Στην Εθνική Οδό

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Φωτεινή είχε περάσει τις τελευταίες δύο ώρες, χαζεύοντας την εναλλαγή πράσινου με κόκκινο, στα φανάρια απέναντι. Στο πράσινο, άκουγε λάστιχα να στριγγλίζουν, φώτα να ανάβουν, μηχανές να ξεκινάν. Στο κόκκινο, φρένα να σταματάν ανυπόμονες ρόδες, κορναρίσματα γιατί ο μπροστινός δεν πέρασε με πορτοκαλί.
Κρατούσε στο ένα της χέρι το τελευταίο τσιγάρο και στο άλλο τα απομεινάρια από το κουλούρι που τσιμπολογούσε εδώ και μισή ώρα. Κρύωνε πολύ. Είχε φύγει από το σπίτι, είχε βροντήξει την πόρτα πίσω της, βρίζοντας θεούς και δαίμονες, και τώρα στεκόταν απλά ακίνητη. Στη μέση του πουθενά. Άναψε το τσιγάρο, πήρε μία βαθιά τζούρα και σηκώθηκε όρθια. Η Εθνική οδός βρισκόταν στην επόμενη έξοδο, μισό χιλιόμετρο πιο πέρα.
Ίσιωσε το μισοάδειο σακίδιό της και ξεκίνησε. Ήλπιζε να πέσει σε κάναν φυσιολογικό κι όχι στον πρώτο σαλεμένο που θα της έκανε τη ζωή δύσκολη.

Ο Άγης δυνάμωσε λίγο περισσότερο την ένταση του ραδιοφώνου κι έγειρε πίσω το κεφάλι. Έκλεισε τα μάτια κι ονειρεύτηκε ήλιο, ξαπλώστρα, έναν φραπέ και παραλία. Ονειρεύτηκε άμμο και χώμα, κι όχι νταλίκες πάνω σε άσφαλτο. Ονειρεύτηκε χαμόγελα κι όχι ξινισμένες φάτσες. Η Εθνική ανοιγόταν μπροστά του απόλυτη, παντοτινή, ο μόνιμος φίλος κι εχθρός του. Σιγοτραγούδησε το κομμάτι που έπαιζε από το ραδιόφωνο, κομμάτι φτιαγμένο για οδηγούς που έχουν κάνει τον δρόμο δεύτερο σπίτι τους. Κοίταξε πίσω το φορτίο του. Τελευταία στάση, Καρδίτσα. Τελευταίο κομμάτι και μετά ελεύθερος.
Χαλαρός.
Και μόνος.
Έτριψε τα μάτια του καθώς κάτι εντόπισε στην άκρη του δρόμου. Μία μικρόσωμη φιγούρα προχωρούσε μόνη της, τρέμοντας από το κρύο, λες και πήγαινε περίπατο στο πάρκο. Έπαιξε τα φώτα δύο φορές κι η φιγούρα γύρισε και του σήκωσε τον αντίχειρα. Ο Άγης, τα ‘χασε. Μα τι έκανε αυτή η πιτσιρίκα μόνη της, μέσα στη νύχτα;
Την προσπέρασε και σταμάτησε το βαρύ όχημα λίγα μέτρα πιο κάτω. Άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού κι ένα ξανθό κεφάλι εμφανίστηκε μπροστά του.
«Καλησπέρα σας. Πηγαίνω βόρεια, μπορείτε να με πετάξετε όσο πιο μακριά μπορείτε;»
«Να σε πετάξω, κοπέλα μου. Πήδα μέσα».
Η πιτσιρίκα ανέβηκε τα σκαλοπάτια της νταλίκας κι έκατσε δίπλα του. Φτηνό άρωμα γέμισαν τα ρουθούνια του όσο ανέβαζε το καλοριφέρ λίγα κλικ παραπάνω.
«Τέτοια ώρα μόνη σου, στην Εθνική οδό, μα τι σκεφτόσουν;»
Η μικρή γύρισε και τον κοίταξε με ένα βλέμμα αποδοκιμασίας.
«Μπαμπά, εσύ;» έκανε αστειευόμενη αλλά ήταν αρκετό για να κάνει τον Άγη να παγώσει για λίγα δευτερόλεπτα. «Σαν κι αυτόν μιλήσατε. Ακριβώς τα ίδια».
Ο Άγης έπιασε την μεσαία λωρίδα και χαμήλωσε το ραδιόφωνο.
«Φαντάζομαι θα τον έχεις ήδη ανησυχήσει και θα έχει βγει να σε ψάξει».
«Ωραία τα φαντάζεστε. Κρίμα που δεν ισχύουν, όμως», απάντησε η μικρή και το βλέμμα της έπεσε σε μία μικρή, τσαλακωμένη φωτογραφία, δίπλα στο τιμόνι.
«Ωραία κοπέλα. Κόρη σας;»
Ο Άγης πήρε τη φωτογραφία, την δίπλωσε και την έβαλε στην τσέπη του.
«Και πόσο βόρεια πας, για να χουμε καλό ερώτημα;»
«Όσο πιο μακριά, τόσο το καλύτερο», απάντησε η μικρή κι έβγαλε τα ακουστικά από την τσέπη της. Ο Άγης την κοίταξε φευγαλέα κι ανοιγόκλεισε τα μάτια του για να διώξει ενοχικά δάκρυα που άρχιζαν να αναβλύζουν. Πρέπει να ήταν στην ίδια ηλικία με την Εύα.

Η Φωτεινή συμπαθούσε αυτόν τον άνδρα. Είχε ακούσει πολλά για τύπους σε νταλίκες που μαζεύουν ανύποπτους περαστικούς με ωτοστόπ και μετά τους παρενοχλούν, ή ακόμα χειρότερα, τους σκοτώνουν. Όλα αυτά βέβαια έβγαιναν με περισσότερες δόσεις υπερβολής από το στόμα της κολλητής της, της Δέσποινας. Ο Άγης όμως δεν έμοιαζε με τέτοιο τύπο. Σαν να είχε ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο από πάνω του, ένα σύννεφο που έκρυβε κάθε αχτίδα ήλιου.
«Κάνετε καιρό αυτό το επάγγελμα, κύριε Αγησίλαε;»
«Άγης, παιδί μου. Σκέτο Άγης. Και, ναι, το κάνω πάνω από δεκαπέντε χρόνια».
«Ουάου. Πόσα πράγματα θα έχετε δει στα ταξίδια σας», σχολίασε η Φωτεινή.
«Και πόσα δεν έχω δει, όσο έλειπα σε ταξίδια», απάντησε εκείνος και κι άναψε ένα τσιγάρο. Η Φωτεινή τον κοίταξε με λαχτάρα.
«Θες ένα;» τη ρώτησε κι εκείνη το άρπαξε αμέσως από το πακέτο.
«Σας ευχαριστώ. Σπίτι δεν καπνίζω. Δεν το ξέρει κανείς τους».
«Δε θα ρωτήσω γιατί έφυγες, αλλά που έχεις σκοπό να πας. Κάποιος συγγενείς, κάποια φίλη έστω;»
Η Φωτεινή άφησε ένα δαχτυλίδι καπνού να φύγει προς την οροφή της νταλίκας κι έκλεισε τα μάτια, λουφάζοντας στην καρέκλα.
«Θα περάσω από Καστοριά και μετά βλέπουμε. Μου αρέσει το ποτάμι της, είχα πάει μικρή».
Ο Άγης την κοίταξε και χαμογέλασε. Τελικά όλα τα κορίτσια στην εφηβεία έχουν ένα κοινό, την πεποίθηση ότι μπορούν να κατακτήσουν τον κόσμο με ένα φύσημα καπνού.
«Η Καστοριά είναι κομματάκι μακριά, θα σε πάω μέχρι Καρδίτσα για αρχή. Αλλά πριν απ’ όλα», άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της κι εκείνη τραβήχτηκε, «θα κάνουμε μία στάση για κατούρημα εκεί».
Της έδειξε ένα βενζινάδικο λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω κι η Φωτεινή ξεφύσηξε δυνατά. Όλοι φαίνονται καλοί μέχρι να τους δώσεις λίγο θάρρος παραπάνω, άκουσε τον πατέρα της να μιλάει στο μυαλό της.
Η νταλίκα πέρασε πίσω από το βενζινάδικο και σταμάτησε σε ένα μικρό πάρκινγκ. Ήταν μόνοι τους με εξαίρεση ένα αγροτικό που κουβαλούσε στην καρότσα του ξύλα.
«Θα περιμένεις εδώ ή θες να έρθεις να ξεμουδιάσεις;»
«Θα αράξω εδώ», απάντησε η Φωτεινή και δυνάμωσε τη μουσική. Έπαιζε Αλεξίου, που άρεσε στη μαμά της.
Ο Άγης βγήκε έξω και τέντωσε τα πιασμένα άκρα του. Πέρα από το κατούρημα, είχε να σκεφτεί και πώς θα έπειθε τη μικρή να γυρίσει πίσω στο σπίτι της.

Η Φωτεινή άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Τα πόδια της ήθελαν λίγο ξεμούδιασμα, τελικά. Τελείωσε το τσιγάρο της και το έσβησε στο δάπεδο. Άκουσε φωνές και γέλια να πλησιάζουν κι είδε κόσμο να μπαίνει στο αγροτικό. Κάποιος την πήρε χαμπάρι και χαμογέλασε. Η Φωτεινή μαζεύτηκε.
«Ωπ, κοιτάξτε το μωρό. Έμεινε μόνο του κι ο μπαμπάς του πήγε για πιπί;»
Η παρέα αποτελούταν από τρεις άνδρες. Άρχισαν να πλησιάζουν προς το μέρος της. Η Φωτεινή κοίταξε δεξιά κι αριστερά, αλλά ο Άγης πουθενά.
«Μη φοβάσαι, δε θα σε πειράξουμε. Λίγο παρέα να μας κρατήσεις μόνο, μέχρι να γυρίσει ο μπαμπάκας. Τόσες ώρες στο δρόμο είμαστε», πετάχτηκε ο ένας και πήγε να την πιάσει από τους ώμους αλλά η Φωτεινή έκανε δύο βήματα πίσω.
«Φύγετε μακριά μου, μαλάκες!»
«Ωπ! Ζόρικο το πουτανάκι. Δε σου ‘μαθαν να μην αντιμιλάς;» της είπε ο πρώτος.
«Μάγκες, διαλυθείτε ήσυχα. Τώρα. Για να μη ξεφύγει το πράγμα ώστε να γυρίσουμε όλοι στις δουλειές μας».
Ο Άγης εμφανίστηκε πίσω από τη Φωτεινή και μπήκε μπροστά της. Οι άνδρες σταμάτησαν και τον κοίταξαν από πάνω μέχρι κάτω.
«Μπαμπάκα, άργησες. Λέμε να περάσουμε λίγο καλά με τη μικρή. Μπορείς να βλέπεις, αν θες».
Ο Άγης έσκυψε ελαφρά το σώμα του και μετά τινάχτηκε μπροστά γραπώνοντας το κεφάλι του ενός και χτυπώντας το με δύναμη στο γόνατό του. Μετά άρπαξε τον διπλανό από τον γιακά και του κάρφωσε μία δυνατή μπουνιά στα πλευρά. Ο τρίτος οπισθοχώρησε.
«Ώπα, μεγάλε, χαλάρωσε. Όλα κομπλέ. Φεύγουμε».
Ο Άγης έκανε νόημα στη Φωτεινή να μπει μέσα η οποία έτρεμε σαν το ψάρι. Από το βενζινάδικο βγήκαν οι υπάλληλοι να δουν τι γίνεται τη στιγμή που οι άνδρες, χτυπημένοι και σέρνοντας τα πόδια τους, έφευγαν με το αγροτικό.
«Σε… σε ευχαριστώ», ψέλλισε η Φωτεινή κοιτώντας το κενό.
«Κατάλαβες γιατί δεν είναι όλα τόσο απλά όσο τα νομίζουμε; Ο δρόμος, μικρή μου, δεν είναι φίλος. Ούτε ακίνδυνος. Κρύβει πολλές σκληρές αλήθειες αλλά και πολλά εύκολα ψέματα. Δεν αξίζει να γίνεις κομμάτι του, τουλάχιστον όχι ακόμα. Έχεις ένα σπίτι και δύο γονείς που, όσες διαφωνίες κι αν έχετε, σίγουρα έχουν τρελαθεί από την ανησυχία τους. Άκουσέ με…»
Η Φωτεινή έγνεψε ελαφρά. Ο Άγης βρήκε την επόμενη έξοδο, γύρισε 180 μοίρες και πήρε τον δρόμο για επιστροφή στην Αθήνα.
Μία ώρα μετά είχαν φτάσει λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι της Φωτεινής, στο Χαϊδάρι.
«Θα σε αφήσω εδώ, για να μην μπουν περίεργες σκέψεις στο μυαλό τους. Πες ότι πήγες σε καμία φίλη σου μέχρι να σου περάσουν τα νεύρα».
Η Φωτεινή τον κοίταξε με μάτια πρησμένα από το κλάμα. Άπλωσε τα χέρια της και τον αγκάλιασε. Ο Άγης, τρέμοντας, την αγκάλιασε κι αυτός. Αυτή τη φορά δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυά του.
«Κύριε Αγησ… Άγη; Πάρε την κοπέλα στη φωτογραφία ένα τηλέφωνο. Κι αυτή θα έχει τρελαθεί από την ανησυχία της».
Η Φωτεινή κατέβηκε, του χαμογέλασε κι έκλεισε την πόρτα. Ο Άγης την κοίταζε όσο απομακρυνόταν. Συνέχισε να την παρακολουθεί όταν έφτασε στο σπίτι της κι όρμησε στην αγκαλιά του πατέρα της.
Έπιασε τη φωτογραφία, την ξεδίπλωσε και την κοίταξε για αρκετή ώρα. Μετά έπιασε το κινητό του και με τρεμάμενα χέρια πληκτρολόγησε έναν αριθμό που είχε να καλέσει πολύ καιρό.
Μία νυσταγμένη φωνή ακούστηκε μετά το τρίτο μπιπ.
«Ννναι;»
«Ευάκι, γεια σου. Εγώ είμαι… ο μπαμπάς».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook