Σοκολάτα γάλακτος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Ο Αχιλλέας τοποθετεί μηχανικά τα ψώνια πάνω στον πάγκο του ταμείου. Το μυαλό του είναι εντελώς απορροφημένο στην προσπάθειά του να οργανώσει το σημερινό πρόγραμμα μαθημάτων, όσο πιο βολικά γίνεται. Άλλη μια μέρα που θα τελειώσει αργά το βράδυ, όπως οι περισσότερες μέσα στην εβδομάδα. Το μεσημέρι αποτελεί ώρα αιχμής για τα σούπερ μάρκετ, που κατακλύζονται από κόσμο. Όλοι τους βιαστικοί, τρέχουν για να προλάβουν τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς της καθημερινότητας. Χαμένος στις περίπλοκες σκέψεις του, δεν παρατηρεί τίποτα, δεν εστιάζει πουθενά στον χώρο, παρά περιμένει καρτερικά τη σειρά του. Ο ειρμός του διακόπτεται ξαφνικά από τους υψηλούς τόνους της φωνής της υπαλλήλου του ταμείου, που δείχνει να διαπληκτίζεται με τον προπορευόμενο πελάτη. Σηκώνει το βλέμμα του. Μπροστά του, στέκεται ένας άνδρας απροσδιόριστης ηλικίας, που δείχνει ταλαιπωρημένος. Ρακένδυτος, με μακριά, γκρίζα μαλλιά και γενειάδα, κρατώντας στο ένα του χέρι μια σοκολάτα γάλακτος κι έναν χυμό πορτοκάλι, και στο άλλο μερικά κέρματα. “Δεν σου φτάνουν τα λεφτά, σου λέω. Άσε τα πράγματα κάτω και φύγε”, αναφωνεί με έντονο ύφος η ταμίας. “Μπορώ να πάρω έστω τη σοκολάτα; Φτάνουν γι’ αυτή;” απαντά χαμηλόφωνα ο άγνωστος άντρας, με τη χροιά του να προδίδει την άβολη θέση στην οποία βρίσκεται. “Δεν φτάνουν για τίποτα, άστα κάτω και βγες έξω!” ανταπαντά η υπάλληλος, με τον άγνωστο να αφήνει τα πράγματα πάνω στον πάγκο και να ετοιμάζεται να αποχωρήσει, σκύβοντας το κεφάλι του. “Μια στιγμή!” Ο Αχιλλέας παρεμβαίνει ασυναίσθητα, χωρίς καν να μπορεί να ελέγξει πλήρως τη ροή της σκέψης του. “Ο κύριος με συνοδεύει, θα χρεώσετε τα προϊόντα του στον δικό μου λογαριασμό”. Η νεαρή κοπέλα τον κοιτά με προφανή απορία. “Μα, ξέρετε, ο κύριος δεν…” του λέει διστακτικά. “Ο κύριος είναι μαζί μου και τα πράγματά του θα χρεωθούν στο δικό μου καλάθι, τι δεν καταλαβαίνετε;” της απαντά, έχοντας πλέον χάσει την υπομονή του. “Και θα ήταν πολύ χρήσιμο εκ μέρους σας, αν του ζητούσατε συγγνώμη για τον τρόπο που του μιλήσατε. Α! Και στον πληθυντικό παρακαλώ, όπως αρμόζει σε κάθε πελάτη σας!” Η οργή και η αποστροφή ζωγραφίζονται στο πρόσωπό της. “Μάλιστα κύριε, με συγχωρείτε, παρανόησα. Και πάλι συγγνώμη”, αποκρίθηκε απρόθυμα, πασχίζοντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της. “Ορίστε κύριε!” ψελλίζει, καθώς δίνει τη σοκολάτα και τον χυμό στον έκπληκτο παραλήπτη. Αστραπιαία, το βλέμμα του συναντά αυτό του Αχιλλέα. Τα μάτια του εκπέμπουν κάτι παράξενο, μια ευγνωμοσύνη ανακατεμένη με απορία κι έκπληξη. Με μια αυθόρμητη, αφοπλιστική κίνηση, ο ταλαιπωρημένος άγνωστος αγκαλιάζει σφιχτά τον “χορηγό” του κι αποχωρεί με βήματα αργά. Τα κομματιασμένα και βρώμικα ρούχα του, ανεμίζουν με το άνοιγμα της πόρτας του καταστήματος. Σαν να “γιορτάζουν” μια νίκη απρόσμενη, σε μια “μάχη” που μέχρι εκείνη τη στιγμή φάνταζε προκαθορισμένη.

Βάζει βιαστικά τα πράγματα στις πλαστικές σακούλες και πληρώνει την ταμία, ρίχνοντάς της μια τελευταία, αποφασιστική ματιά. Περνά την πόρτα του μαγαζιού και κατευθύνεται προς το πάρκινγκ. “Δεν μπορεί να απομακρύνθηκε τόσο γρήγορα, με το ζόρι έσερνε τα βήματά του”, σκέφτηκε. Κάτι τον έσπρωχνε στο να αναζητήσει τον αινιγματικό αυτόν άγνωστο, κάτι στην αγκαλιά που του είχε δώσει νωρίτερα δεν τον άφηνε ασυγκίνητο. Η παιδικότητα που είχε εκπέμψει με τις κινήσεις του, το “άδειο” του βλέμμα, η σχεδόν απόκοσμη στάση του στον χώρο. Καταλάβαινε πως ήταν ένας από τους εκατοντάδες συνανθρώπους μας που υφίστανται το μαρτύριο της ανέχειας, αλλά υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο σ’ αυτόν, κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει με σαφήνεια. Φτάνοντας στο αυτοκίνητο, διακρίνει τη φιγούρα του κοντά στην έξοδο του χώρου στάθμευσης. “Ένα λεπτό! Περίμενε!” του φώναξε και βιάστηκε να τοποθετήσει τις σακούλες στο πορτ μπαγκάζ. Ο άντρας με τη γενειάδα και τα μακριά μαλλιά στέκεται ακίνητος, με πρόσωπο παντελώς ανέκφραστο. Τον πλησιάζει με γρήγορα βήματα. Όσο φτάνει κοντά του, παρατηρεί τα αλλοιωμένα του χαρακτηριστικά, το ρυτιδιασμένο πρόσωπο και το ταλαιπωρημένο σώμα. “Με λένε Αχιλλέα”, του λέει και του προτείνει το χέρι. “Σ’ ευχαριστώ πολύ παιδί μου, ευχαριστώ για όλα”, απαντά με σβησμένη φωνή, ανταποδίδοντας τη χειραψία. “Μη με ευχαριστείς, δεν υπάρχει λόγος. Πως σε λένε;” ρωτά ο Αχιλλέας. “Είμαι ο Παντελής”, αποκρίνεται κοφτά. Ένας δισταγμός διαγράφεται στο πρόσωπό του. “Χάρηκα πολύ, Παντελή. Συγγνώμη που πήρα την πρωτοβουλία μέσα στο μαγαζί, αλλά δεν μου άρεσε όλο αυτό που γινόταν”. “Σ’ ευχαριστώ παιδί μου, ο Θεός να σ’ έχει καλά”. Ο Αχιλλέας τον παρατηρεί διακριτικά. Δεν πρέπει να είναι πάνω από εξήντα ετών, ωστόσο η ταλαιπωρία που “αγκαλιάζει” την ύπαρξή του, δεν του επιτρέπει να είναι σίγουρος. “Που μένεις, Παντελή;” Εκείνος ξετυλίγει δειλά το χαρτάκι της σοκολάτας και προσφέρει στον “ευεργέτη” του. “Πάρε ένα κομμάτι, είναι η αγαπημένη μου αυτή, τρώω μια κάθε μέρα”. “Σ’ ευχαριστώ καλέ μου, δεν θέλω σοκολάτα αυτήν τη στιγμή. Άλλωστε, αυτή εδώ είναι όλη δική σου, ξεχνάς τι σχέδιο καταστρώσαμε για να την πάρουμε;” Ο Παντελής χαμογελά αυθόρμητα. “Λοιπόν; Θα μου πεις που μένεις;” επέμεινε. “Στην πλατεία της εκκλησίας, εδώ απέναντι”. Η απάντησή του σίγουρα δεν εξέπληξε τον Αχιλλέα, που επιβεβαίωσε απλά το γρήγορο σενάριο και τις εικασίες που είχε ήδη φτιάξει στο μυαλό του. “Άκου, Παντελή! Τώρα βιάζομαι απελπιστικά, πρέπει να φύγω για να προλάβω τις δουλειές μου. Θα έρθω όμως το απόγευμα, να σε βρω. Εντάξει; Να, πάρε κι αυτό, δυστυχώς τούτη την ώρα δεν έχω περισσότερα πάνω μου”, του είπε, ενώ άπλωσε το χέρι του για να του δώσει ένα χαρτονόμισμα των δέκα ευρώ. “Όχι λεφτά παιδί μου, σε παρακαλώ. Όχι λεφτά. Μου αρκεί η σοκολάτα, είμαι πλήρης με αυτήν!” αποκρίθηκε, απωθώντας με το δικό του χέρι αυτό του Αχιλλέα. “Εντάξει ρε Παντελή, καταλαβαίνω. Φεύγω τώρα. Θα έρθω το απόγευμα, ναι;”

Το σούρουπο είχε πέσει για τα καλά και η πλατεία της εκκλησίας ήταν πια σχεδόν άδεια. Μονάχα τέσσερις-πέντε ανθρώπινες ψυχές κοσμούσαν την ερημιά της. Ψυχές που, με τη δική τους ερημιά, της έδιναν ζωή. Εντοπίζει τον Παντελή να κάθεται σε ένα από τα παγκάκια, με το ίδιο ανέκφραστο και “χαμένο” βλέμμα που είχε αντικρίσει και το μεσημέρι. Τον πλησιάζει και κάθεται δίπλα του. Εκείνος δείχνει να χαίρεται με τον νυχτερινό του επισκέπτη. “Ελπίζω να μην άργησα. Τώρα τελείωσα με τις δουλειές, μας αγόρασα και σουβλάκια, για να φάμε. Πεινάω σαν λύκος, εσύ;” Ο “οικοδεσπότης” δεν απάντησε λεκτικά, περιορίστηκε σε ένα χαμόγελο επιβεβαίωσης. “Έβαλε ψύχρα, Παντελή”, παρατήρησε ο Αχιλλέας. “Τι περιμένεις, παιδί μου; Φθινοπώριασε, κοντοζυγώνει ο χειμώνας. Από ‘δω και πέρα ψύχρα θα έχει”. Καθώς έτρωγαν, ο Αχιλλέας παρατήρησε την έμφυτη ευγένεια, αλλά και τη συστολή που διέκριναν τον άνθρωπο που στεκόταν δίπλα του. Ποια να ήταν άραγε η ιστορία του; Πως έφτασε μέχρι εδώ; Γιατί βρέθηκε στη θέση αυτή; Θέλει να μάθει, θέλει να τον βοηθήσει. Είναι όμως κι αυτή η περηφάνια του, που τον κρατά πίσω. Στωικότητα και κενό. Μόνο αυτά μπορεί να διακρίνει μέσα στα μάτια του. Ούτε ίχνος από ικεσία, ούτε την παραμικρή πρόθεση να εκμαιεύσει τον οίκτο. Πως να το χειριστεί; Προσπάθησε να πιάσει κουβέντα μαζί του. “Βρε Παντελή, εδώ βάζει κρύο κι έχει υγρασία, πως θα κοιμηθείς στο παγκάκι;” “Συνηθισμένος είμαι, παιδί μου, δεν βαριέσαι. Ο μόνος είμαι; Δες γύρω σου. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε…” Προσπαθούσε να ανοίξει τη συζήτηση, να μάθει πράγματα γι’ αυτόν, αλλά ήταν εξαιρετικά λιγομίλητος. Σαν να μην ήθελε να “εκτεθεί”, σαν να τα κρατούσε όλα για εκείνον και μόνο. “Δεν θα φας το δεύτερο σουβλάκι σου;” “Μπα, χόρτασα. Θα το κρατήσω για το πρωί. Να ‘σαι καλά, παιδί μου”. “Κοίτα τι άλλο σου έχω φέρει!” Ο Αχιλλέας έβγαλε από την τσέπη της ζακέτας του μια σοκολάτα γάλακτος, ίδια με αυτήν που του είχε χαρίσει το μεσημέρι. “Κι άλλη σοκολάτα; Πάει πολύ, παιδί μου. Σ’ ευχαριστώ, θα την κρατήσω κι αυτήν για αύριο”. “Παντελή, θέλω να σου πω πως, αν χρειάζεσαι κάτι, αν μπορώ κάπως να βοηθήσω…” “Όχι, παιδί μου, ήδη έχεις κάνει πάρα πολλά. Η Παναγιά να σε φυλάει. Δεν χρειάζομαι τίποτα, είμαι πολύ καλά”. Ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι δεν επρόκειτο να μιλήσει, να “ανοιχτεί”. Ίσως χρειαζόταν τον χρόνο του. “Καλά, να πηγαίνω κι εγώ, τότε. Θα έρθω πάλι, αύριο. Εντάξει;” “Να πας στο καλό, παιδί μου, οι ευχές μου μαζί σου. Σ’ ευχαριστώ και πάλι”. Ο Αχιλλέας απομακρύνθηκε, βηματίζοντας αργά. Έχοντας φτάσει στην άλλη άκρη της πλατείας, κοντοστάθηκε και κοίταξε πίσω του. Ο Παντελής κατευθύνθηκε προς μια άλλη “έρημη ψυχή”, στο παραδίπλα παγκάκι από το δικό του. Ξύπνησε τον “συγκάτοικο” και του έδωσε το σουβλάκι που δεν είχε θελήσει να φάει ο ίδιος.

Μερικά σούρουπα, μερικά… σουβλάκια και μερικές σοκολάτες αργότερα, ο Παντελής άρχισε επιτέλους να “ξετυλίγεται”. Ο Αχιλλέας είχε καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη και τη συμπάθειά του. Σταδιακά, άρχισε να αποκαλύπτεται, να εξομολογείται ένα-ένα τα “στιγμιότυπα” της ζωής του. Δυο χρόνια τώρα μένει στον δρόμο. Συνήθως κοιμάται στην πλατεία, τυλιγμένος με μια ξεφτισμένη κουβέρτα, ή κάτω από μια χάρτινη κούτα, τις νύχτες που ο καιρός είναι πιο σκληρός. Πότε-πότε βρίσκει καταφύγιο και στο ερειπωμένο σπίτι απέναντι από το παλιό δημαρχείο, αλλά εκεί δεν είναι ασφαλής. “Έρχονται αυτά τα κακόμοιρα παιδιά που ποτίζουν το κορμί τους με δηλητήριο εκεί, και μας διώχνουν, μας κυνηγούν”. Όταν έχει χιονιά και αφόρητο κρύο, μένει ορισμένες φορές στον ξενώνα αστέγων του Δήμου. “Αλλά κι εκεί νομίζεις ότι χωράμε όλοι, παιδί μου; Έρχονται οικογένειες με μωρά, ταλαιπωρημένα νήπια, γονείς σε απόγνωση. Εγώ θα μπω μπροστά; Τα μωρά έχουν περισσότερη ανάγκη”. Ενίοτε επισκέπτεται και το συσσίτιο που διοργανώνει η Εκκλησία με διάφορους συλλόγους, για να φάει. “Τρώω ένα πιάτο φαγητό, ζεσταίνομαι λιγάκι, λέω και καμιά κουβέντα με τους άλλους. Μερικές φορές κάνω και δουλειές εκεί, βοηθάω στο μάζεμα, στο σερβίρισμα, όλα τα κάνω”. Είναι έκδηλη η ανάγκη του να νιώσει χρήσιμος, ενεργός. Το αποζητά με κάθε ευκαιρία. “Κι άμα τύχει και κανένα μεροκάματο, κανένα θέλημα, δεν το αφήνω. Ό,τι κι όσο μπορώ, όσο μου επιτρέπουν αυτά τα έρμα τα ποδάρια μου, που έχουν αρχίσει κι αυτά να με προδίδουν”.

Μουντό και συννεφιασμένο το αποψινό σούρουπο, με τις αραιές ψιχάλες να ραντίζουν απαλά την πλατεία, που κάθε μέρα δείχνει ολοένα και πιο πολύ να “ντύνεται” τα φθινοπωρινά της. Στο γνωστό παγκάκι, η συνηθισμένη πια παρέα απολαμβάνει το βραδινό της φαγητό. Ο Παντελής “ξεκλειδώνει” κάθε μέρα κι από μια πτυχή του, αφήνει το στίγμα του στο νοερό “σημειωματάριο” του Αχιλλέα. Όλα όσα είχε αναρωτηθεί και δεν τολμούσε να τα ξεστομίσει, του τα καταθέτει ο ίδιος, σε συνέχειες. Σαν να γράφει με τη σειρά τα κεφάλαια του βιβλίου του. “Επτά χρόνια πριν. Τότε ξεκίνησαν όλα. Η ριμάδα η οικονομική κρίση χτυπά την πόρτα αυτού του δύσμοιρου τόπου, λες και δεν του έφταναν όλα τα προηγούμενα δεινά”. Εργαζόταν σαν εργολάβος οικοδομών κι απολάμβανε μια αρκούντως άνετη ζωή, με τη σύζυγο και την -τότε- δεκαπεντάχρονη κόρη τους. Υπέπεσε κι εκείνος σε όλα τα σφάλματα της εποχής. Παρασύρθηκε από τις “Σειρήνες” της πλασματικής υλικής ευτυχίας. Έκανε ανοίγματα μεγάλα, όπως πολλοί άλλοι. “Ελεύθερος επαγγελματίας ήμουν, θέλησα κι εγώ να εξασφαλίσω πέντε πράγματα για το παιδί μου, να ζήσουμε κάπως πιο καλά. Μη φανταστείς τίποτε υπερβολές, λίγο παραπάνω από αυτό που μας έπαιρνε. Αλλά κι αυτό το λίγο ακόμα, ήταν ζημιά. Δεν καταλάβαινα πόσο ψεύτικο ήταν όλο. Δεν μπορούσα να φανταστώ τι θα ερχόταν”. Οι σταγόνες της βροχής αρχίζουν σταδιακά να δυναμώνουν. “Έγιναν όλα τόσο γρήγορα, δεν πρόλαβα να καταλάβω τίποτα. Η δουλειά άρχισε σιγά-σιγά να παίρνει την κατηφόρα, οι οφειλές μαζεύονταν. Άρχισα να πιέζομαι, αλλά είχα πίστη, δεν το έβαζα κάτω. Το πάλευα όσο μπορούσα. Ώσπου, ένα ωραίο πρωί, τα ψέματα τελείωσαν. Οι τράπεζες με έτρεξαν στα δικαστήρια. Βγήκα ένοχος για τα χρωστούμενα. Σε μια νύχτα μου τα κατάσχεσαν όλα. Το σπίτι, τα αυτοκίνητα, το γραφείο. Μέσα σε ένα βράδυ! Ξέρεις πως είναι να βρίσκεσαι κυριολεκτικά στον δρόμο, από τη μια ώρα στην άλλη;” Οι ψιχάλες αρχίζουν πια να γίνονται πυκνές και πιο δυνατές. Ο ήχος της αστραπής “σκίζει” την ησυχία της πλατείας. Η καταιγίδα στέκεται από πάνω τους αμείλικτη. Η μπόρα ξεσπά, τους μουσκεύει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Ο Παντελής δείχνει να μην αντιλαμβάνεται την έντασή της. Ίσως και να την έχει συνηθίσει. Έπειτα από μια μικρή παύση, συνεχίζει την κατάθεσή του. “Μα δεν με νοιάζει καθόλου ούτε το σπίτι, ούτε το αυτοκίνητο, ούτε τα λεφτά, παιδί μου. Αυτό που με καίει και με σκοτώνει είναι το κορίτσι μου, το σπλάχνο μου. Μου το πήρε η μάνα του, έφυγαν μακριά, στα μέρη της. Από τότε έχω να το δω, το βλαστάρι μου”. Ο Αχιλλέας συνειδητοποιεί ότι έχουν βραχεί από πάνω μέχρι κάτω, ενώ η ένταση της βροχής δυναμώνει κι άλλο. “Σήκω, Παντελή, πάμε να φύγουμε από εδώ, θα αρρωστήσουμε, είμαστε ήδη μούσκεμα”. “Δεν πάω πουθενά εγώ, εδώ είναι το σπιτικό μου. Να, κοίτα!” Η βρεγμένη, ετοιμόρροπη κούτα κείτεται θλιβερά πίσω από το παγκάκι. “Σε παρακαλώ βρε Παντελή, κάνε το για μένα, σαν προσωπική χάρη. Ακολούθησε με!”

Το χάραμα βρίσκει την πόλη να προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της από τον υδάτινο “εισβολέα” της προηγούμενης νύχτας, που σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Ο Αχιλλέας παρκάρει βιαστικά έξω από το συνοικιακό μοτέλ και ανεβαίνει γρήγορα στο δωμάτιο του πρώτου ορόφου. Χτυπά επαναλαμβανόμενα την πόρτα. Ο Παντελής ανοίγει σχεδόν αμέσως. “Λοιπόν, βιάζομαι τραγικά, έχω ήδη αργήσει στη δουλειά”. Αφήνει επάνω στο κρεβάτι μια σακούλα με άγνωστο περιεχόμενο. “Εδώ μέσα θα βρεις ό,τι χρειάζεσαι. Ξεκουράσου, φάε, πλύσου, κουρέψου, ξυρίσου και στις τέσσερις ακριβώς να είσαι έτοιμος, θα περάσω να σε πάρω”. “Μα, παιδί μου, τι…” “Σε παρακαλώ, Παντελή! Κάνε αυτά που σου λέω, δεν έχω καθόλου χρόνο. Άντε, τα λέμε στις τέσσερις. Καλή σου μέρα”. Γεμάτος απορίες, ακολουθεί τις οδηγίες και στην προκαθορισμένη ώρα είναι καθ’ όλα έτοιμος και τον περιμένει. Ο Αχιλλέας μπαίνει στο δωμάτιο και σοκάρεται από την εικόνα που αντικρίζει. Μπροστά του στέκεται ένας άνθρωπος άλλος, μια φυσιογνωμία εντελώς διαφορετική, λες και μεταμορφώθηκε με μαγικό ραβδί. “Λοιπόν, ανανεωμένε μου Παντελή, πάρε αυτά τα ρούχα και φόρεσε τα αμέσως, σε δυο λεπτά πρέπει να φύγουμε”. Βγάζει από μια χάρτινη σακούλα ένα καινούργιο σετ, ένα τζιν παντελόνι κι ένα καφέ μακρυμάνικο μπλουζάκι, καθώς κι ένα ολοκαίνουργιο ζευγάρι παπούτσια. Σε λίγη ώρα βρίσκονται μέσα στο αυτοκίνητο, με άγνωστο προορισμό. “Που πάμε, παιδί μου;” αναρωτιέται προβληματισμένα. “Θα δεις! Εσύ κράτα μόνο ένα στο μυαλό σου: σε ό,τι κι αν ακούσεις εκεί που θα πάμε, θέλω να προσποιηθείς τον άνετο και τον χαλαρό. Εντάξει;” Λίγη ώρα αργότερα, το αυτοκίνητο σταθμεύει έξω από ένα πελώριο κτίριο, βαμμένο σε αποχρώσεις ζωηρές. Η επιγραφή λέει “Ιδιωτικά Εκπαιδευτήρια Πολίτη”. “Τι κάνουμε εδώ, παιδί μου;” αναφωνεί ο σαστισμένος Παντελής. “Σςςςς! Είπα, κάνε ησυχία και ακολούθησε με. Κι όπως είπαμε, ό,τι κι αν ειπωθεί, εσύ θα παριστάνεις τον σχετικό, εντάξει;” Ανεβαίνουν την εσωτερική σκάλα και κοντοστέκονται έξω από την πόρτα που αναγράφει “ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΡΟΕΔΡΟΥ”. Τους υποδέχεται ένας καλοβαλμένος κύριος, ίδιας περίπου ηλικίας με τον Παντελή. “Κύριε Πολίτη, πόσο καιρό έχουμε να τα πούμε! Πόσο χαίρομαι που είμαι εδώ, μου λείπει αφάνταστα το σχολείο σας! Η πρώτη μου δουλειά σαν καθηγητής, πόσες αναμνήσεις!” Ακολουθούν διάφορες εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις ανάμεσα στον Αχιλλέα και τον άγνωστο άντρα, που από τα συμφραζόμενα προκύπτει ότι είναι ο ιδιοκτήτης των εκπαιδευτηρίων. “Λοιπόν, κύριε Σωτήρη, ο κύριος Παντελής είναι ο άνθρωπος που ψάχνετε. Συνάντησα τυχαία τη Νατάσα τις προάλλες και μιλούσαμε γενικά για το σχολείο, όταν έτυχε να μου αναφέρει ότι αναζητάτε κάποιον για τη θέση του επιστάτη. Συνταξιοδοτήθηκε ο κύριος Μάνος, ε; Πολύ θα λείψει σε όλους, ήταν η δεσπόζουσα μορφή του χώρου. Εν πάση περιπτώσει, ο Παντελής έμενε για πολλά χρόνια στην Κύπρο, απ’ όπου κι επέστρεψε πρόσφατα, μετά το διαζύγιό του”.

Η ιστορία που είχε σκαρφιστεί την ημέρα εκείνη ο Αχιλλέας, εμπεριείχε ένα και μόνο αληθές στοιχείο. Πράγματι, ο Παντελής είχε βρεθεί για ένα διάστημα στην Κύπρο. Όχι όμως υπό τις συνθήκες που περιγράφηκαν στο “σενάριο”, αλλά για να αναζητήσει την κόρη του, που είχε να τη δει για πάρα πολλά χρόνια. Δυστυχώς, το ταξίδι αυτό δεν είχε αποδώσει καρπούς. Η εν διαστάσει σύζυγός του, δεν τον δέχτηκε καν και του απαγόρευσε να πλησιάσει το παιδί, απευθυνόμενη ακόμα και στην αστυνομία. Και κάπως έτσι, ο Παντελής είχε γυρίσει στην Ελλάδα καταρρακωμένος, παραιτημένος από κάθε ελπίδα για ζωή. Είχε παλέψει πολύ για να σταθεί στα πόδια του μετά την καταστροφή, προκειμένου να ενώσει ξανά την οικογένειά του και να ξαναστήσει το σπιτικό του. Είχε κάνει όλων των ειδών τα μεροκάματα, προσπαθώντας να ορθοποδήσει. “Δεν σε παίρνει εύκολα ο άλλος στη δουλειά, όταν είσαι πενήντα οκτώ ετών, παιδί μου. Θα προτιμήσει τον πιο νέο, τον πιο γερό και δυνατό”, έλεγε με στωικότητα. Να, όμως, που τώρα τα πράγματα δείχνουν να αλλάζουν. Ο Πολίτης εμπιστεύτηκε αναμφίβολα τη σύσταση του Αχιλλέα και προσέλαβε τον Παντελή σαν επιστάτη του ιδιωτικού σχολείου. Τώρα πια έχει μια όμορφη και χαλαρή δουλειά, έναν συμπαθητικό μισθό, καθώς και μια μόνιμη στέγη, στο μικροσκοπικό, αλλά φινετσάτο σπιτάκι, στο πλάι του προαύλιου χώρου. Μόνο τα γκρίζα χρώματα της απουσίας και του ελλείμματος έχουν μείνει να βάφουν τον καμβά του προσώπου του, ανεξίτηλα…

Ο Δεκέμβριος έχει μπει για τα καλά και η πόλη φορά εδώ και καιρό τα γιορτινά της. Το τσουχτερό κρύο αναγκάζει τους κατοίκους να αποφεύγουν τις άσκοπες μετακινήσεις. Το ραντεβού έχει δοθεί σε ένα ήσυχο καφέ, στον πεζόδρομο πάνω από την αρχαία Αγορά. Ο Παντελής κάθεται φανερά αμήχανος και προβληματισμένος, κοιτώντας ξανά και ξανά το ρολόι του. “Στις έξι δεν είπατε, παιδί μου; Έχει πάει ήδη έξι και τέταρτο…” “Βρε, μην αγχώνεσαι, μπορεί να συνάντησε κίνηση στον δρόμο. Όπου να ΄ναι θα έρθει, μην ανησυχείς. Κι όπως συμφωνήσαμε, ε; Μετά τον χαιρετισμό, εγώ θα φύγω και θα σας αφήσω μόνους σας, να μιλήσετε”. Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει. Η κόρη του, περνά την είσοδο του καφέ. Ο πατέρας της την αναγνωρίζει από απόσταση. Δεν ξέχασε ποτέ αυτά τα μάτια. Το σχέδιο ακολουθείται κατά γράμμα. Ο Αχιλλέας αποχωρεί λίγα λεπτά μετά την άφιξη της νεαρής κοπέλας. Δεν έχει προλάβει να απομακρυνθεί πολύ από το καφέ, όταν ακούει τη φωνή του Παντελή να τον καλεί εναγωνίως. “Περίμενε, σε παρακαλώ, στάσου!” Τον πλησιάζει, δείχνοντας ταραγμένος. “Ξέχασα να σου δώσω ένα μικρό δώρο, που σου έχω πάρει”. “Βρε Παντελή, τι είναι αυτά τώρα; Δεν τα έχουμε πει αυτά τα πράγματα; Δεν χρειάζονται δώρα, μόνο χαμόγελα θέλω από σένα. Πήγαινε τώρα στο παιδί, έχεις να το δεις επτά χρόνια κι ασχολείσαι μαζί μου;” “Σε παρακαλώ, δέξου με ταπεινότητα αυτό το ελάχιστο δείγμα ευγνωμοσύνης, παιδί μου. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, αλλά έρχεται από μένα με αγάπη απεριόριστη. Και σημαίνει τα πάντα, σου το λέω αλήθεια”. Από την τσέπη του βγάζει μια σοκολάτα γάλακτος, ίδια μ’ εκείνη που είχε σταθεί αφορμή για να συναντηθούν αυτές οι δυο ψυχές, που θαρρείς είχαν προοριστεί για μια συγκεκριμένη αποστολή. Αντάλλαξαν μια ζεστή, αληθινή αγκαλιά, όπως αυτή της πρώτης μέρας, μέσα στο σούπερ μάρκετ. Ο καμβάς δείχνει τώρα να έχει αλλάξει αποχρώσεις! Τα χρώματα έγιναν ζωηρά και το πινέλο δουλεύει με ζωντάνια… Ο Αχιλλέας κόβει ένα κομμάτι από τη γλυκιά λιχουδιά και συνεχίζει να περπατά, χαμογελώντας.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *