Δεήσαμε επιτέλους να πάμε στον γιατρό!! Ναι!! Αποφράδα μέρα!

-Γιατρέ, φοβάμαι ότι είναι βαρήκοος. Δεν ακούει κάποιους ήχους.

-Θα τον δω. Χμμμ. Κράτα του το κεφαλάκι λίγο. Βάζει το ματζαφλάρι στα αυτιά και ανακοινώνει: «Έχει ωτίτιδα!» Το βλέμμα της απορίας «παθαίνουν ωτίτιδα και οι σκύλοι;» ευτυχώς δεν το έπιασε ή κι αν το έπιασε αδιαφόρησε από ευγένεια ή βαρεμάρα.

-Θα του δώσω σταγόνες και θα του βάζεις δύο σε κάθε αυτί πρωί βράδυ. Να, έτσι.

Το «Να, έτσι» σήμαινε ότι ο σκύλος θα κάτσει ακίνητος (κλαίνε τα περιλαίμια, οι οδηγοί γελάνε) και εγώ θα χώσω το σταγονόμετρο μέσα στο αυτί και θα ρίξω δύο σταγόνες χωρίς να έχω ακτίνες Χ στα μάτια για να τις δω να πέφτουν μέσα!!! Δύο σε κάθε αυτί!! Αντιβίωση από το στόμα δεν παίρνουν αυτά; Σολντεσανίλ για ωτίτιδες σκύλων δεν υπάρχει; Διακόσιες σταγόνες στο στόμα του πεινάλα και πάπαλα; ΝΟΤ!!!

Επιστρέφω σπίτι και ξεκινάω. Πέφτω ξάπλα, πέφτει ξάπλα. Τον κοιτάω, με κοιτάει.
– Τι σου έχω εγώ; Σταγονίτσεεεες! Έλα, αγορίνα μου. Έλα. Δεν πονάει. Αρπάζω κεφάλι, καβαλάω από πάνω (ναι, κάτι μου θυμίζει αυτό, κάπως έτσι ακινητοποιούσα τον γιο μου για να πιει Ponstan), πιάνω αυτί, μαγκώνω στόμα. Αυτός μαγκώνει χέρι δηλαδή, αλλά οκ, φάε χέρι να βάλω σταγόνες, δε γαμιέται. Θέλω τρίτο χέριιιιι!!!! Τρίτο χέριιιι!!!! Αυτός τρώει το ένα και με ένα δεν μπορώ να ρίξω τις σταγόνεεεες!!! Μην σας τα πολυλογώ. Βάλαμε από μισή σταγόνα στο κάθε αυτί και κανα δυο παίζει να μπήκαν στο μάτι μου. Με το που τελειώνει η μάχη μαζεύω ότι απέμεινε από το κουφάρι μου, βάζω τον Λίο στο crate και στέλνω μήνυμα στο Μιχάλη (τον εκπαιδευτή μας, ΜΑΣ!! ΝΑΙ!!). «Δάσκαλε, ωτίτιδα! Πως μπαίνουν οι σταγόνεεεες;» «Χαχαχα! Προσεκτικά! Φέρ’ τον εδώ αν δεν μπορείς να τον δω εγώ». Η χαρά μου ξεχειλίζει. Ναι, επιτέλους βοήθεια!! Πάλι ρεζίλι έγινα, αλλά ΟΚ. Επόμενος στόχος στην εκπαίδευση του Λίο να κάθεται να του βάζω σταγόνες στα αυτιά!

Απόγευμα της μεθεπόμενης μέρας (ο Λίο παραμένει μισόκουφος).

Εκπαίδευση. Όλο το σόι! Ναι, μικροί μεγάλοι κατσικωθήκαμε σήμερα στη σχολή να εκπαιδευτούμε. Μέχρι τώρα ήμασταν στο «δίπλα» και στο «Κάτσε». Εχθές λέει η Ειρήνη, «Θα μάθουμε το κάτω». Και το μάθαμε. Όλοι! «Δίπλα! Κάτσε! Κάτω. Μπράααβο, Λίο.» Λιχουδίτσα ο Λίο. Μα πως τα παίρνει αυτό το σκυλί, δεν έχω λόγια. Όμως εγώ, όπως δεν σας είπα, ξέχασα να πάρω μαζί τις σταγόνες, ε; Και πρέπει να γίνει η θεραπεία. Ε, ας πρόσεχα!! Τώρα μόνη μου. Μόνη μου! Λέμε τώρα!

Μετά από δεν ξέρω κι εγώ πόσες ώρες στο σβέρκο του Μιχάλη και της Ειρήνης (θα έρθει η μέρα που θα με πετάξουν κλοτσηδόν έξω. Ακόμα χαμογελάνε υπομονετικά, αλλά πόσο πια;) επιστρέψαμε στο σπίτι. Και βουρ για τις σταγόνες. Πάρτε ποπ κορν και πιάστε καναπέ. Αρχίζει η παράσταση!

– Κουφάλα θα μείνεις, ρεεεεεεεεε!!! Κάτσεεε!!! Κάτω, Λίοοο!!! ωρύομαι εγώ. Χορεύει καζατσόκ αυτός.
– Λίο, κάτσε!!! φωνάζει η Θεοδώρα. Κάτω, Λίο, κάτσε! Να, μαμά έκατσε. Μπράαβο Λίο. Σηκώνεται για να κάνει το ‘Κάτσε” , αφού η μικρή είπε «έκατσε» και μπράβο. Κάτω, Λίοοοο, (καλά το πιάσατε, δυο διαφορετικές εντολές εναλλάξ. Κάτσε, κάτω, κάτσε, κάτω, ασανσέρ το ζωντανό με τη Θεοδώρα).
– Λίο, κάτσε, μπας και σταματήσουν να φωνάζουν οι τρελές!!! παρακαλάει ο Πέτρος. Κάθεται. “Κάτω τώρα! Κάτω ο Λίο. Μπράβο, Λίο. Κάτσε τώρα να σου βάλ.. όχι, ρε Χαζόσκυλο!!! Κάτω εννοώ να σου βάλει σταγόνες η μαμά.

– Γουβ! Τον παίρνετε ομαδικώς!!! Μια χαρά βαριετέ είστε! Με μουρλάνατε, λιχουδιές δεν δίνετε, τον παίρνετεεεεε!!! Βλέμμα σε μένα “είσαι τρελή, είσαι και χαζή, γιατί τώρα θα παίξουμε, αφού εσείς χορεύετε οικογενειακώς και σιγά μην κάτσω κάτω!”

Το πράγμα έχει ξεφύγει. Το μάτι μου γυρίζει και τη βλέπω Ρόμποκοπ. Θα βάλω τάξη και μετά τις σταγόνες. Τέρμα το τσίρκο! Αρπάζω λουρί. Θα σε δέσω και θα στις βάλω ο κόσμος να χαλάσει. Τσιμπάει ο σκύλος, νομίζει βόλτα. Πλησιάζει.

– Θεοδώρα! Σταμάτα! (Σκιάζεται αυτή μόλις είδε το λουρί- πάει το χάσαμε εδώ μέσα- πέφτει ξερή στον καναπέ σε χρόνο dt. Το μόνο υπάκουο κουτάβι τελικά μου φαίνεται.). Πέτρο, σταμάτα να κοπανιέσαι, παιδάκι μου, κι αν ξαναπείς τρελή την αδερφή σου, θα σου πω εγώ ποια είναι η πραγματικά τρελή εδώ μέσα!!! Πίσω τώρα! (Ξερός στον καναπέ σε χρόνο dt επίσης. Όχι, δεν είναι υπάκουο κουτάβι αυτό, αυτό είναι κουτάβι με νεύρα και εφηβεία στο κόκκινο που απλά παραιτήθηκε για να μη θυμηθώ την ιστορία που έμεινε αδιάβαστη και γιατί ξέρει κατά βάθος ποια είναι η τρελή στο τσίρκο μας.) Και γυρίζω το βλέμμα και την κορμοστασιά στον υπαίτιο του μπάχαλου. Με φωνή βροντοειδοτσιριχτηστοτελος του απευθύνομαι:

– ΛΙΟΟ, ΚΑΤΩΩΩ!!! (Οι φωνές του Μιχάλη και της Ειρήνης να δίνουν οδηγίες είναι στα αυτιά μου “Την ίδια εντολή όλοι λέμε!!! Να μην μπερδεύεται ο σκύλος!” Πάει να πει να μην πω “ξάπλα” που ξέρω ότι πιάνει, αλλά να πω “κάτω”…Αρχίζω να βρίζω από μέσα μου, αλλά απ’ έξω μου κυρία! Εκπαίδευση δεν ήθελα, ε, εκπαιδεύομαι!). Λίοοοο κάτω!!! Κάτω, λέω!!!

Το θεριό με κοιτάει με βλέμμα τρολαρίσματος.
-Λέο; Ποιος είναι αυτός ο Λέο; Έφερες κι άλλον εδώ; Γουβ! Γουβ! Τα έχεις πάρει στο κρανίο, εεεεε; Λέοοο, που είσαι; Βγες να παίξουμεεε! Χραπ! Σου πήρα το μπουκαλάκι, νανανανανανανα…

-Είπα κάτω, Λίο!! Μη, άσε το μπουκαλάκι! Λίο, είπα μη!! Είπα κάτσε! Είπα κάτω!!!
Το θεριό χοροπηδάει πάνω από τον καναπέ και πάνω από την κόρη μου που (πως μπορεί δεν ξέρω) κοιμάται τον ύπνο του δικαίου, εκτινάσσεται στην τραπεζαρία και τραβάει μασέλιασμα στο μπουκαλάκι με τις σταγόνες. Κρατς, κρατς!

-Μήηηηη, ρε!! Κάτω είπαααα!!!

– Ώπα είπα λέω! Χαχαχαχα!!! Γκνιαμ γκνιαμ γλιψ γλιψ σλουρπ!!! Ναι, στην υγειά μας! Πάρε τώρα το μπουκαλάκι … Γουβ. Εγώ κουράστηκα. Χρρρρρ, φφφφσσσσσς.

Εντάξει, έπιασε η εκπαίδευση δεν λέω! Τα ‘φτυσα. ΔΙΠΛΑ του. ΕΚΑΤΣΑ. ΚΑΤΩ. Γουφ.

#Κοίτα, Μιχάλη μου, το χάλι μου!

*πριν βιαστείτε να σας πω πως για το χάλι μου μόνο ο Λίο κι ο Μιχάλης δεν φταίξανε. Τι; Το καταλάβατε; Γουβ, ρε.