Σκωτσέζικο ντους

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Σκωτσέζικο ντους,το: ολιγόλεπτο μπάνιο που χαρακτηρίζεται από την απότομη και ακραία εναλλαγή της θερμοκρασίας του νερού, από το καυτό, σε σημείο ξεπετσιάσματος, στην απόλυτη ψυχρολουσία, τύφλα να ‘χει το ice bucket challenge. Συντελεί στην υπεραιμάτωση των αιμοφόρων αγγείων του δέρματος και έχει ως αποτέλεσμα την επίτευξη του νεανικού σφρίγους της επιδερμίδας και την γενικότερη ευεξία του οργανισμού.

Ενίοτε και μεταφορικώς, συναντάται και σε ανθρώπινες σχέσεις. Για κάποιους δε, παίζει να ναι και η ιστορία της ζωής τους, αλλά αυτό θα το θίξουμε σε επόμενη συνεδρία. Το σκωτσέζικο ντους, που λες, είναι ωραίο πράμα αν σε λένε Μακ’νταμς, ΜακΝαμάρα, άντε και ΜακΝτακ κι έχεις κι ένα θησαυροφυλάκιο τίγκα στο δολλάριο να ρίχνεις βούτους και να κάνεις απλωτές, να σβαίνουν οι καημοί και οι νταλκάδες σου. Επίσης, το γουσταρίζεις στα 20κατι σου γιατί απλά είσαι νέος κι άμαθος, δεν έχεις πέσει ακόμη στο λάκκο με τα κωλοδάχτυλα και, από τη μία στη φάση κάψα είσαι τσίτα τα γκάζια, κι από την άλλη, στη φάση φτύσιμο-ψυχρολουσία, κολλάς σα γραμματόσημο πορωμένου φιλοτελιστή που τσίμπησε το συλλεκτικό με τη βασίλισσα Φρειδερίκη και έχει καβλώσει τα μάλα.

Στα 40έμπα σου όμως, μια ηλικία που σέρνονται εμφράγματα κι εγκεφαλικά, το σκωτσέζικο ντους είναι μια μαλακία και μισή φίλε μου. Αφενός, επειδή το χεις κάνει κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση και, διαπιστωμένα, δεν βοηθά καθόλου στην εδραιωμένη κυτταρίτιδα σου, στις ευρυαγγείες σου και στην ψυχοπάθεια, έμφυτη και επίκτητη, ως, επί σειρά ετών, ΄λουόμενος΄.

Επίσης, δε σου πρέπει και στα 40φευγα σου ρε παλικάρι. Μια ηλικία που χεις φάει το σκατό με το κουτάλι, που γκριζάρουν οι κροτάφοι και η κώμη σου και που τα κακά μαντάτα έχουν αρχίσει επικίνδυνα να πλησιάζουν…ξέρεις τι. Εκεί, στις ηλικίες που κορμί και καρδιά θέλουν στοργή και προδέρμ, θέλεις ένα ωραίο χλιαρό προς ζεστό νεράκι να ξεπλένει από πάνω σου τη βρωμιά κορμιού και ψυχής, που σέρνεις κάθε μέρα. Κι αν ανήκεις και στη συνομοταξία αυτών που έχουν καεί στο χυλό και φυσούν και το γιαούρτι, ένας λόγος παραπάνω να μην μαλακίζεσαι με την μπαταρία.

Η αγάπη θέλει θερμοστάτη, φίλε. Δε μπορεί από τη μια να τσιτσιρίζεται, πρόβα για τα καζάνια της Κολάσεως, κι από την άλλη να πέφτει σε ψύχος πολικό. Θέλει ροή και σταθερότητα, συνοχή και συνέπεια. Ειδικά όταν έχει αργήσει μια αιωνιότητα και μια μέρα. Εκεί πρέπει να γίνεται πικεδένια κουβερτούλα που σε σκεπάζει απαλά, προστατεύοντάς σε από την πρωινή ψύχρα. Ούτε βελέντζα να βγάζεις τη μπέμπελη, ούτε σεντονάκι σατέν να χτυπάν τα δόντια σου στις 5 το πρωί. Και ξέρω, είναι ωραία καμιά φορά να καίγεσαι. Να ανεβάζεις θερμοκρασία στα κόκκινα, να ιδροκοπάς σα γουρούνι, να γίνεσαι παρανάλωμα του ίδιου σου του πόθου. Αλλά…πώς μετά κατρακυλάς κάτω απ’ το μηδέν, σαν τον υδράργυρο στο Νευροκόπι; Πώς η λάβα που τρέχει στις φλέβες σου, πέφτει στη θάλασσα και γίνεται βράχος; Πώς γίνεται τη μια μέρα διαφεντεύω την καρδιά και το μυαλό σου και την άλλη να μην ξέρεις αν ζω ή αν πεθαίνω; Πες μου πως γίνεται αυτό;

Να σου πω εγώ που το χω ζήσει φίλε. Η καρδιά του ερωτευμένου είναι σα σίδερο πυρακτωμένο που όταν το βαφτίσεις στο κρύο το νερό, ξανά και ξανά, γίνεται ατσάλι. Άκαμπτο κι αδιαπέραστο.Και το πετσί σκληραίνει και δε πάλλεται πια σα χορδή στα δάχτυλά σου. Γιατί μαζί με την καρδιά, έχει παγώσει κι εγκέφαλος, φίλε. Αυτός που στέλνει τα σήματα. Άκουσε με, ξέρω τι σου λέω. Εγώ είμαι απ’τα Χάιλαντς και ξέρω από καλό ουίσκι. Αυτό που κατεβάζω όλη μου τη ζωή με τα καντάρια μπας και μπορέσω να την ξαναζεστάνω μετά από σωρεία σκωτσέζικων ντους.

Γι’ αυτό αγάπα με και όχι μόνο τις ώρες που μπορείς. Αγάπα με κι εγώ θα κάνω τη ζωή σου ένα μακρύ, φωτεινό καλοκαίρι. Μη μου σκας μπόρες τροπικές μες τη λιακάδα του μυαλού μου. Αγάπα με κι όταν δε με αγαπάς και τόσο γιατί στα χω κάνει τσουρέκια του Τερκενλή με γέμιση κρέμα-κάστανο. Έτσι αγαπώ εγώ φίλε. Απόλυτα, διεκδικητικά, λιγωτικά. Αγάπα με τώρα, αγάπα με αναδρομικά για τα χρόνια που χάσαμε. Αγάπα με με το ίδιο πάθος που μου κάνεις έρωτα όταν κλείνεις την πόρτα στα χιλιάδες πρέπει και μη που σφυροκοπούν το μυαλό σου. Χωρίς νάζια, τερτίπια και σκατοεγωισμούς. Αφού καίγεσαι και σιγολιώνεις όπως κι εγώ και το ξέρουμε και οι δυο, φίλε. Έλα και βρες με τρέχοντας και βούλωσε το φλύαρο στόμα μου με ένα ατέρμονο φιλί. Μην απομακρύνεσαι, δεν υπάρχουν κουράγια στα 40, πλας ή μάινους, να τρέχεις πια από πίσω.

Και μια τελευταία χάρη. Μη με ξαναπείς ‘φιλενάδα΄. Ούτε καν χάριν αστεϊσμού. Δεν είμαι η φίλη σου, δεν είμαι η γυναίκα σου, δεν είμαι η ξεπέτα σου. Είμαι η κάβλα του μυαλού σου. Είμαι αυτή που πάντα ήθελες και πάντα φοβόσουν. Και τώρα είμαι εδώ, σα πιστό σκυλί και γλύφω τα ψιχουλάκια που μου πετάς απ το τραπέζι που δωρικά έχεις στρώσει. Μη μου κλείνεις την κάνουλα γιατί γυναίκες σαν κι εμένα που τα χουν χάσει όλα, δε φοβούνται πια. Ανοίγουν την πόρτα και φεύγουν, πρώτα το μυαλό, μετά η καρδιά και τελευταίο το σώμα. Και, σκασίλα μας, θα μου πεις και θα χεις και δίκιο. Μα κράτα τα λόγια του ποιητή καθώς θα ξανακλείνεις αυτή την πόρτα…’δεύτερη ζωή δεν έχει’ .

 

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook