Συγχώρεση.

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Γνωριστήκαμε την πρώτη κι όλας μέρα μαθημάτων στη Σχολή. Έψαχνα την αίθουσα και είχα αγωνία. Ήμουν περήφανη, αλλά και λίγο φοβισμένη. Έψαχνε και κείνος. Μιλήσαμε, γελάσαμε αμήχανα και τελικά καθίσαμε δίπλα δίπλα.

Περνώντας ο καιρός, κάναμε μια παρεούλα με άλλους. Με κείνον ήμουν κολλητή απ την πρώτη μέρα. Ταιριάζαμε πολύ. Χιούμορ και αυτοσαρκασμός, λογική, σταθερότητα. Δούλευε όποτε μπορούσε σε ένα μαγαζί κοντά στο κέντρο για να βγάζει τα έξοδά του. Περήφανος και ανεξάρτητος πάντα. Πολύ τον θαύμαζα. Το μυαλό του κοφτερό σαν λεπίδα. Σε κάποιο κενό ανάμεσα στα μαθήματα, καθόμαστε σε ένα πάρκο και μιλούσαμε. Εκεί μου πρωτοείπε για την οικογένειά του και τα αδέρφια του. Μιλούσε λίγο διστακτικά για τη μητέρα του. Σα να κάτι τον πείραζε, σα να ντρεπόταν για κάτι. Εκεί μου ανοίχτηκε και με δυσκολία μου ομολόγησε πώς η μητέρα του έπασχε από σοβαρό ψυχικό νόσημα. Δε ρώτησα λεπτομέρειες, ό,τι μου έλεγε εκείνος. Μαζί με τη φτώχεια τους, όλα ήταν κακός συνδυασμός. Φαινόταν ότι ήθελε να ξεφύγει απ το περιβάλλον αυτό ο ίδιος.

Η αλήθεια είναι πως ήταν πραγματικά αξιοθαύμαστος. Όποτε είχαμε κενό πρωί ή απόγευμα και όλα τα Σάββατα, πήγαινε και δούλευε. Και ήταν εξαιρετικός φοιτητής.

Τον αγαπούσα, τον θαύμαζα, ήταν το άλλο μου μισό, το φιλαράκι μου , όμως δεν ήμουν σίγουρη πως ήμουν ερωτευμένη. Κάποια στγμή, μου μίλησε, παίρνοντας βαθιά ανάσα. Μου είπε ότι δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς εμένα, ότι είμαστε ήδη ένα κλπ. Εγώ είπα το δισταγμό μου: ότι φοβάμαι μήπως γίνει κάτι και χαλάσουμε τη φιλία μας. Μου είπε διάφορα και με παρακάλεσε να το σκεφτώ καλά.

Κόντευε πρωτομαγιά. Κανονίσαμε όλοι μαζί να πάμε μονοήμερη στον Πόρο. Ήταν υπέροχα. Όλη τη μέρα με κοιτούσε με λατρεία. Ακόμη θυμάμαι το βλέμμα του. Ακόμη έχω κάπου κρατημένο ένα ξερό λουλούδι και ένα μικρό λεμονάκι που μου έδωσε. Σε λίγες μέρες κανονίσαμε όλοι για σινεμά. Τελευταία στιγμή κάτι έγινε και όλοι ακύρωναν ένας ένας.
Μείναμε οι δυο μας. Άντε πάμε μόνοι του είπα. Μέσα στην αίθουσα με αγκάλιασε…

Πέρασε ο καιρός. Είμαστε πια το χαρακτηριστικό ζευγάρι της σχολής. Αγαπιόμαστε πολύ. Καταλαβαινόμαστε. Κυρίως αυτό! Ταιριάζαμε!

Συχνά έβλεπα πόσο υπέφερε με το θέμα της μητέρας του. Είχα πάει και στο σπίτι και με ήξερε. Με συμπαθούσε. Πότε πότε εμφανιζόταν με ένα απόμακρο ύφος, πολύ έντονους μαύρους κύκλους και μίλαγε αγχωμένα και ακατάληπτα. Άλλες φορές ήταν πιο χαρούμενη και πολυλογούσε ασταμάτητα. Εκείνος της μίλαγε αυστηρά και την έστελνε μέσα. Κάποια στιγμή συνέβη ένα τραγικό γεγονός. Αρρώστησε και τελικά πέθανε ο αδερφός του. Αυτό τράνταξε ακόμη περισσότερο την κλονισμένη υγεία της μητέρας του, αλλά και του πατέρα του που ήταν καρδιοπαθής. Το περάσαμε μαζί όλο αυτό. Τραγικές στιγμές. Νοσοκομεία, σπίτι κλινήρης ο μικρός, νεκροταφεία. Η μητέρα του βούλιαξε κ άλλο στον κόσμο της. Ο πατέρας δεν είχε περιθώριο. Κρατιόταν.

Πριν πάει φαντάρος, αρραβωνιαστήκαμε. Πήραμε και πτυχίο εν τω μεταξύ. Εγώ εκτός από μια part time δουλειά που είχα από φοιτήτρια, έψαχνα για κάτι πιο μόνιμο. Βρήκα. Εξαιρετική περίπτωση. Του έστελνα κάποια χρήματα, του έγραφα γράμματα, μιλούσαμε στο τηλέφωνο. όταν ερχόταν λαχταρούσα από χαρά. Εκείνος ήταν υπερευτυχισμένος. Βγήκε απ’ το στρατό, βρήκε μια άλλη δουλειά. Πάντα τον έσπρωχνα να δείξει τις ικανότητές του. Ήταν ο μόνιμος καβγάς μας. Πίστευα πολύ σ’ αυτόν. Του έλεγα να βρει κάτι καλύτερο, να μη βολεύεται. Ωστόσο, ενώ αρχίσαμε να μιλάμε και να κανονίζουμε για το γάμο, πάντα στη μέση έμπαινε το θέμα της μητέρας του. Δεν ήθελε να την παρουσιάζει σε κόσμο καν. Ήταν μόνιμο αγκάθι. Κανένας συγγενής εκτός των γονιών μου δεν την ήξερε.

Άρχισα να σκέφτομαι λίγο πιο μακριά. Τι θα γινόταν αν κάναμε παιδιά; Τη γυναίκα αυτή ποιος θα την φρόντιζε, όταν έμενε μόνη; Και αν τα παιδιά μου κληρονομούσαν αυτή τη σοβαρή ασθένεια; Βασανιζόμουν πολύ. Σκεφτόμουν. Έπρεπε να δω τι θα γίνει πριν παντρευτούμε. Ήμουν δειλή; Μπορεί… Μιλάγαμε όμως για το μέλλον μου. Δεν ήξερα τι να κάνω, ήμουν 26 χρονών.

Κάποιο βράδυ που βρεθήκαμε μου είπε ότι βλέπει πως κάτι έχω. Δεν απάντησα. Στο καινούριο σπίτι είχε έρθει η κρεβατοκάμαρα και ήταν έτοιμη. Δεν είχα το κουράγιο να του πω όσα σκεφτόμουν. Δεν μπορούσα να τον δω να σκέφτεται με μίσος τη μητέρα του. Δεν ήθελα να την αναφέρω καν.

Γύρισα σπίτι. Του έγραψα ένα γράμμα. Δεν είπα τίποτα συγκεκριμένο. Αοριστίες. Δεν είμαι ώριμη, δεν είμαι για γάμους, δεν έκανα καλά που “τα έφτιαξα” με τον κολλητό μου. Για ένα μικρό διάστημα έσπασε τα τηλέφωνα. Βγήκαμε. όταν με είδε ανένδοτη, σηκώθηκε, με κοίταξε και μου είπε: “Δε θέλω να σε ξαναδώ ποτέ”.

Μετά από χρόνια έμαθα ότι πέθανε ο πατέρας του, του έστειλα μήνυμα. Δεν απάντησε ούτε με ένα ευχαριστώ. Δεν έκανε οικογένεια. Ποτέ ως τώρα. Κάποτε, ψάχνοντας κάτι στο πατρικό μου βρήκα ένα κουτί: τα χιουμοριστικά μας προσκλητήρια γάμου.

Εγώ, ζω με τις επιλογές μου, έχω τα παιδιά μου. Δεν με έχω συγχωρέσει. Ούτε εκείνος. Δε με άφησε ούτε συγνώμη να του ζητήσω. Μόνο έγκυος κοινώνησα. Έχω μεγάλο βάρος.

Για εκείνον, ελπίζω μόνο να έχει βρει ένα μικρό μέρος στην καρδιά του που κάποια στιγμή να χωρέσει λίγη συγχώρεση για ‘μένα.

 

Μ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook