το κλείνω και τελειώνει η φασαρία.» Έτσι έλεγε, αλλά όσο περνούσε ο καιρός τόσο περισσότερο έμπαινε στο τρυπάκι, ώσπου στο τέλος η φωτογραφική μηχανή έγινε προέκταση του χεριού της, μόνιμο αξεσουάρ στην τσάντα της.

Δυο χρόνια μετά γνώρισε εκείνον. Σε μια παραλία που φωτογράφιζε τη θάλασσα. Εκείνος ακόμα πιο άσχετος. Κάθε φορά όμως που την παρακολουθούσε να φωτογραφίζει έλαμπε το πρόσωπό του από το θαυμασμό. «Χάνεσαι μέσα στο φακό σου.» της έλεγε. Του χαμογελούσε και γύριζε και τον φωτογράφιζε επιτόπου. Στην αρχή για πλάκα. Μετά το έκανε πιο επιτηδευμένα. Ήθελε να είναι σωστές οι φωτογραφίες. Κι όσο φωτογράφιζε τόσο συνέβαινε αυτό που ήταν ο χειρότερος εφιάλτης της. Οι φωτογραφίες απεικόνιζαν κομμάτια της ζωής της. Γίνονταν αναμνήσεις. Και ήταν δικά της έργα. Δενόταν μαζί τους, δενόταν και μαζί του. Του ίσιωνε τα τσουλούφια, τον έστηνε σε θέση με σωστό φως ή καθόταν απέναντί του με τη μηχανή στο τρίποδο και το ντεκλασέρ στο χέρι και περίμενε ίσως και ώρες μέχρι να τον πετύχει και να πιάσει την έκφρασή του. Κι εκείνος ενώ αρχικά αντιδρούσε, μετά συνήθισε και την άφηνε να κάνει ότι ήθελε.
Μέσα στο σκοτεινό θάλαμο ετοίμασε τις λεκάνες και τα χημικά για να αρχίσει να εμφανίζει τα αρνητικά. Ήταν το τελευταίο φιλμ που είχε αφήσει χωρίς να εμφανίσει. Το είχε δει παρατημένο σε μια μεριά και ανέβαλε την εμφάνισή του χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Δεν θυμόταν καν τι μπορεί να είχε μέσα. Α! Νάτος. Περπατάει. Κρατάει κάτι. Τσάντες; Όχι. Δεν είναι τσάντες. Περιμένει λίγο. Δυο παιδιά. Τι όμορφα πιτσιρίκια. Μα πότε την τράβηξε αυτή τη φωτογραφία; Δεν τη θυμόταν. Έπιασε το δεύτερο αρνητικό. Μα τι είναι αυτό; Ζευγάρι; Αγκαλιά; Δεν θυμόταν να έδωσε τη μηχανή της ποτέ σε κάποιον για να τους φωτογραφήσει. Μια στιγμή. Δεν είναι αυτή. Αλλά είναι εκείνος. Και τα πιτσιρίκια έχουν τα ίδια μαλλιά και τα μάτια με εκείνη, εκείνη που κρατάει αγκαλιά στη φωτογραφία. Έπιασε στα χέρια της το επόμενο αρνητικό, ενώ ένας κόμπος ανέβαινε στο λαιμό της για να την πνίξει και το κεφάλι της το ένιωθε να καίει. Πάλι δυο είδωλα. Πάλι εκείνος και εκείνη. Το χέρι της ακουμπάει το πρόσωπό του και εκείνος χαμογελάει. Αυτό το φιλμ δεν ήταν δικό της. Θυμήθηκε! Αυτό το φιλμ της το έστειλαν πριν κανένα μήνα. Άναψε το φως κι έψαξε να βρει τον φάκελο. Τον βρήκε. Επάνω έγραφε μόνο το όνομά της και τη διεύθυνση του φωτογραφείου.

Το αίμα της πάγωσε. Τη μισούσε τη φωτογραφία. Μισούσε τις δικές της φωτογραφίες. Δεν ήθελε να φτιάχνει αναμνήσεις. Ο χρόνος ήταν για να φεύγει και να παίρνει μαζί του ότι βρίσκει στο πέρασμά του. Κοίταξε γύρω στο δωμάτιο. Τα τελευταία τρία χρόνια ήταν κρεμασμένα στους τοίχους, σε σκοινιά, σε κορνίζες, κολλημένα με χαρτοταινία σε ντουλάπια και συρτάρια. Αναμνήσεις. Στιγμές. Χαμόγελα. Άνοιξε το πρώτο συρτάρι δίπλα στον πάγκο και κοίταξε τις ετικέτες. Ναύπλιο- Καλοκαίρι 2015. Βιέννη-Χριστούγεννα 2014. Λαύριο-Τζιά Σεπτέμβριος 2016. Τράβηξε ένα φάκελο χωρίς ετικέτα. Ήξερε τι είχε μέσα. «Δεν έχω φωτογένεια. Δεν ξέρω να χαμογελάω. Τι τραβάς ήθελα να’ξερα.» της έλεγε. Έβγαλε το χαρτί που ήταν τυλιγμένες οι φωτογραφίες και το διάβασε. «Είδες που τελικά ξέρεις να χαμογελάς;». Τριάντα έξι φωτογραφίες ασπρόμαυρες. Εκείνος. Σοβαρός στις πρώτες, κοιτάει αλλού, σαν να αγνοεί την παρουσία της. Σταδιακά εμφανίζεται χαμόγελο στο πρόσωπό του και όλο και σε περισσότερες φωτογραφίες στρέφει το κεφάλι του προς το φακό. Στις τελευταίες χαμογελάει πλατιά, σε κάποιες γελάει. Το βλέμμα του έντονο. Θαρρείς πως η φωτογραφία θα μιλήσει. Τις άπλωσε στο πάτωμα και από πάνω έβαλε τις τρεις εκτυπώσεις που έκανε τελευταίες. Τον πήρε τηλέφωνο και του είπε να περάσει από το εργαστήριο. Έριξε με δύναμη τη μηχανή στο πάτωμα και τη διέλυσε. Πήρε τον σπασμένο φακό και τον έσυρε στις φλέβες της. Δεν ένιωθε πόνο. Τα δάκρυά της έτρεχαν πάνω στην κομμένη σάρκα της μέχρι που άρχισαν να τσούζουν οι χαρακιές. Δεν ήξερε πια γιατί έκλαιγε. Ποιος πόνος ήταν μεγαλύτερος.

Μπήκε στο εργαστήριο και τη φώναξε «Μαρίνα! Άνοιξε την πόρτα στο σκοτεινό θάλαμο και κοίταξε γύρω του. Την είδε στο πάτωμα και έσκυψε για να τη συνεφέρει όταν είδε το αίμα που λέκιαζε τα ρούχα του. «Τι έκανες;» ρώτησε και κοίταξε τις φωτογραφίες. «Όχι, Θεέ μου. Όχιιιιιι!!!». Την άφησε στο πάτωμα και κάλεσε ασθενοφόρο. Ανέπνεε ακόμα. Την ξαναπήρε στην αγκαλιά του. «Μη φεύγεις, ανόητη!!! Μη φεύγεις! Είναι μια παρεξήγηση όλο αυτό!!». Άνοιξε για λίγο τα μάτια της και τον κοίταξε «Να χαμογελάς. Ξέρεις τώρα πως.» του είπε και ξανάκλεισε τα μάτια της.

Το ίδιο απόγευμα έδινε κατάθεση στην Αστυνομία. «Για μια άθλια παρεξήγηση έγιναν όλα. Της έστειλα το φάκελο με τα αρνητικά πριν κανένα μήνα. Είχαν παραπέσει σε μια γωνιά στο γραφείο μου, μετά την επίσκεψή μου στην αδερφή μου στην Ολλανδία. Τα ξέχασε κι εκείνη. Μια άθλια παρεξήγηση.»

Γύρισε στο νοσοκομείο και τη βρήκε να κοιμάται. Έκατσε δίπλα της κι άρχισε να της μιλάει, να της εξηγεί, ελπίζοντας ότι τον ακούει. Όλη νύχτα μίλαγε για να μην τον πάρει ο ύπνος. Κι όταν δεν μίλαγε έκλαιγε. Τα χαράματα πια έγειρε πάνω στο χέρι της κι αποκοιμήθηκε. Τον ξύπνησε ένα χάδι στο μάγουλό του. Πετάχτηκε. «Χαμογέλα μου. Ξέρεις πως.»