Έμοιαζε σαν προληπτικό αστείο. Από αυτά που κάνουν τα παιδιά για να ξορκίσουν το κακό. Αυτό που δεν μπορούν να εξηγήσουν με το μικρό μυαλό τους και φτιάχνουν ιστορίες ή ανέκδοτα. 13 παιδιά ήμασταν. Το μικρότερο ήταν 2 και η μεγαλύτερη αδελφή μας ήταν 28. (28-2)/2 = 13, πάλι παίζω με τους αριθμούς.

Κοίτα… σαν να μας παίζει παιχνίδια η ευτυχία, σαν να θέλει να μας πείσει πως τα πάντα κρύβουν και μια άλλη πλευρά, μυστική, κρυφή, άσχημη, που πρέπει με το «έτσι θέλω» να γνωρίσουμε.

Τακ…Ένα, τακ…. δύο, τακ… τρία …….. τακ…. δώδεκα, τακ…. δεκατρία. Δεκατρία σκαλιά με χωρίζουν από αυτή τη πόρτα. Πάλι παίζω με τους αριθμούς.

Τουλάχιστον εγώ πρόλαβα να μάθω να μετράω, έστω μέχρι το δεκατρία. Χρόνο με τον χρόνο, κάθε φορά που ένα καινούργιο αδελφάκι μου ερχόταν σε αυτό το καταραμένο δωμάτιο, εγώ έκανα πράξεις. Απασχολούσα το μυαλό μου παίζοντας με τους αριθμούς.

Δεκατρία αδέλφια και εγώ είμαι στην μέση. Μας «έκοβα» στην μέση, 17 χρονών βλέπεις, έτσι μου είπε κάποια στιγμή με επιτακτικό ύφος και κοφτές λέξεις ο πατέρας μου, την ώρα που κλείδωνε το μικρό ασημένιο λουκετάκι στις αλυσίδες των χεριών μου. Πριν από εμένα έξι μικρότερα, μετά από εμένα έξι μεγαλύτερα.

Έξι + έξι = δώδεκα και εγώ στην μέση, (πάλι παίζω με τους αριθμούς).

Μοιάζω με το στήριγμα μιας ζυγαριάς ανθρώπινων ψυχών, που η ζωή με έβαλε στην μέση για να τις ισορροπώ. Δύσκολο γαμώτο, τις περισσότερες φορές οι αριθμοί δεν βοηθούν. Πως μπορούν άλλωστε μερικά σχήματα που τα ονομάσαμε αριθμούς να καλύψουν την δυσωδία αυτού του δωματίου, την πείνα, τα σκουριασμένα κρεβάτια, το κλάμα των μωρών όταν τα χτυπούν επειδή τα μικρά και αδύνατα ποδαράκια τους λυγίζουν. Πόσο να αντέξουν όμως και αυτά. Το ηλεκτρονικό ρολόι στο γυαλιστερό κομοδίνο του σαλονιού έδειχνε 01:13 όταν ξεκινήσαμε να κάνουμε κύκλους γύρω από το στρογγυλό τραπέζι με τις όμορφες καρέκλες και το τραπεζομάντηλο που λαμπυρίζει. Τώρα δείχνει 04:12 και εμείς συνεχίζουμε να κάνουμε κύκλους γύρω – γύρω.

Και εγώ στην μέση, όπως πάντα, ο «αριθμός» που ισορροπεί, που διαιρεί διά δύο. Ελέγχω τα βήματά μου με τα δευτερόλεπτα του ρολογιού, ένα σε κάθε αναβόσβησμα και σε λίγο θα δείξει 04:13 (πάλι παίζω με τους αριθμούς, με βοηθάει να ξεχνάω).

Μια μικρή αλλαγή στο ρυθμό του βήματος του αδελφού μου μπροστά από εμένα, πλησιάζω στη πλάτη του, συνειδητοποιώ ξανά πως αυτό το κουρέλι που φοράμε κοντεύει να σαπίσει.

Λάδια, σκόνες, λεκέδες σε όλο του το μήκος και κάτω από αυτό τα βρώμικα κορμιά μας. Ευτυχώς μας αφήνουν να πλένουμε τα χέρια μας και έστω για λίγο αυτή η μυρωδιά απομακρύνεται.

Έχω βρει ένα κόλπο, κάθε φορά, κλείνω το πρόσωπό μου στις παλάμες μου και παίρνω μια βαθιά ανάσα, να ποτίσω τα πνευμόνια μου με όση περισσότερη μυρωδιά μπορώ από το πράσινο σαπούνι στον τσίγκινο νεροχύτη, κάτω από τον ραγισμένο, βρώμικο καθρέφτη.

Βρώμικος, σαν την ψυχή του πατέρα μου και της μάνας μου, ραγισμένος σαν την ψυχή την δική μου και των αδελφιών μου. Τι ωραία που θα ήταν αν ήταν δεκατρία κομμάτια (ναι, παίζω με τους αριθμούς).

Αυτή η μικρή αργοπορία του αδελφού μου, μου δίνει την ευκαιρία να γυρίσω τα μάτια μου δεξιά, όχι το κεφάλι μου, δεν θέλω άλλο χαστούκι, τα μάτια μου μόνο. Κοιτάω για λίγο πίσω από την χρωματιστή κουρτίνα, έξω από τα κατάλευκα αλουμίνια της μεγάλης τζαμαρίας. Ένας κύριος κοιτάει επίμονα, μπορώ να καταλάβω από την έκφρασή του ότι απορεί για το θέαμα που αντικρίζει. Μερικές φορές βάζω στοίχημα με τον εαυτό μου και μετράω ανάποδα δεκατρία λεπτά, δώδεκα λεπτά, έντεκα λεπτά, «μέχρι να φτάσω στο μηδέν θα έρθει να χτυπήσει το κουδούνι, να ρωτήσει», δεν μπορεί, αφού βλέπει, τα βρώμικα πανωφόρια μας, τα βρώμικα μαλλιά μας, τα αδύνατα πρόσωπά μας. Δυστυχώς δεν φαίνονται οι αλυσίδες, δεκατρείς αλυσίδες, εικοσιέξι χέρια, δεκατρία λουκέτα και αυτός ο ανατριχιαστικός ήχος σε κάθε βήμα. Δεν μπορεί, θα ρωτήσει, δεν μπορεί, θα μιλήσει ο κύριος, θα χτυπήσει το κουδούνι.

Μάταια, κάθε φορά η ίδια κατάληξη, έρχεται η ώρα να μετρήσω πάλι, τα σκαλιά προς το υπόγειο και κανένας δεν έχει φτάσει στη πόρτα μας.

Ας μπορούσα να βγω έξω για λίγο, να φώναζα με όση δύναμη μπορώ, θα ξέσκιζα τις φωνητικές μου χορδές, θα έκαιγα τα πνευμόνια μου από την ορμή, θα ταπείνωνα την ύπαρξη κάθε ανθρώπινης μορφής που κοίταξε και δεν μίλησε. «Δεκατρία παιδιά είμαστε, σας παρακαλώ, σώστε μας», αλλά δεν μπορώ, παντού κλειδωμένες πόρτες, παράθυρα, φόβος και τρομοκρατία.

Βλέπεις ο πατέρας μας είναι πάντα εκεί, δίπλα και τις περισσότερες φορές κρατάει ένα χοντρό σάντουιτς με σαλάμια και τυριά και σάλτσες και δαγκώνει λαίμαργα, μασώντας όμως αργά, σαδιστικά. Μόνο λίγες φορές βιάζεται να καταπιεί μπερδεύοντας αν θέλει πιο πολύ να βρίσει ή να φάει και καταλήγει να φωνάζει με την χοντρή φωνή του, μπουκωμένος σαν λαίμαργο βουβάλι. «Μην σταματάτε! Περπατάτε! Ζώα!» και εμείς να μην ακούμε πια. Μόνο να κλείνουμε τα μάτια από τον πόνο, στα πόδια, στα χέρια και στην ψυχή. Να ελπίζουμε πως κάποιος θα χτυπήσει το κουδούνι μια ημέρα.

Πως θα έρθει η στιγμή που θα πλύνουμε τα χέρια μας λίγο πιο πάνω από τους καρπούς μας χωρίς να νιώσουμε την ζωστήρα να σκίζει το ταλαιπωρημένο και βρώμικο κορμί μας.

Θα έρθει η στιγμή. Το υπόσχομαι!

Δεκαεπτά μήνες το σχεδιάζω, το σκέφτομαι, το πολεμάω μέσα μου, δεκαεπτά μήνες ενάντια στον φόβο μου, δεκαεπτά μήνες δίπλα στα δεκαεπτά μου χρόνια. Δεκαεπτά χρόνια και θα έρθει η ημέρα που θα γίνω μεγαλύτερος από κάθε κύριο και κυρία που κοίταξε μέσα από την μεγάλη τζαμαρία του σαλονιού και δείλιασε να χτυπήσει το κουδούνι μας, δείλιασε να μιλήσει, αδιαφόρησε.

Δεκαεπτά χρόνια κοιτάω εκείνο το μεγάλο κινητό τηλέφωνο του πατέρα, που κάθε χρόνο αλλάζει και γίνεται άλλο, πιο όμορφο, πιο μεγάλο, πιο μικρό, αλλάζει, και φαντάζομαι την στιγμή που θα το κρατάω στα χέρια μου και θα πληκτρολογώ τρεις αριθμούς.

Δεκαεπτά μήνες μετράω αντίστροφα, δεκαεπτά ώρες, δεκαέξι, δεκαεπτά λεπτά, δεκαέξι, δεκατρία δευτερόλεπτα, δώδεκα, σσσσς ησυχία. Ένα, μηδέν, μηδέν. «Ναι, ακούτε; σας παρακαλώ, δεκατρία παιδιά είμαστε, σώστε μας!»

 

*Εμπνευσμένο από πραγματική ιστορία http://www.cnn.gr/news/kosmos/story/113662/hpa-h-istoria-toy-zeygarioy-poy-kratoyse-aixmalota-ta-13-paidia-toy