Σπασμένη κιθάρα (by Αντωνία Κατσαρού, Ράνια Γεννατά)

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

 

Είναι τρεις μετά τα μεσάνυχτα.

Έξω ο αέρας λυσσομανάει ενώ το σκοτάδι μέσα στο δωμάτιο είναι αποπνικτικό. Εκείνη στριφογυρίζει στο άβολο κρεβάτι της καθώς σκέψεις τη βασανίζουν. Ο εκνευρισμός και η ένταση δεν την αφήνουν να κοιμηθεί ενώ ένας γνώριμος ήχος την ταράζει.

– Όχι πάλι!

Κουκουλώνεται γρήγορα κάτω από τα σκεπάσματα μαζεύοντας το σώμα της σε εμβρυακή στάση. Κλείνει τα αυτιά της για να μην ακούει τον τρομακτικό ήχο αλλά δεν τα καταφέρνει. Ο ήχος της σπασμένης της κιθάρας την ακολουθεί παντού. Δάκρυα απελπισίας τρέχουν ζεστά στα μάγουλά της. Ας σταματήσει κάποιος αυτό το άσχημο τραγούδι!

Σχεδόν όλα τα βράδια της ήταν υπό τον ήχο της σπασμένης της κιθάρας. Οι γονείς της της την αγόρασαν κάποτε. Για αυτήν την κιθάρα είχαν γυρίσει πίσω στο κέντρο, ήταν το δώρο γενεθλίων της. Εκείνη το ζήτησε, εκείνη ευθύνεται για το κακό που τους βρήκε. Αυτό πίστευε κι έτσι τιμωρούσε τον εαυτό της κάθε νύχτα που περνούσε. Το μόνο πράγμα που πήρε πίσω από εκείνους, ήταν την σπασμένη της κιθάρα. Αυτό την στοιχειώνει ακόμα και τρία χρόνια μετά.

Σηκώνει το σεντόνι δειλά και βγάζει γρήγορα το χέρι της. Ψηλαφίζει το κομοδίνο να βρει το διακόπτη και λίγο πριν η καρδιά της σταματήσει από τον τρόμο, φως. Ανασηκώνεται και ανασαίνει γρήγορα. Τώρα μπορεί επιτέλους να ηρεμήσει, ασφαλής μέσα στην ανασφάλειά της. Σκουπίζει τα δάκρυά της και σηκώνεται να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της.

Καθώς βαδίζει στον διάδρομο νιώθει ένα κρύο αεράκι να τη χαϊδεύει. Ανατριχιάζει ολόκληρη αλλά συνεχίζει δειλά. «Πάλι ξέχασα το παράθυρο ανοιχτό», σκέφτεται. Μπαίνει στο μπάνιο, σκύβει και ρίχνει δροσερό νερό στο πρησμένο από δάκρυα πρόσωπό της. Καθώς σηκώνεται, παγώνει ολόκληρη. Κοιτάζει τον καθρέφτη μπροστά της και η καρδιά της πάει να σπάσει. Πίσω της βλέπει τη μητέρα της.

«Μαμά;»

Τινάζεται και γυρνά απότομα όμως κανείς δεν είναι πίσω της.
Τρομαγμένη βγαίνει στον διάδρομο. «Τι ήταν αυτό τώρα», αναρωτιέται. Ένας θόρυβος την αναστατώνει. Κάποιος είναι στο σαλόνι.

«Δε μπορεί να είναι παραισθήσεις πάλι Θεέ μου», σκέφτεται έντρομη. Είναι σίγουρη ότι έχει πάρει το βραδινό της χάπι. Ο γιατρός ήταν απόλυτος. Το επόμενο βήμα ήταν η κλινική και δε θα το άντεχε. Επέστρεψε αθόρυβα στο δωμάτιο και έβγαλε το περίστροφο από το συρτάρι του κομοδίνου. Κανείς δεν ήξερε για το όπλο και πόσο αυτό φλερτάριζε με τον κρόταφό της.

Ξαναβγήκε στο σκοτεινό διάδρομο. Αυτή τη φορά ένα απόκοσμο φως ξεπρόβαλλε στο τέλος του, ερχόμενο από το σαλόνι. Η τηλεόραση είναι ανοιχτή. Κρύος ιδρώτας τη λούζει. Σε δευτερόλεπτα συνειδητοποιεί τι ακούγεται. Δε θα ξεχάσει ποτέ αυτές τις σειρήνες, τα κλάματα, τα ουρλιαχτά. Τον ψεύτικο δραματικό τόνο της φωνής των παρουσιαστών. Δεν είδε ποτέ ξανά δελτίο ειδήσεων. Ξαφνικά ακούγονται οι γονείς της να τραγουδούν για τα γενέθλιά της από κάποιο πάρτι, σε ένα από τα δεκάδες οικογενειακά βίντεό τους. «Τι συμβαίνει;» ουρλιάζει με σχεδόν αλλοιωμένη φωνή. «Τι αρρωστημένο αστείο είναι αυτό, γιατί μου το κάνεις αυτό; Ποιος είσαι;» Κανείς δεν απαντά. Οπλίζει. Είναι αποφασισμένη, ό, τι και να γίνει θα είναι αυτοάμυνα. Ακούει πάλι τη γνώριμη μακάβρια μελωδία της κιθάρας.

«Σταμάτα! Φτάνει!» ουρλιάζει τρέχοντας προς το σαλόνι με τα δύο της χέρια να κρατούν τρεμάμενα σφιχτά το όπλο. Κάποιος κάθεται στην πολυθρόνα μπροστά στην τηλεόραση και γρατζουνά τις χορδές. «Τι θέλεις από εμένα; Θα σε σκοτώσω! Ποιος είσαι;»

Η κιθάρα πέφτει στο πάτωμα.
«ΦΥΓΕ ΤΩΡΑ, ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ», σφυρίζει μέσα από τα δόντια η σκοτεινή φιγούρα. Είναι άντρας. Τη στιγμή που σηκώνεται από την πολυθρόνα εκείνος, αρχίζει να τον πυροβολεί με μανία αλλά οι σφαίρες τον διαπερνούν και σφηνώνονται στον τοίχο πίσω του, χωρίς να τον τραυματίσουν. Το περίστροφο έχει αδειάσει όμως εκείνη συνεχίζει να πατά τη σκανδάλη. Είναι η στιγμή που της φανερώνει το πρόσωπό του κάνοντας τα άκρα της να μουδιάσουν.

«Μπαμπά; Τι … τι … τι μου συμβαίνει;»

«ΦΥΓΕ ΤΩΡΑ, ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ!»

Με την άκρη του ματιού της, αντιλαμβάνεται κίνηση και μια δεύτερη φιγούρα στο χώρο.

«ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΧΡΟΝΟ, ΦΥΓΕ ΤΩΡΑ, ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ!»

«Μαμά;» Δεν έχει μυαλό, δεν υπάρχει λογική, μήπως ονειρεύεται; Πρέπει να ξυπνήσει, δεν είναι δυνατόν. Η καρδιά της είναι έτοιμη να σπάσει. Θέλει να τους αγκαλιάσει, να τους φιλήσει, να τους ζητήσει συγγνώμη.

Εκείνοι αλλάζουν όψη και γίνονται σκοτεινοί, δαιμονικοί και ουρλιάζουν:
«ΤΡΕΞΕ. ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ. ΤΩΡΑ!»

Ασυναίσθητα τρέχει. Βγαίνει από το διαμέρισμα και αρχίζει να κατεβαίνει τα σκαλιά. Τρέμει το στόμα της, τα χέρια της, τρέμει ολόκληρη, τρέμει το έδαφος. Κατεβαίνει τα τελευταία σκαλιά κατρακυλώντας. Τι βουητό είναι αυτό; Καταφέρνει να βγει στο δρόμο. Το βουητό δυναμώνει, γίνεται εκκωφαντικό. Δε πιστεύει στα μάτια της, κουνιούνται όλα ανεξέλεγκτα γύρω της, τα δέντρα, τα κτίρια. Σεισμός. Ουρλιαχτά, κλάματα. Όλα καταρρέουν γύρω της. Σκόνη και συντρίμμια παντού.

Έχει χάσει την αίσθηση του χρόνου. Έχουν περάσει λεπτά, ώρες, ίσως μέρες. Κοιτάζει το σπίτι της. Έχει ισοπεδωθεί ολοσχερώς. Όμως τι είναι αυτό που βλέπει; Είναι δυνατόν; Σκαρφαλώνει πάνω στα χαλάσματα και διακρίνει το μπράτσο της σπασμένης της κιθάρας. Την τραβά. Είναι ολόκληρη, σαν καινούρια. Την κρατά στα χέρια της σφιχτά. Τη γυρίζει ανάποδα. Η αφιέρωση δεν υπήρχε πριν. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ, ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ.

Ξημερώνουν τα γενέθλιά της. Ξημερώνει άλλη μία μαύρη επέτειος του τρομοκρατικού χτυπήματος στο κέντρο της πόλης. Ξημερώνει μία νέα ζωή.

Αντωνία Κατσαρού – Ράνια Γεννατά

 

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook