Σπουδές με το ζόρι; Όχι, ευχαριστώ!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ονομάζομαι Κλέσα και είμαι 24 χρονών, γεννημένη στην Αθήνα από Αλβανούς γονείς, που ήρθαν και εκείνοι στην Ελλάδα σε νεαρή ηλικία. Ο πατέρας μου είναι τεχνίτης πέτρας και η μητέρα μου έχει δικό της κομμωτήριο.

Από μικρά παιδιά, σε μένα και τον αδερφό μου, οι γονείς μας μας έλεγαν πως πρέπει να σπουδάσουμε. Είχαν φιλοδοξίες για εμάς, για αρχιτεκτονική τον αδερφό μου και ιατρική εμένα. Το αστείο είναι πως δεν μας ρώτησαν. Το αποφάσισαν απλά!

Δεν έχω παράπονα από τους γονείς μου, δεν μας έλειψε ποτέ τίποτα, ούτε παιχνίδια, ούτε ρούχα, μα προπάντων δεν μας έλειψε χάδι και αγάπη. Είμαστε πολύ τυχεροί σ’ αυτό Επειδή οι γονείς μου ως παιδιά είχαν ζήσει ξύλο και φτώχια στην Αλβανία, ήθελαν εμείς να μην έχουμε τέτοιες εμπειρίες. Για να σας δώσω να καταλάβετε, δεν έχω πάει ποτέ Αλβανία, δεν γνωρίζω καν, τη γλώσσα. Ζητούσε η γιαγιά μου να μας στείλουν τα καλοκαίρια αλλά οι γονείς μου δεν μας άφηναν!

Το μόνο πράγμα που ήταν πάντα πολύ πιεστικοί, ήταν οι σπουδές. Από αρχές γυμνασίου, κάναμε ιδιαίτερα στο σπίτι. Πάντα μας επιβράβευαν με δώρα όταν φέρναμε καλούς βαθμούς, στους κακούς βαθμούς δεν μας τιμωρούσαν αλλά απογοητευόντουσαν τόσο που έλεγε ο αδερφός μου ‘καλύτερα να μας έδερναν, παρά αυτή η στενοχώρια τους’.

Μαθητές ήμασταν μέτριοι, παρά τα ιδιαίτερα. Όχι πως δεν μπορούσαμε να είμαστε άριστοι, αλλά βαριόμασταν! Ο αδερφός μου τρελαινόταν για αυτοκίνητα και εμένα μου άρεσε πάντα να παίζω σούπερ-μάρκετ! Οι γονείς μου με φαντάζονταν με στηθοσκόπιο στο λαιμό και εγώ ονειρευόμουν ράφια με εμπορεύματα και ταμειακές μηχανές και να εξυπηρετώ τον κόσμο. Είμαι πολύ κοινωνική και πάντα μπορώ να πείσω τους ανθρώπους για προϊόντα.

Ήρθε και η ώρα για πανελλήνιες. Ο αδερφός μου έδωσε 2 φορές αρχιτεκτονική, δεν τα κατάφερε. Επέμενε ο πατέρας μου, τελικά τον έστειλε Ιταλία. Είναι εκεί ακόμα. Όλο τελειώνει και ποτέ δεν τελειώνει, 7 χρόνια τώρα. Οι δικοί μου έξαλλοι, όσο δεν του φώναζαν όταν ήταν παιδί, του φωνάζουν τώρα που κοντεύει τα 30! Ο πατέρας μου λέει πως λυπάται τα λεφτά που έχει ξοδέψει ήδη, μην πάνε άδικα, αλλιώς θα τον είχε γυρίσει πίσω στην Αθήνα ήδη.

Εγώ έδωσα πανελλήνιες μία και μόνο φορά. Ίσως μπορούσα να πάω και καλύτερα. Αλλά δεν ήθελα. Οι γονείς της κολλητής μου έχουν ένα μίνι μάρκετ, ένα μικρό μαγαζί. Ξεκίνησα να δουλεύω εκεί τα καλοκαίρια, μαζί με την κολλητή μου, για χαρτζιλίκι. Το πονούσα το μαγαζί, μου άρεσε τόσο πολύ να δουλεύω εκεί, να φτιάχνω τα ράφια, να περνάω τιμές! Η φίλη μου τα παράτησε, εγώ έμεινα. Η μητέρα της, μου έδειξε τιμολογήσεις, να κρατάω βιβλία, να κάνω παραγγελίες. Μου είχαν και απόλυτη εμπιστοσύνη, σχεδόν μόνη μου το δούλευα.

Ήρθε ο καιρός να πάρουν σύνταξη, ήθελαν να το πουλήσουν. Ήταν η επόμενη χρονιά από τις δικές μου αποτυχημένες εξετάσεις για εισαγωγή σε πανεπιστήμιο. Έψαχναν αγοραστές.

Πήρα τη μεγάλη απόφαση. Το είπα στους δικούς μου. Το ήθελα το μαγαζάκι. Τρελάθηκαν! Είπαν όχι. Δε μπορούσαν να φανταστούν πως η κόρη τους θα γινόταν “ψιλικατζού”. Είπα πως εμένα το εμπόριο μ’ αρέσει, μα δεν άκουγαν κουβέντα. Σκέφτηκα να φύγω από το σπίτι, να ζήσω μόνη μου, να δουλέψω μόνη μου, να κάνω αυτό που θέλω εγώ, μα είναι άδικο – είναι καλοί άνθρωποι, και δεν θέλω να το φτάσω στα άκρα. Και τους αγαπάω και με αγαπάνε πολύ απλά έχουν αυτό το κόλλημα με τις σπουδές.

Οι ιδιοκτήτες του μαγαζιού συναντήθηκαν με τους γονείς μου, τελικά. ( όχι εύκολα, οι γονείς μου τους θεωρούσαν υπαίτιους που δεν σπούδασα.) Ο ιδιοκτήτης πρότεινε στον πατέρα μου, αντί να μου πουλήσει το μαγαζί, να μου το εκμισθώσει. Να το δουλεύω εγώ δηλαδή κανονικά, να πληρώνω όλα τα έξοδα του μαγαζιού και να δίνω και ένα ποσό στον ίδιο. Με μεγάλη δυσκολία, ο πατέρας μου δέχτηκε – μάλλον μόνο και μόνο για να με δει να τρώω τα μούτρα μου. Υπογράψαμε όλα τα χαρτιά και ρίχτηκα στη δουλειά.

Με τη βοήθεια του αγοριού μου που σπουδάζει μάρκετινγκ και του ξαδέρφου μου που είναι κομπιουτεράς, φέραμε στο μαγαζί ότι πιο ψαγμένο υπήρχε σε τρόφιμα και μικρογκατζετάκια για παιδιά. Άδειασα τα ράφια από δεκάδες χαρτικά και απορρυπαντικά, κράτησα λίγα. Έφερα ντελικατέσεν λιχουδιές ισοτονικά ροφήματα, υγρά για τσιγάρα. Η πελατεία μας πια δεν είναι ηλικιωμένοι αλλά νέοι, που αφήνουν καλά λεφτά.

Έχουν περάσει 4μιση χρόνια. Οι γονείς μου συγκρίνουν εμένα που συντηρώ τον εαυτό μου και βάζω και στην άκρη κάποια χρήματα και κάνω σχέδια για το μαγαζί και θέλω να ανοίξω και άλλο μόλις αποπληρώσω αυτό, με τον αδερφό μου. Που τον ταίζουν ακόμα επειδή δεν έκανε ότι ήθελε, αλλά πήγε να σπουδάσει. Με το ζόρι. Ο πατέρας μου λέει σε όλους πως είμαι “επιχειρηματίας” μα εγώ του κλείνω το μάτι και λέω “ψιλικατζού, μπαμπά!”

Σκέφτομαι όλα τα παιδιά που δίνουν εξετάσεις αυτόν τον καιρό. Μα, πιο πολύ, σκέφτομαι τους γονείς τους. Που επιμένουν πως κοινωνική και οικονομική καταξίωση φέρνουν μόνο οι σπουδές. Κάνετε λάθος.

Ειδικά στην Ελλάδα του σήμερα, δεν ευημερεί ο πιο “σπουδαγμένος” αλλά ο πιο ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ.

Κλέσα

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook