Summer Wine

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Αριάδνη την ημέρα που έδινε το τελευταίο της μάθημα στις πανελλήνιες είχε τα γενέθλια της. Έκλεινε τα δεκαοκτώ, αλλά οι φίλοι της, την αποκαλούσαν ακόμη αγγελάκι. Παρά το ότι είχε μεγαλώσει πια η αύρα που ενέδυαν τα ξανθά μακριά μαλλιά και τα πράσινα μάτια της, σε παρέπεμπαν στην εικόνα ενός αγγέλου. Σε αυτά τα παραμυθένια πλασματάκια με τα κόκκινα μαγουλάκια και τα χρυσαφί φορέματα που στολίζουν τις χριστουγεννιάτικες γωνίες.

Υπήρχε όμως μια αξιοσημείωτη διαφορά. Η Αριάδνη μπορούσε πλέον να προκαλεί ερωτικά βλέμματα, παρά την αθωότητα του προσώπου της, παρά την αγγελική μορφή της. Δεν ήταν πλέον ένα όμορφο παιδάκι, αλλά ένα νέο όμορφο κορίτσι που μπορούσε να προκαλέσει με μία κίνηση, με μια ματιά. Και το ήξερε. Της άρεσε να παίζει με αυτό. Αντιλαμβανόταν τον τρόπο που την κοιτούσαν οι άνθρωποι γύρω και άγγιζε με τα μάτια της κάθε βλέμμα που την περιεργαζόταν, πείθοντας καθέναν ξεχωριστά ότι είναι ο ένας και μοναδικός άνθρωπος που πρόσεξε.

Διάβαζε πολύ. Ήθελε να γίνει γιατρός. Όταν τη ρωτούσες πολύ συνειδητοποιημένα αποκρινόταν πως μπορεί να σώσει τον κόσμο. Κάθε λέξη της, κάθε κίνησή της ενέδυε μια σιγουριά, μια αυτοπεποίθηση που σκότωνε άθελα μα και ηθελημένα ενίοτε κάθε αδύναμο ον που θα συναντούσε στο δρόμο της. Μία δύσκολη χρονιά τελείωνε. Είχε κανονίσει με τη φίλη της, ένα ταξίδι στην Κρήτη. Πρόσμενε σε αυτές τις διακοπές περισσότερο και από την είσοδο της στο Πανεπιστήμιο.
Χωρίς να το καταλάβει οι μέρες πέρασαν και το πλοίο είχε μόλις δέσει στην Κρήτη. Δεν πέρασαν ούτε δύο μέρες και οι κατακτήσεις της είχαν κιόλας γράψει διψήφιο αριθμό. Το προηγούμενο βράδυ γνώρισε το Στέφανο. Ο Στέφανος ήταν στην παρέα του Μίλτου που την πλησίασε θαρραλέα ζητώντας να καθίσουν μαζί. Ο Μίλτος είχε μαγευτεί, την κοιτούσε, νιώθοντας την καρδιά του να πάλλεται κι εκείνη ανταποκρινόταν με αυτό το βλέμμα που πείθει ότι δεν υπάρχει κανείς άλλος στον κόσμο, ενώ παράλληλα επεξεργαζόταν κάθε κίνηση του Στέφανου. Τον κοίταξε πρώτη, χωρίς εκείνος να έχει καρφώσει τα μάτια της με το γνωστό θαυμασμό που είχε συνηθίσει να δέχεται. Σχεδόν αδιαφορούσε, θα τολμούσε να πει κάποιος.

Σήμερα το πρωί κανόνισαν να πάνε για μπάνιο όλοι μαζί. Τα αγόρια έμεναν μόνιμα στην Κρήτη και ο Μίλτος υποσχέθηκε στα κορίτσια να τα ξεναγήσουν σε όλες τις παραλίες. Ήταν την ώρα που πήγε να παραγγείλει καφέ όταν άκουσε τη συζήτηση των αγοριών. «Στέφανε δεν είναι πανέμορφη;» Ο Στέφανος αγνοώντας την ερώτηση του φίλου του συνέχισε να ανταλλάσσει μηνύματα με την κοπέλα του. Σπούδαζε στα Χανιά και δεν είχε τελειώσει ακόμη με την εξεταστική της για να επιστρέψει στο Ηράκλειο. Ήταν μαζί ήδη 2 χρόνια, από την τελευταία τάξη του Λυκείου και σχεδίαζαν ήδη να παντρευτούν. Φίλοι από παιδιά, ο ένας ήταν πάντα για τον άλλον και είχαν ονειρευτεί τη δική τους οικογένεια από τους πρώτους μήνες που επέλεξαν να είναι μαζί. «Στέφανε, σου μιλάω!» φώναξε ο Μίλτος. «Άμα αρέσει εσένα, γιατί με ρωτάς;» απάντησε βιαστικά.

Η Αριάδνη θύμωσε πολύ ακούγοντας τα αγόρια να συζητούν. Την ενοχλούσε που ο Στέφανος δεν την είχε προσέξει. Που όχι μόνο δεν είχε μαγευτεί όπως όλοι, αλλά δεν έλεγε καν στον φίλο του πως έκανε την καλύτερη επιλογή. Για την Αριάδνη όλα μετατράπηκαν σε ένα στοίχημα. Έβαλε σκοπό της να σαγηνεύσει το Στέφανο με κάθε μέσο. Με τον κυνισμό που χαρακτήριζε κάθε πράξη της, αδιαφορώντας για το Μίλτο που την φλέρταρε έντονα, για την κοπέλα του Στέφανου που είχε ακούσει ιστορίες για το πόσο τον αγαπούσε, για τη φίλη της που είχε αρχίσει να ερωτεύεται το Μίλτο. Τα βράδια ντυνόταν προκλητικά, φλέρταρε, χόρευε παθιασμένα, τραγουδούσε, γελούσε δυνατά, στη θάλασσα επέλεγε πάντα τη διπλανή ξαπλώστρα και δε σταμάτησε ακόμη και όταν στην παρέα προστέθηκε η κοπέλα του Στέφανου.

Η φίλη της προσπαθούσε μάταια να την αποσπάσει από το παιχνίδι που είχε στήσει. Ωστόσο για εκείνη η αποπλάνηση του Στέφανου είχε γίνει το καλύτερο παιχνίδι της. Δε της ήταν δυνατό να απαντήσει καν στην ερώτηση αν της αρέσει ή αν απλά θέλει να κερδίσει. Είχε μάθει πάντα να κερδίζει πως θα γινόταν άλλωστε να παραιτηθεί από τη διεκδίκηση, χωρίς να πάρει αυτό που θέλει.

Ήταν αργά το μεσημέρι. Είχαν μόλις γυρίσει από τη θάλασσα. Η Αριάδνη ήξερε πως η κοπέλα του Στέφανου θα έλειπε στους δικούς της και σχεδίαζε να φύγει μόνη από το ξενοδοχείο να πάει να τον βρει. Όταν έφτασε τον είδε στη θάλασσα μπροστά στο σπίτι να καπνίζει σκεπτικός. Πήγε και τον αγκάλιασε από πίσω κλείνοντας του τα μάτια και φιλώντας τον στον λαιμό. Ο Στέφανος την άγγιξε, ψελλίζοντας το όνομα της κοπέλας του και αφέθηκε στο φιλί της. Όταν άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε την Αριάδνη τρόμαξε. Την έσπρωξε φωνάζοντας.

«Ήξερες πως ήμουν εγώ» του απάντησε εκείνη. «Ήθελες αυτό το φιλί όσο εγώ», συνέχισε να του ψιθυρίζει αγγίζοντας τον. Ο Στέφανος μάταια προσπαθούσε να ξεφύγει από την αγκαλιά της. Τον χάιδευε με ένα τρόπο τόσο σαγηνευτικό που το να μην ενδώσει φανταζόταν απίθανο. Τον πλησίαζε όλο και περισσότερο, τον κόλλησε πάνω της και ήταν η στιγμή που ο Στέφανος τραβήχτηκε απότομα και άρχισε να τρέχει προς το σπίτι. Η Αριάδνη δε μπορούσε, δεν ήθελε να παραιτηθεί χωρίς να πάρει αυτό που θέλει. Αποφάσισε να σταθεί σε εκείνο το σημείο, ακριβώς μπροστά στο σπίτι του, κοιτώντας επίμονα προς το παράθυρο του, περιμένοντας πως αργά η γρήγορα θα το ξανασκεφτεί και θα βγει. Δεν είχε μάθει να χάνει. Δεν είχε μάθει να σκέφτεται τους άλλους. Δεν είχε μάθει να σταθμίζει το κόστος.

Λίγη ώρα αργότερα, ο ήχος μιας μουσικής πίσω της, την απέσπασε από τις σκέψεις της.

Strawberries cherries and an angel’s kiss in spring… Ο Στέφανος στεκόταν ένα βήμα πίσω της κρατώντας το κινητό του και μια φωτογραφία.

https://www.youtube.com/watch?v=93_zOzMznvs

«Εσύ δεν θυμάσαι ότι πριν δύο καλοκαίρια είχα κλέψει το φιλί ενός αγγέλου, όσο χορεύαμε, μα εγώ το θυμάμαι. Αγγελάκι δε σε φώναζαν και τότε;»

Η Αριάδνη τον κοίταξε με απορία, προσπαθώντας να καταλάβει για τι πράγμα της μιλούσε.
Άπλωσε το χέρι του και της έδωσε μια φωτογραφία δική τους.
«Μην έχεις αυτό το βλέμμα, είσαι περισσότερο εθιστική κι από ένα ποτήρι κρασί. Μοιάζεις με ναρκωτικό. Μπορείς να αποπλανήσεις με ένα βλέμμα σου όποιον σε κοιτάξει. Το έκανες τότε. Τότε τα κατάφερες. Πήρες αυτό που ήθελες. Δεν χρειάζεται να το ξαναπροσπαθείς επειδή δε το θυμάσαι. Δε χρειάζεται να κερδίζεις πάντα. Αυτή τη φορά δεν θα ξυπνήσω από τη μέθη του κρασιού που μου έδωσες, ζητώντας κι άλλο όπως ο ήρωας του τραγουδιού. Αυτή τη φορά θα φύγεις, γιατί θα το ζητήσω εγώ. Την επόμενη φορά, ίσως είμαι ξανά το θύμα. Σε αυτή όμως είσαι εσύ»…

 

Κατερίνα Χρηστίδου

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook