Στη Βράχα βγαίνει Αυγερινός

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αυτή είναι η ιστορία των γονιών μου. Ορεινό χωριό της Ελλάδος, δεκαετία του 70. Δε νομίζω πως παντρεύτηκαν από κανέναν μεγάλο έρωτα, ούτε τους συνεπήρε κανένα συγκλονιστικό πάθος. Πολύ κλειστή κοινωνία, φτώχια, αγροτιά, δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Του άρεσε του πατέρα μου η μάνα μου, ο πατέρας της ήταν και νονός του αδερφού του, ε πήγε και τη ζήτησε. 20 χρονών η μάνα μου, “τονε θες;” ρώτησαν, “κααααλός είναι” απάντησε η μάνα μου και ούτε την ένοιαζε πολύ, άμα δεν ήταν αυτός θα ήταν άλλος, μήπως είχε και πολλές επιλογές για να διαλέξει; Στα 20 της ήταν ήδη μεγάλη, 14-15 τα περισσότερα κορίτσια είχαν παντρευτεί στο χωριό.

Της άρεσαν οι χοροί και τα τραγούδια της μάνας μου. Πρώτη πάντα στα πανηγύρια. Και ήταν τυχερή επειδή στο κλειστοφοβικό, άγριο χωριό που ζούσαν, λίγοι ήταν οι άντρες οι ανοιχτόκαρδοι. Και ο πατέρας μου ήταν τέτοιος. Γελούσε δυνατά, έσερνε πρώτος το χορό και με όλη του την κούραση μετά τα χωράφια και τα ζώα, έπαιρνε τη γυναίκα του και έβγαιναν στο σεργιάνι. Πλούσιος δεν ήταν, όμορφος πολύ δεν ήταν, μα ήταν καλός και το πιο σημαντικό από όλα, ήταν χαρούμενος άνθρωπος! Σε μια εποχή και κάτω απο συνθήκες που το γέλιο και η χαρά ήταν σχεδόν ταμπού. Κανείς δεν ήταν όλη μέρα μέσα στα χιόνια και στο κρύο στο χωριό, να βγάζει τα πρόβατα ή να ξεχιονίζει με το τραγούδι στο στόμα. Μα ο πατέρας μου ήταν. Και η μάνα μου, που ούτε κρύο ούτε ζέστη της είχε κάνει για να παντρευτεί, περνούσε καλά με τον άνθρωπο αυτό. Νωρίς το πρωί, στο πιο σκληρό κρύο, στο πιο αχάραγο ξημέρωμα, άνοιγε την πόρτα για να φύγει για τα ζώα ο πατέρας μου τραγουδώντας “στη Βράχα βγαίνει Αυγερινός” και η μάνα μου από πίσω, “μπα σε καλό σου θα ξυπνήσεις τα παιδιά” δήθεν θυμωμένη και εκείνος για το πείσμα της τραγουδούσε ακόμα πιο δυνατά, χόρευε και 5-6 βήματα και της έκλεινε το μάτι. Το μεσημέρι θα τον άκουγε από κάτω από το δρόμο, πριν φτάσει σπίτι… σφύριζε και φώναζε τα αγόρια, να τρέξουν να πάρουν το ψωμί, τα ψώνια και καμιά φορά καμιά καραμέλα, καμιά σοκολάτα. “Άιντε όλη η γειτονιά σας άκουσε πάλι, πάλι ρεζίλι γίναμε” μα γελούσε. Και τα αγόρια της ήταν και κείνα γελαστά και ανοιχτόκαρδα παιδιά. Άγρια παιδιά, σκληρά, ψημένα στο κρύο και στη δουλειά από πολύ μικρά, μα γελαστά. Με το τραγούδι και το πείραγμα περνούσε όλη η μέρα. Και τον πατέρα τον σέβονταν, μα δεν τον φοβόντουσαν όπως άλλα παιδιά στο χωριό τους πατεράδες τους. Δε σήκωνε χέρι στα παιδιά του. Η μάνα τα καταχέριαζε συχνά, μα ο πατέρας άνοιγε τα χέρια και τα έβαζε από κάτω και έλεγε “δεν θα το ξανακάνουν γυναίκα, μη τα βαράς”. Και για να την ηρεμήσει και να την καλοπιάσει της έλεγε “άστα τώρα τα μαλώματα και την Κυριακή θα σε πάω στο σεργιάνι” και όσο εκείνη του θύμωνε και τον απόπαιρνε, τόσο σκεφτόταν τη βόλτα της και το τσιπουράκι στην πλατεία.

Και πέρασαν 10 χρόνια έτσι. Καλά χρόνια, λέει η μάνα μου πως ήταν. Δύσκολα. Μα, καλά.

Και έφτασε Νοέμβρης του 77. Και έφυγε ο πατέρας μου για ελιές σε άλλο χωριό, όπως έκανε κάθε χρόνο. Με το τραγούδι στο στόμα έφυγε, μα δεν γύρισε με το χαμόγελο στα χείλη. Στη καρότσα ενός αγροτικού γύρισε. Φώναξαν τη μάνα μου, “πάρε δυο ρούχα και πάμε στο νοσοκομείο στη πόλη!” και τον είδε με ανοιγμένο κεφάλι, ακίνητο και δε βιάστηκε να ανέβει στην καρότσα. Γύρισε με αργά βήματα σπίτι, πήρε το πορτοφόλι της, έβαλε τη ζακέτα της κι έστειλε το μεγάλο της παιδί να φωνάξει τη θεια σπίτι, “Πες της πάει ο πατέρας μου, τέλειωσε.”.

4 μήνες έμειναν στο νοσοκομείο, τους 2 σε κώμα ο πατέρας. Έπεσε από μια χαράδρα που είχε πάει να μαζέψει ελιές. Τρόμαξαν να τον ανεβάσουν από τα γκρεμνά.

Έζησε.

Στα χέρια τον έφεραν σπίτι. Δεν είχε ακόμα δρόμο για να μπορεί να ανέβει το καροτσάκι. Μετά έφτιαξαν έξω από το σπίτι μονοπάτι, βατό για αναπηρική καρέκλα. Τον ανέβασαν πάνω, στην κρεβατοκάμαρα. Και εκεί έμεινε για τα επόμενα 40 χρόνια. Ελάχιστες φορές βγήκε. Εγκεφαλικά είχε επανέλθει. Τα αιματώματα είχαν υποχωρήσει, η ομιλία είχε αποκατασταθεί. Μα η ζημιά η καλή ήταν στο νωτιαίο μυελό. Κακώσεις. Δεν ξαναπερπάτησε ποτέ. Δεν ξαναχόρεψε ποτέ.

Ο σκληρός χειμώνας της Ορεινής Ελλάδας φτιάχνει σκληρούς ανθρώπους. Ένας τέτοιος ήταν η μάνα μου. Μόνη της τον σήκωνε τον άντρα της, τον έβαζε στο καροτσάκι και τον έβγαζε στο μπαλκόνι, μόνη της τον έπλενε, μόνη της τον άλλαζε. Και έφερνε βόλτα μόνη της τα χωράφια και τα ζώα. Και 4 αγόρια που δούλευαν κι αυτά, σκληρά! Από τις 4 τα ξημερώματα στο πόδι, δουλειές, σχολείο και πάλι δουλειές. Πολυτέλεια το διάβασμα, στα κλεφτά και στα σκοτάδια. Ένας δάσκαλος, ένας γιατρός, ένας καπετάνιος κι ένας παπάς βγήκαν, μέσα από αυτές τις συνθήκες, κι ότι πέρασαν κι ότι στερήθηκαν αν πουν, λίγοι θα τα πιστέψουν. Και η μάνα. Που τα βράδια σιγοτραγουδούσε στον άντρα της “στη Βράχα βγαίνει Αυγερινός” και ξάπλωνε στο πλάι του.

35 χρονών ήταν και νόμιζε πως της σταμάτησε η περίοδος, πως της τέλειωσε. Κοντά 6 μηνών ήταν όταν κατάλαβε πως ήταν έγκυος.

Ήμουν πάντα “η κόρη του ανάπηρου”. Και σίγουρα πολλοί σκέφτηκαν πως μπορεί και να μην είμαι παιδί δικό του. Αυτός δε μπορεί να περπατήσει, έκανε παιδί;

Μα όλοι όσοι το σκέφτηκαν, δεν ήξεραν. Δεν είχαν δει τη μάνα μου να αγκαλιάζει και να φιλάει τον πατέρα μου. Δεν μπορούσαν να ξέρουν αυτά που ξέραμε εμείς.

Όπου κι αν ήταν, ότι δουλειά κι αν έκανε, έτρεχε να τον δει τι κάνει. Μη θέλει τίποτα, μην έχει ανάγκη κάτι. Γυναίκα ξένη δεν μπήκε, νοσοκόμα δεν πάτησε ποτέ. Τον φρόντιζε με τέτοιο ζήλο, λες και δεν ήταν κατάρα αυτό που έτυχε και μαύρη ατυχία, λες και ήταν η χαρά της! Να του τρίψει τα πόδια, να τον λούσει, να του φορέσει καθαρές πυτζάμες. Να ξαπλώσει δίπλα του, να ακουμπήσει το πρόσωπο του στον κόρφο της. Να του κάνει και παιδί. Στο αναπηρικό καροτσάκι, στα πόδια του επάνω έχω τις πρώτες αναμνήσεις μου.

Οι γονείς μου ζουν. Πέρυσι ο πατέρας μου έπαθε εγκεφαλικό και για πρώτη φορά μετά από 40 χρόνια, έφυγε από το χωριό. Ζει πλέον στην πόλη σε κέντρο αποκατάστασης. Δεν έχει πλήρη διαύγεια και παθαίνει συχνά επιληπτικές κρίσεις λόγω βεβαρημένης κατάστασης της υγείας του. Μα η καρδιά του, είναι καρδιά μικρού παιδιού, μας λένε οι γιατροί. Αντέχει. Αντέχει και η μάνα μου που έκανε φασαρία στη διοίκηση του νοσοκομείου που της επέτρεπαν συγκεκριμένες ώρες και μέρες μόνο να τον επισκέπτεται, “δεν περνάνε αυτά σε μένα, εγώ 40 χρόνια τον έχω, φρεσκοπλυμένο και μοσχομυριστό, 40 χρόνια δεν έφυγα από το πλάι του, θα μου πείτε εσείς να τον βλέπω μόνο Τετάρτη; Δεν είστε καλά!”. Και κατ’ εξαίρεση της επιτρέπουν να είναι εκεί όλη μέρα. Όσες φορές έλειψε, δεν προλάβαιναν να μετράνε επιληπτικά επεισόδια του πατέρα μου. Όταν είναι εκεί, την κοιτάει μέσα στα μάτια. Και εκείνη του χαϊδεύει τα μαλλιά και το χεράκι.

Είμαι η κόρη του κουτσού και αυτή είναι η ιστορία αγάπης των γονιών μου. Είναι πραγματική ιστορία.

 

Κωνσταντία

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook