TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Στο σουπερμάρκετ

Στο σουπερμάρκετ

Ήταν αρχές Αυγούστου του 2008, ενός πολύ ζόρικου καλοκαιριού από πλευράς θερμοκρασιών. Η 30χρονη γυναίκα πάλεψε αρκετά με την ιδέα να βγει ή όχι από το σπίτι της. Ήταν 1 το μεσημέρι, ο κιμάς της είχε ξεπαγώσει, τον είχε ήδη τσιγαρίσει και χρειαζόταν ντομάτες, δεν είχε ούτε πελτέ, ούτε ντοματάκια, τίποτα! Ο άντρας της θα γυρνούσε σπίτι γύρω στις 3 δεν υπήρχε λόγος να του πει να της φέρει τα υλικά που χρειαζόταν, θα αργούσε! Έπρεπε να πεταχτεί μέχρι το σουπερμάρκετ. Αναστέναξε βαθιά και απρόθυμα έκλεισε το μάτι της κουζίνας και φόρεσε τα πιο άνετα πέδιλα της, στον 8ο μήνα της εγκυμοσύνης της τα πόδια της ήταν πρησμένα και βαριά. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε από τους 25 βαθμούς του σπιτιού της στους 42 υπό σκιά. Ο λίβας της έκοψε την ανάσα, πισωπάτησε προς στιγμήν, αλλά υπερίσχυσε τελικά το γουργουρητό στην κοιλιά της, το μωρό απαιτούσε μακαρονάδα με κιμά. Μπήκε στο αμάξι της που έβραζε καθώς ήταν παρκαρισμένο μέσα στο λιοπύρι, στη μόνη διαθέσιμη θέση κοντά στην πολυκατοικία. Δεν είχε καν νόημα να ανάψει το ερκοντίσιον στο αυτοκίνητο, το σουπερμάρκετ ήταν μόλις 5 λεπτά μακριά, δεν θα προλάβαινε καν να λειτουργήσει. Η γυναίκα ξεκίνησε έχοντας ήδη μετανιώσει την κίνηση της να βγει από το σπίτι. Φτάνοντας στο σουπερμάρκετ χρειάστηκε να περπατήσει γύρω στα 100 μέτρα μέσα στο πάρκινγκ, δεν υπήρχε πιο κοντινή θέση. Ανέπνεε βαρια και σίγουρα της είχε πέσει η πίεση. Τα 25 επιπλέον κιλά που κουβαλούσε δεν έκαναν την κατάσταση ευκολότερη και σε συνδυασμό με τον καύσωνα, η γυναίκα ζοριζόταν πολύ. Τουλάχιστον όμως είχε ήδη φτάσει, μπήκε στο σούπερμαρκετ.

Ο νέος άνδρας, γύρω στα 25 βρισκόταν στον διάδρομο με τα ξυριστικά. Ο κόσμος που πέρναγε από τον ίδιο διάδρομο τον κοιτούσε με κρυφή αποδοκιμασία, μία 70χρονη γυναίκα με έντονο βαμμένο κίτρινο μαλλί και κατακόκκινα χείλη σκούντησε την κόρη της, μια εξίσου έντονα μακιγιαρισμένη 45αρα που συναίνεσε στην αποδοκιμασία της μητέρας της σουφρώνοντας το στόμα της με αηδία στη θέα του άνδρα. Μόλις απομακρύνθηκαν η ηλικιωμένη της είπε “είδες χάλι; είδες έναν αλήτη; να χαθεί να χάνεται!” στο οποίο η νεότερη γυναίκα αποκρίθηκε μονολεκτικά “αληταρία” – όμως σκέφτηκε στιγμιαία “χωρίς τα τατουάζ και αυτό το μαλλί θα ήταν ωραίο παλικάρι, κρίμα” σκέψη που ασφαλώς δεν ξεστόμισε. Απομακρύνθηκαν και πλησίασαν προς το ταμείο κάνοντας μια στάση πρώτα στο μανάβικο του μαγαζιού.

Ο άνδρας άπλωσε το χέρι του προς το άφτερ σέηβ της επιλογής του, φαινομενικά αδιάφορος για τα βλέμματα και τις οριακά διακριτικές αντιδράσεις των πελατών του σούπερ μάρκετ στην παρουσία του. Ήταν συνηθισμένος. Το γεμάτο τατούς δέρμα του ήταν αλεξίσφαιρο, καμιά δολοφονική ματιά δεν τον διαπερνούσε. Φορούσε μαύρο παντελόνι και μαύρη μπλούζα με στάμπα JUDAS PRIEST. Είχε ξυρισμένο κεφάλι και μια λωρίδα μαλλιά έτρεχε από το μέτωπο μέχρι τον αυχένα του. Ξυρισμένος κόντρα στα μάγουλα, με ένα πυκνό, μακρύ goatee που τραβούσε τον προσοχή από το piercing στο φρύδι του. Έβαλε το άφτερ σέηβ στο καλάθι με το ψωμί του τοστ, τις μπύρες και τις μπριζόλες και κατευθύνθηκε και εκείνος προς το ταμείο.

Η έγκυος γυναίκα έριξε βιαστικά τα ντοματάκια στο καλάθι της, μαζί με τα αυγά, 2 μπουκάλια τσάι λεμόνι και λίγη φέτα. Σίγουρα χρειαζόταν και άλλα πράγματα μα το μυαλό της δε λειτουργούσε καλά εκείνη την ώρα. Τα πόδια και η μέση της την πέθαιναν και κατουριόταν πολύ, η πίεση του εμβρύου στην ουροδόχο κύστη της τον τελευταίο μήνα της έδινε περιθώρια μισάωρου μακριά από τουαλέτα. Πλησιάζοντας προς τα ταμεία, απλά απελπίστηκε. Απίστευτα πολύς κόσμος. Φλέρταρε για λίγο με τη σκέψη να παρατήσει τα πράγματα και να φύγει, μα λυπήθηκε την ταλαιπωρία της μέχρι εκείνη την ώρα.

Διάλεξε ένα ταμείο στην τύχη, αφού όλα είχαν την ίδια ουρά και περίμενε. Ήταν γύρω στα 10 άτομα μπροστά της, άλλοι με καρότσια, άλλοι με καλάθια. Δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ την εγκυμοσύνη της σε ουρές σε ΔΕΚΟ, τράπεζες ή σουπερμάρκετ, ντρεπόταν. Ποτέ όμως πριν δεν ένιωθε τόσο άσχημα όσο εκείνη τη μέρα. Μπροστά της ήταν ένα ζευγάρι, μετά κάποιοι άλλοι, πιο μπροστά μια ηλικιωμένη με την κόρη της, και σχεδόν μπροστά στο ταμείο ένας χεβιμεταλάς με μαύρα. Αναστέναξε βαθιά (ίσως και λίγο δυνατά, επίτηδες) και το ζευγάρι που ήταν μπροστά της γύρισαν και την κοίταξαν. “Θέλετε να περάσετε;” τη ρώτησαν και η γυναίκα ένευσε καταφατικά, και ευχαρίστησε ντροπαλά. 2-3 ακόμα παραχώρησαν τη θέση τους, χωρίς η γυναίκα να το ζητήσει, απλά με το που την είδαν. Έφτασε ακριβώς πίσω από την ηλικιωμένη και την κόρη της. Και οι δύο την κοίταξαν και της γύρισαν την πλάτη. Η γυναίκα κατάλαβε, μα πραγματικά πλέον κατουριόταν πάρα πολύ και είχε αρχίσει να νιώθει αφόρητο πόνο στη μέση από την ορθοστασία. Δεν άντεξε και είπε “θα μπορούσα να περάσω σας παρακαλώ;” Η ηλικιωμένη δεν γύρισε καν να την κοιτάξει. “Κι άλλες έκαναν παιδιά δεν έκαναν έτσι! Να μην έβγαινε από το σπίτι της” είπε δυνατά στην κόρη της. “Ναι, δεν το καταλαβαίνω αυτό το πράγμα, λες και η εγκυμοσύνη είναι αρρώστια. Άμα δε μπορείς τι βγαίνεις, θες βόλτα; Σε δουλειά να βρισκόμαστε. Λες και μεις ήρθαμε στο σουπερμάρκετ για πλάκα, λες και δε βιαζόμαστε εμείς, δεν έχουμε δουλειές!” υπερθεμάτισε η άλλη γυναίκα δυνατά, επίσης με πλάτη γυρισμένη στην έγκυο γυναίκα. Η έγκυος γυναίκα πάγωσε!

Ο άνδρας με τα τατουάζ και το ξυρισμένο κεφάλι άδειαζε τα πράγματα του εκείνη την ώρα στον ιμάντα του ταμείου. Το βλέμμα του διασταυρώθηκε με εκείνο της ταμία, ακριβώς την ώρα που άκουγαν τις δυο γυναίκες να “ψέλνουν” την έγκυο. Η σκατοψυχιά που είχε ξεχυθεί στην ατμόσφαιρα μύρισε και στους δύο άσχημα.

“Κυρία, ελάτε” είπε δυνατά ο άνδρας στην έγκυο ξαναβάζοντας τα πράγματα στο καλάθι του.
“Είμαστε και μεις εδώ, νεαρέ! Εσύ μπορείς να θέλεις να δώσεις τη θέση σου αλλά εμείς βιαζόμαστε, έχουμε και μεις δουλειές, η μία έγκυος, η άλλη με σπασμένο πόδι, η άλλη με παιδί στα χέρια, εμείς δεν θα πάμε ποτέ σπίτια μας;”

Η έγκυος γυναίκα ήθελε να βάλει τα κλάματα. Είχε ξεχάσει και τη μέση της τώρα και το πόσο πολύ κατουριόταν, να φύγει από αυτή την άβολη κατάσταση ήθελε! Κοίταξε τον άνδρα με άγριο παρουσιαστικό και τα ευγενικά μάτια. Δεν τολμούσε να κουνηθεί μην τυχόν εξαγριώσει τις δυο γυναίκες μπροστά της, μα τότε ο άντρας πήγε κοντά της, πήρε το καλάθι της και άρχισε να τοποθετεί τα πράγματα της μπροστά στην ταμία που άρχισε να τα χτυπάει.
“Μάγκας είσαι εσύ τώρα νεαρέ; Ε; Ε; Τι είσαι; Εμένα με ρώτ…”
“ΜΗ ΜΙΛΑΣ! ΜΗ ΜΙΛΑΣ! ΣΣΣΣΣΣΣΣΣ! ΣΙΩΠΗ!” κάρφωσε την ηλικιωμένη γυναίκα στα μάτια. Μία φλέβα παλλόταν έντονα στον κρόταφο του. Η γριά το βούλωσε και η κόρη της έψαξε απεγνωσμένη το βλέμμα της ταμία που απαξίωνε να την κοιτάξει. Είχε ήδη χτυπήσει τα λίγα πράγματα της εγκύου που φανερά ταραγμένη ψέλλισε ένα δειλό “ευχαριστώ” στον άνδρα που κούνησε το κεφάλι του γνέφοντας “παρακαλώ”.

Ένα νέο ταμείο είχε ανοίξει παραδίπλα και όλος ο κόσμος είχε μετακινηθεί εκεί, αφήνοντας στο συγκεκριμένο, μόνο τον άνδρα του οποίου η ταμίας χτυπούσε ήδη τα πράγματα και τις 2 μουτρωμένες γυναίκες. Ο άνδρας απομακρύνθηκε με τα πράγματα του και οι δυο γυναίκες άνοιξαν οχετό, με την ασφάλεια πλέον πως ο “αλήτης” δεν τις ακούει. Η ταμίας με το ταμπελάκι “υπεύθυνη καταστήματος” στη μπλούζα τις άκουσε στωικά για λίγα δευτερόλεπτα να βρίζουν και μόλις έκαναν να ξεφορτώσουν τα πράγματα τους πάτησε ένα κλείδωμα στην ταμειακή και σηκώθηκε από τη θέση της.
“Το ταμείο έκλεισε, περάστε δίπλα παρακαλώ!” Οι δύο γυναίκες έμειναν με ανοιχτό το στόμα, να κοιτάζουν τις τεράστιες ουρές, στις οποίες θα ήταν πλέον τελευταίες.

 

Ρεντ Χοτ Τσίλι Πέππερ

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

TheBluez Guest

Αφήνω εδώ μια ιστορία, λίγες σκέψεις, δυο κουβέντες. Είμαι επισκέπτης, αναγνώστης, ένας φίλος, μια παρέα.
TheBluez Guest

Latest posts by TheBluez Guest (see all)

1 σκέψη για το “Στο σουπερμάρκετ”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *