Στιγμιότυπα μιας ζωής

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

http://thebluez.gr/o-dromos-me-tis-velanidies/

Το ασφυκτικά γεμάτο αμφιθέατρο συντονίζεται στην πολυπλοκότητα και την ποικιλία των δυνατών ήχων. Φωνές, άνθρωποι κάθε ηλικίας, χαρούμενες φυσιογνωμίες. Ημέρα υπερηφάνειας, ολοκλήρωσης και πραγμάτωσης. Στόχοι, φιλοδοξίες, όνειρα και προσπάθειες χρόνων λαμβάνουν σήμερα σάρκα και οστά. Συναισθήματα ανάμεικτα, από συγκίνηση, μέχρι πληρότητα. Η Ευγενία παρατηρεί αφηρημένα τον κόσμο γύρω της. Στα πρόσωπά τους, “διαβάζει” τις δικές τους ιστορίες, ιχνηλατεί την πορεία τους μέχρι εδώ. Καθένας τους και μια διαφορετική διαδρομή, μια ξεχωριστή εικόνα στο άπειρο του χρόνου. Στην άλλη άκρη της αίθουσας εντοπίζει τον Ντίνο να τη χαιρετά χαμογελαστός. Στο πρόσωπό του, συνοψίζονται όλες οι δικές της εικόνες, όλα τα στιγμιότυπα του πριν, του τώρα και του μετά της. “Ακόμα μια μάνα, από τις εκατομμύρια ανά τον κόσμο, με την υπερβολική αγάπη προς το παιδί της”, θα μπορούσε να πει κάποιος παρατηρητής. Δεν την αφορά. Ακόμα κι έτσι να είναι, γι’ αυτήν θα είναι πάντοτε όλος ο κόσμος της.

Ένα νεαρό κορίτσι, δεν πρέπει να είναι πάνω από δέκα πέντε, σκοντάφτει πάνω της, καθώς έτρεχε σιγοτραγουδώντας, χωρίς να κοιτάζει μπροστά. Σαστίζει και της ζητά συγγνώμη. Η Ευγενία της ανταποδίδει ένα θερμό χαμόγελο.

“Τα κορίτσια ξενυχτάνε μ’ ένα μυστικό! Ω, ωωω! Έτσι είμαι κι εγώ!!!” Οι καστανόξανθες μπούκλες της, πάλλονται στον ρυθμό της χορογραφίας. Κοινό της, ο καθρέφτης του δωματίου και μικρόφωνο της, η βούρτσα των μαλλιών. “Μωρή Ευγενία!! Πάλι χαζεύεις, μωρή; Έλα να με βοηθήσεις να στρώσουμε το τραπέζι, όπου να ‘ναι θα ‘ρθει ο πατέρας σου και θα σου βγάλει το μαλλί τρίχα-τρίχα, αν σε δει να παριστάνεις την αρτίστα!” Η φωνή της κυρα-Πηνελόπης διακόπτει την αυτοσχέδια συναυλία, δεν είναι όμως αρκετή για να διακόψει τα όνειρα και τα χτυποκάρδια της έφηβης κόρης της.

Περπατά κατά μήκος της αίθουσας, περιμένοντας ανυπόμονα την έναρξη της τελετής. Προσπερνώντας μια παρέα, ακούει τυχαία τη συζήτησή τους. Δυο μπαμπάδες αλληλοσυγχαίρονται για την επιτυχία των παιδιών τους, ενώ ο ένας εξ’ αυτών συστήνει στον άλλο τη μικρότερη κόρη του. “Αυτή είναι η Λίζα, η οποία έγινε μόλις δεκτή στο ίδιο πανεπιστήμιο με τον Τζόναθαν. Σε λίγα χρόνια, πάλι εδώ μέσα θα ‘μαστε, για τη δική της ορκωμοσία”, καυχιέται υπερήφανα. Η νεαρή κοπέλα χαμογελά με ικανοποίηση.

“Αυτά που σκέφτεσαι, να τα ξεχάσεις! Να σε στείλω στα πανεπιστήμια, στην πόλη, να μου γίνεις μια του δρόμου; Η κόρη του Αλέκου είσαι, θα τιμάς το όνομα και την οικογένειά σου! Ακούς εκεί, σπουδές και κουραφέξαλα! Ο προορισμός της γυναίκας είναι η δημιουργία σπιτικού. Εκεί είναι η θέση σου, όχι σε βιβλία και μεταξωτές κορδέλες, ακούς;”

Κάθεται σε μια άδεια θέση, για να ξαποστάσει. Δίπλα της, ένα ζευγάρι αγκαλιάζεται με στοργή, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου. Λάμπει εκτυφλωτικά το πάθος του νεανικού έρωτα στα μάτια τους!

Η ψηλή, μυώδης κορμοστασιά του και το αγέρωχο νεανικό του βάδισμα, αιχμαλωτίζουν το βλέμμα της. “Καλησπέρα, κοπελιά. Μπορείς να μου πεις πως θα φτάσω στο κτίριο της Κοινότητας; Είμαι από το συνεργείο από την Αθήνα, που φτιάχνουμε τον δρόμο”. Το κάτασπρο χαμόγελό του, τη λυγίζει. “Είμαι ο Νέστορας!” της λέει, καθώς η παλάμη του εισχωρεί στη δική της. Και οι φλέβες τους, εκπέμπουν σήματα ταυτοποίησης.

Σηκώνεται από το κάθισμα, για να το παραχωρήσει στην έγκυο γυναίκα που στέκεται δίπλα της. Η κοπέλα την ευχαριστεί, ενώ η μητέρα της, που τη συνοδεύει, τη βοηθά να καθίσει αναπαυτικά.

“Τι συμφορά είναι τούτη, Θεέ μου; Τι είναι αυτά που μου λες, γιατρέ; Πως να το χωνέψω αυτό το πράγμα; Πως θα το πω στον πατέρα της, τώρα;” Η κυρά-Πηνελόπη στέκεται κάτωχρη στην αίθουσα του ιατρείου, με τα χέρια της ακουμπισμένα στα δυο μάγουλα. “Τι μου έκανες, μωρή; Φωτιά στο σπίτι μου έβαλες, να μου το κάψεις!”

Αμέσως καταφθάνει κι ο πατέρας της εγκύου, κρατώντας μια συσκευασία φυσικού χυμού, την οποία προσφέρει στην κόρη του. “Για να σας κρατήσει φρέσκους, μέχρι ν’ αρχίσουμε”, της λέει! Η οικογένεια χαμογελά σύσσωμη. Η Ευγενία μένει να τους κοιτά αμήχανα, σχεδόν ενοχλητικά. Το βλέμμα της σκοτεινιάζει περίεργα.

“Ούτε λεπτό παραπάνω! Δεν ακούω κουβέντα! Η κόρη του Αλέκου να γίνει πουτάνα και να παίρνεται με τον πρώτο τυχόντα; Ούτε λεπτό! Μάζεψε τα μπογαλάκια σου, πάρε και το μούλικο που σου φύτρωσε ο Αθηναίος και μακριά από το σπίτι μου! Βρωμοθήλυκο, βάλθηκες να με ντροπιάσεις στην κοινωνία! Ουστ από ‘δω, να μη σε ξαναδώ στο κατώφλι μου, ακούς;”

Βγαίνει κάθιδρη από την αίθουσα. Χρειάζεται καθαρό αέρα. Ανάβει ένα τσιγάρο και στέκεται στην επιβλητική είσοδο του πανεπιστημίου. Ένα ακόμα ζευγάρι προσέρχεται στην εκδήλωση. Η γυναίκα κρατά στα χέρια της ένα μωρό, που έχει σκεπάσει με μια χοντρή, γαλάζια κουβερτούλα.

“Ανήλικη είσαι, κορίτσι μου! Που νομίζεις ότι θα πας, μακριά από το σπίτι σου; Ζούγκλα είναι η Αθήνα, δεν θα επιβιώσεις. Θα είναι κρίμα και για σένα και για το βρέφος. Γι αυτό σου λέω, άφησέ το σ’ εμάς εδώ, που θα του παρέχουμε όλα όσα χρειάζεται και θα φροντίσουμε να δοθεί σε καλή οικογένεια, να μεγαλώσει καλά. Αν θες το καλό του, πρέπει να το κάνεις, όσο κι αν σε πονά”.

Τα στιγμιότυπα του εφιαλτικής αυτής αναδρομής την έχουν γονατίσει. Πρέπει όμως να ανακτήσει τις δυνάμεις της, όπου να ‘ναι ξεκινά η διαδικασία και πρέπει να σταθεί περήφανα δίπλα στον γιο της. Ένας ηλικιωμένος κύριος την προσπερνά βιαστικά, ενώ απαντά στο κινητό του. Αιφνιδιάζεται! Τον ακούει να μιλάει Ελληνικά και να εκδηλώνει την ανυπομονησία για την επιτυχία του εγγονού του. “Πατριώτης”, μονολογεί. “Άραγε πως βρέθηκε κι αυτός εδώ; Ποιες φουρτούνες τον έσυραν στην άλλη άκρη του κόσμου;” σκέφτεται.

“Θείε Πάτροκλε, πρέπει να με βοηθήσεις. Δεν ξέρω που να πάω. Άλλον άνθρωπο στην Αθήνα δεν έχω, πέρα από εσάς. Ένα παιδί στην κοιλιά σέρνω μαζί μου, μόνο ο θάνατος απομένει, σαν λύση”. “Μη σκέφτεσαι έτσι, κορίτσι μου! Σε παρακαλώ, μην απελπίζεσαι. Θα μιλήσουμε εγώ και η θεία σου με την αδερφή της, που ζει στον Καναδά. Δεν έχουν παιδιά με τον άντρα της και είμαι σίγουρος ότι μπορούν να σε βοηθήσουν, να σε στηρίξουν μέχρι να ορθοποδήσεις. Αλίμονο, όμως, αν το μάθει ο πατέρας σου, ότι σε βοήθησα. Θα με κρεμάσει, ο ξάδελφος”.

Επιστρέφει στο εσωτερικό της αίθουσας. Η τελετή έχει μόλις ξεκινήσει. Δυο σειρές πιο πίσω εντοπίζει τον Ντάνιελ, επί χρόνια γείτονά της και θείο της Ελίζαμπεθ, συμμαθήτριας και συμφοιτήτριας του Ντίνου. Πάντοτε περήφανος για την ανιψιά του, που την έχει στην καρδιά του ίσα με τα δικά του παιδιά.

“Αγαπημένε μου Χριστόφορε,

αφού έγινες πλέον δέκα οκτώ και μπορείς να κατανοήσεις κάποια πράγματα, σου γράφω για να σου πω αυτά που πάντα ήθελα…….
……….Τώρα, που ξέρεις όλη την αλήθεια, ελπίζω ότι θα καταλάβεις. Περιμένω νέα σου.

Με αγάπη,
η αδελφή σου”

Το γράμμα δεν απαντήθηκε ποτέ. Όπως και πολλά από τα ερωτήματα. Ερωτήματα κι απορίες που, με την πάροδο του χρόνου, δημιουργήθηκαν και στη συνείδηση του παιδιού. Δεν προσπάθησε ποτέ η Ευγενία να τα ερμηνεύσει. Προτίμησε τη σιωπή. Μια άτυπη συμφωνία αποσιώπησης των γεγονότων, ανάμεσα σ’ εκείνη και τον γιο της.

Ο Κοσμήτορας αναφωνεί το όνομα του Ντίνου, καλώντας τον να παραλάβει τον διδακτορικό του τίτλο. Η Ευγενία χειροκροτεί με όλη τη δύναμη των χεριών, αλλά κυρίως της ψυχής της. Ένα καινούργιο στιγμιότυπο γεννήθηκε στα μάτια της. Μια εικόνα πολύτιμη, από τις δεκάδες που της έχει προσφέρει ο πολυαγαπημένος της γιος. Κι είναι τέτοια η δύναμή τους, που καταφέρνει να απομακρύνει από μέσα της οτιδήποτε μπορεί να τη μολύνει.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΑΚΟΣ

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook