«Απλά πήγαινε. Δυο πραγματάκια είναι», είπε η Δήμητρα στον Σταύρο. Του είχε δώσει τη λίστα με τα ψώνια που έπρεπε να αγοράσει από το κοντινό σούπερ μάρκετ. Ήταν απόγευμα Παρασκευής και, ως γνωστόν, όποιος δεν είχε όρεξη για να περιμένει ώρες στην ουρά στα ταμεία δεν πήγαινε το Σάββατο. Δηλαδή, έτσι πιστεύει ο περισσότερος κόσμος, γιατί και τις Παρασκευές γίνεται χαμός (ορισμένες φορές).
Ο Σταύρος, όμως, δεν είχε όρεξη για ψώνια γενικώς. Ήταν από τους ανθρώπους που προτιμούσαν να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού, παρά να πάνε για αγορές. Ήταν παντρεμένος με τη Δήμητρα δέκα χρόνια τώρα και είχαν δύο παιδιά. Τους αγαπούσε όλους τους, αλλά για ψώνια… Ε, δεν ήταν και η καλύτερή του –δε συζητάμε αν του έλεγε η Δήμητρα να πάνε μαζί. Άσε που μόνο δύο πραγματάκια δεν είναι τούτα δω, σκέφτηκε τώρα. Όντως, η λίστα περιείχε καμιά εικοσαριά προϊόντα.
Την κοίταξε. Είχε το ύφος ανθρώπου που καταλάβαινε μεν ότι ο Σταύρος δεν ήθελε να πάει, αλλά δεν θα σταματούσε να τον πιέζει. Άλλωστε, τα χρειάζονταν αυτά τα ψώνια. Τι θα έτρωγαν; Πώς θα έπλεναν τα ρούχα τους;
Κι εκείνη τη στιγμή να σου και ο Φίλιππος, ορεξάτος-ορεξάτος. «Μπαμπά, μπαμπά, να έρθω κι εγώ;» Ήταν πέντε χρονών, μελαχρινός, με μάτια όλο περιέργεια, του άρεσαν τα videogames και προτιμούσε να πάει στο σούπερ μάρκετ παρά να κάνει τις ασκήσεις του. Όπως τα περισσότερα παιδιά, ας πούμε;
«Φίλιππε, έκανες τις ασκήσεις σου;» ρώτησε η Δήμητρα. Τον κοίταξε πίσω από τα γυαλιά της, χαμογελαστή, αλλά και έτοιμη να του τα ψάλλει. Είχε πιει τη δεύτερη κούπα καφέ της για το απόγευμα, είχε ένα σωρό γραπτά να διορθώσει, είχε τη δύο χρονών Ράνια να πηγαίνει πέρα δώθε και, μα τω Θεώ, δεν είχε καθόλου όρεξη για να τεμπελιάζει ο γιος της.
Ο Φίλιππος δεν είπε ψέματα. Είχε μάθει καλά ότι δεν ήταν καλή ιδέα. «Όχι», απάντησε και κοίταξε τον πατέρα του παρακλητικά.
Ο Σταύρος είπε στη Δήμητρα: «Ας έρθει. Έτσι κι αλλιώς για λίγο θα λείψουμε και έχουμε Σαββατοκύριακο μπροστά μας. Έχει χρόνο για τις ασκήσεις του».
Ο Φίλιππος συμφώνησε. «Ναι, ναι, έχω! Θα τις κάνω αύριο, μαμά, το ορκίζομαι».
Η Δήμητρα τους κοίταξε και τους δύο. Στο τέλος, συμφώνησε, λέγοντας στον Σταύρο: «Αν μας πει κουβέντα η δασκάλα του, θα έχουμε μια μακρά συζήτηση εμείς οι δύο». Και στράφηκε ξανά προς τα τεστ και την Ράνια.
«Μάλιστα, κυρία. Έλα, Φίλιππε. Φόρα το μπουφάν σου και πάμε».
Έφτασαν στο σούπερ μάρκετ πέντε λεπτά αργότερα. Θα είχαν κάνει πολύ λιγότερη ώρα, αλλά ο δρόμος ήταν γεμάτος οχήματα. Όσοι ήταν τυχεροί έφευγαν από την Αθήνα για το Σαββατοκύριακο. Πάλι καλά που δεν έβρεχε, γιατί θα έκαναν πιο πολύ.
«Εδώ είμαστε», είπε ο Σταύρος και έβγαλε τη ζώνη.
Βγήκαν από το αμάξι. Δεν έκανε πολύ κρύο, αλλά είχε αρκετή υγρασία. Το πάρκινγκ δεν είχε παρά λίγα αυτοκίνητα. Ίσως σήμερα δεν χάνανε πολύ χρόνο. Είχε και ο Σταύρος δουλειά να κάνει.
Μπήκαν στο μαγαζί. Έκανε ζέστη και ο φωτισμός ήταν δυνατός. Ποπ τραγούδια από τοπικό σταθμό στα ηχεία –ευτυχώς, όχι από αυτούς που έχουν κουτσομπολίστικες εκπομπές. Δύο υπάλληλοι στα ταμεία, πελάτες να περιφέρονται και να κοιτάζουν τα προϊόντα και να βάζουν στο καλάθι ό,τι θέλουν.
Ο Σταύρος και ο Φίλιππος πήραν ένα καρότσι και ξεκίνησαν να αγοράζουν και να σβήνουν πράγματα από τη λίστα της Δήμητρας. Όταν φτάσανε στο διάδρομο με τα κρουασάν, τις σοκολάτες, τα πατατάκια και τα συναφή, ο Φίλιππος κοιτούσε με πολύ ενδιαφέρον και φαινόταν αναποφάσιστος. Τα ήθελε όλα. Ο Σταύρος θυμήθηκε ότι και ο ίδιος έτσι έκανε στην ηλικία του. Το καλοκαίρι ειδικά τα παγωτά έδιναν κι έπαιρναν. Μαζί με την παρέα… μετά μπάλα στο δρόμο… Ωραία χρόνια. Η σημερινή νεολαία προτιμούσε την κλεισούρα, τους υπολογιστές και τα κινητά. Όσο πήγαινε και χαλούσε ο κόσμος.
Τελικά, όταν ο Φίλιππος τσουβάλιασε τέσσερα σακούλια με κρουασανάκια, δύο με σοκολατάκια και άλλα τόσα με πατατάκια, μπόρεσαν να προχωρήσουν.
Κατέληξαν στο κρεοπωλείο. Σύμφωνα με τη Δήμητρα, τα τυριά, τα ψάρια, τα κρέατα και γενικά ό,τι θέλει ψυγείο ή κατάψυξη το αγοράζεις τελευταίο για να μην ξεπαγώσει πολύ. Για τον Σταύρο, βέβαια, το ίδιο βαρετό ήτανε είτε τα έπαιρνε πρώτα είτε τελευταία, αλλά αφού το αφεντικό ήθελε τελευταία… Ο χώρος εκεί μύριζε παγωμένα λουκάνικα, κοτόπουλα, κιμά… Ήταν καλύτερα από τα απορρυπαντικά, κατά τον Σταύρο.
«Γεια σας», είπε στον κρεοπώλη.
Ήταν ένας παχύς μεσήλικας με πυκνό μουστάκι. Χωριάτης, ένας θεός ξέρει από πού. Ο Σταύρος δεν τον είχε ξαναδεί εδώ. Θα ήταν καινούργιος –τέλος πάντων, όσο καινούργιος μπορεί να είναι ένας τέτοιος τύπος.
«Γεια», είπε ο κρεοπώλης, χωρίς να κοιτάξει τον Σταύρο. Έκοβε μπριζόλες. «Προσφορές σήμερα, πολύ καλές». Σκούπισε το μέτωπό του κάτω από το λευκό σκουφάκι με την ανάστροφη του γαντοφορεμένου του χεριού.
Ξέρει να μιλάει; Ο Σταύρος έβηξε. «Συγνώμη, κύριε;» Δεν του άρεσε να του συμπεριφέρονται υποτιμητικά.
Ο κρεοπώλης δε σήκωσε το βλέμμα του. «Σας προτείνω τα κοτόπουλα. Έχουν είκοσι πέντε τις εκατό έκπτωση και είναι αρίστης ποιότητας». Ανασήκωσε τους ώμους και μετά καθάρισε το λαιμό του.
«Μπαμπά, γιατί κάνει έτσι ο κύριος;» ρώτησε ο Φίλιππος.
Ο Σταύρος δεν του απάντησε. «Κύριε;» πίεσε ξανά τον χωριάτη. «Μπορείτε να με κοιτάξετε λίγο, για να συνεννοηθούμε;»
«Ο κιμάς δεν έχει περιττό λίπος και έχει δέκα τοις εκατό έκπτωση μόνο για σήμερα». Άνοιξε το στόμα του σαν να χασμουριόταν.
«Μπαμπά;»
Ο Σταύρος κοίταξε τον Φίλιππο, που έδειχνε να φοβάται. Έτσι, αποφάσισε απλά να πει την παραγγελία του και να φύγουν. «Θέλω ένα κιλό μπριζόλες, τρία ολόκληρα κοτόπουλα, δέκα λουκάνικα…»
«Σκάσε! Δεν υπάρχει έκπτωση στα λουκάνικα».
Ο Σταύρος κοίταξε αποσβολωμένος τον άντρα, ο οποίος κοιτούσε ακόμα τις μπριζόλες. «Τι είπες;» ρώτησε τον κρεοπώλη.
«Δεν ψωνίζεις λουκάνικα σήμερα. Δε συμφέρει, άνθρωπέ μου! Είναι πανάκριβα».
«Μπαμπά;» ρώτησε ξανά ο Φίλιππος και κόλλησε στο αριστερό πόδι του Σταύρου και πίσω από το καρότσι.
Ο Σταύρος κοίταξε γύρω του. Κανείς. Και ο χωριάτης δεν είχε φωνάξει, οπότε δεν θα τον άκουσαν. «Οκέι. Πάω να μιλήσω με τον προϊστάμενό σου. Αυτή είναι απαράδεκτη συμπεριφορά». Δε συμπαθούσε τους προϊσταμένους, και ο δικός του στην εταιρεία ήταν τελείως βλαμμένος, αλλά εδώ χρειαζόταν. Κάποιος έπρεπε να βάλει στη θέση του αυτό τον υπάλληλο.
«Έλα μαζί μου, Φίλιππε». Γύρισε και απομακρύνθηκε με το γιο του.
Ώσπου σταμάτησε και έπεσε ουρλιάζοντας. Κάτι είχε σφηνωθεί στην πλάτη του. Έβαλε το τρεμάμενο χέρι του και ακούμπησε τη λαβή κάποιου εργαλείου. Μπαλτάς, σκέφτηκε. Δεν ήταν σίγουρος, γιατί η λάμα είχε μπει όλη στην πλάτη του.
«ΜΠΑΜΠΑ!» φώναξε ο Φίλιππος.
«Πήγαινε, Φίλιππε», του ψιθύρισε φτύνοντας αίμα. «Φύγε!»
Άκουσε βήματα να πλησιάζουν.
«Φύγε», επανέλαβε. «Φύγε».
Ο Φίλιππος έφυγε.
Ο Σταύρος έκανε να συρθεί, αλλά ένα χέρι τον έπιασε από κεφάλι και ένα άλλο έβγαλε το μπαλτά από την πλάτη του, κάνοντάς τον να ουρλιάξει ξανά.
«Δεν έπρεπε να παρακούσεις», είπε ο κρεοπώλης. «Εγώ ξέρω τις προσφορές».
Σήκωσε τον μπαλτά και τον κατέβασε απανωτά, ανοίγοντας το σώμα και το κρανίο του Σταύρου.
Το τελευταίο πράγμα που είδε ο Σταύρος πριν πεθάνει στο νοτισμένο από το αίμα του πάτωμα ήταν το γιο του να τρέχει, ενώ από κάπου στο βάθος κάποιος φώναζε να καλέσουν την αστυνομία.

 

K. W.