TheBluez.gr » 😱 The TerrorBluez! » Tο ντόμινο

Tο ντόμινο

Καθόταν στο μπαλκόνι και χάζευε το ολόγιομο φεγγάρι. Δίπλα του είχε το ποτήρι με το ουίσκι. Στα πόδια του απλωνόντουσαν τα σκαλοπάτια της Γεροκωστοπούλου. Τα φανάρια, δεξιά και αριστερά, φώτιζαν τους χιλιάδες καρναβαλιστές. Τελευταίο Σαββατοκύριακο της αποκριάς και η Πάτρα έσφυζε από κόσμο. Χιλιάδες πατρινοί χόρευαν μασκαρεμένοι σε όλους τους δρόμους της πόλης. Η Γεροκωστοπούλου έμοιαζε με θάλασσα γεμάτη χρώματα. Μία λαοθάλασσα με μαυροδάφνες, μάσκες, στολές και μουσική. Τα ντεσιμπέλ δονούσαν κάθε κύτταρο των καρναβαλιστών. Γέλια, φωνές, κορμιά που λικνίζονταν στον ρυθμό της καρναβαλικής μουσικής απλωνόντουσαν μπροστά του.

Άραγε, πόσοι από αυτούς είναι αληθινά ευτυχισμένοι; Πόσοι από αυτούς έχουν κατακτήσει τα όνειρά τους; Να, ας πούμε, το ζευγαράκι που ανεβαίνει αυτή την στιγμή τα σκαλοπάτια πιασμένο χέρι – χέρι; Ντυμένο πειρατές. Πόσο ερωτευμένο είναι; Τι μυστικά μπορεί να κρύβει το αγόρι; Ή το κορίτσι. Τι θυσίασε για να είναι μαζί του; Και το αγόρι που κατεβαίνει τρέχοντας; Πού πηγαίνει; Τι αναζητά με τόση γρηγοράδα; Και η «Κλεοπάτρα» που χορεύει εκεί κάτω; Έχει βρει άραγε τον δικό της «Αντώνιο» ή ακόμα τον αναζητά;

Ο Τάκης απολάμβανε να χαζεύει τον κόσμο, να τον παρατηρεί, να πιάνει βλέμματα και κινήσεις και να φτιάχνει ιστορίες μέσα στο μυαλό του. Αυτές οι ιστορίες ήταν που τον είχαν κάνει γνωστό συγγραφέα. Αυτές οι ιστορίες ήταν που τον είχαν κάνει να γίνει ένας από τους διακεκριμένους συγγραφείς της χώρας. Αυτές οι ιστορίες ήταν που τον είχαν φέρει στην κατάσταση που βρισκόταν τώρα.

Μία σταγόνα αίμα έπεσε πάνω στο πληκτρολόγιο, την στιγμή που έβαζε την τελευταία τελεία στο κείμενό του. Χάιδεψε τα ματωμένα του δάχτυλα και κοίταζε τον κέρσορα που αναβόσβηνε στην οθόνη του λάπτοπ. Το 7ο βιβλίο του είχε πλέον ολοκληρωθεί. Ένα βιβλίο που τον ταλαιπώρησε ψυχικά και σωματικά. Οι αρθρώσεις των δαχτύλων του, τον πονούσαν. Τέσσερις μήνες τώρα υπέμεινε τα ξεσπάσματα της Χριστίνας. Κάθε λάθος κεφάλαιο και ένα βασανιστήριο. Κάθε λάθος παράγραφος και ο σφιγκτήρας έπιανε τα δάχτυλά του και τα έσφιγγε μέχρι να λιποθυμήσει από τον πόνο.

Τελευταίο Σάββατο της αποκριάς σήμερα. Και σε λίγο θα ξεκινήσουν τα Μπουρμπούλια. Ο παραδοσιακός «μυστικός» χορός των Πατρινών γυναικών. Ένα έθιμο το οποίο πιθανολογείται ότι ξεκίνησε το 1872, μόλις ο Τσίλλερ ολοκλήρωσε την κατασκευή του Δημοτικού Θεάτρου Πατρών, «Απόλλων». Απογευματινοί χοροί κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού και οι γυναίκες της εποχής, ντυμένες ντόμινο και με μία μαύρη μάσκα, έβρισκαν την ευκαιρία να αποδράσουν από το σπίτι. Οι άντρες, ντυμένοι με ένα κοστούμι, διάλεγαν τη ντάμα τους. Μόνο κριτήριο επιλογής το βλέμμα πίσω από τη μαύρη μάσκα. Και ένα βράδυ τρελών υποσχέσεων ξεκινούσε.

Ένα τέτοιο βράδυ, πριν έναν χρόνο, γνώρισε την Χριστίνα. Ντυμένος με το μαύρο του κουστούμι είχε πάει στο χορό των Μπουρμπουλιών και μαζί με την παρέα του παρατηρούσε τα βλέμματα των ντόμινων. Δεκάδες γυναικεία βλέμματα έπεφταν πάνω του, γεμάτα υποσχέσεις. Το δικό του, όμως, βλέμμα κόλλησε σε δύο κατάμαυρα μάτια που έβγαζαν φωτιές. Την πλησίασε, της έτεινε το χέρι και ένας ατελείωτος, ερωτικός, προκλητικός χορός, άρχισε ανάμεσά τους.
Το ερωτικό σμίξιμο σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου ήταν η φυσική εξέλιξη της βραδιάς. Εκείνη όλο το βράδυ, με τη μάσκα να καλύπτει το πρόσωπό της, του πρόσφερε το ένα συγκλονιστικό ταξίδι αισθήσεων. Τα σώματά τους ενώθηκαν και η ηδονή κυρίευσε κάθε κύτταρο τους. Κάθε φορά που επιχειρούσε να της βγάλει τη μάσκα, εκείνη απομάκρυνε άγρια το χέρι του και με τα νύχια της χάραζε μικρές γρατζουνιές στην πλάτη του. Αυτό τον εξίταρε ακόμα περισσότερο και τον έκανε να μπαίνει μέσα της πιο βίαια και πιο άγρια. Η κορύφωση και των δύο ήταν μοναδική.

Η επόμενη μέρα τους βρήκε να κοιμούνται αγκαλιά, εξουθενωμένοι από το ερωτικό βράδυ. Ο Τάκης ξύπνησε πρώτος και αντίκρισε το όμορφο πρόσωπο της Χριστίνας. Η μάσκα είχε βγει και έτσι κατάφερε να δει τα κατακόκκινα χείλη της, την ομορφιά του προσώπου της. Μετά από λίγο ξύπνησε και αυτή και του έδωσε ένα φιλί όλο πάθος. Και χωρίς πολλά λόγια, χωρίς διευκρινίσεις, χωρίς λεπτομέρειες, συναντήθηκαν ξανά και ξανά. Και μία σχέση έκανε τα πρώτα της βήματα.

Μια σχέση που σιγά – σιγά εξελίχθηκε σε Γολγοθά. Η Χριστίνα ζήλευε ακόμα και θηλυκή γάτα να πλησίαζε τον Τάκη. Σε κάθε παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του ήταν παρούσα και ξεπετούσε γρήγορα κάθε αναγνώστρια που θεωρούσε απειλή. Απέλυσε τον μάνατζερ που είχε. Ανέλαβε αυτή τις επαφές με τον Εκδοτικό Οίκο. Έκλεινε παρουσιάσεις χωρίς να τον ρωτά. Απαντούσε στα e-mail των αναγνωστών. Διαχειριζόταν το προφίλ του στα social media. Και σιγά – σιγά τον απέκλεισε από τον έξω κόσμο. Ο προσιτός συγγραφέας Τάκης, είχε γίνει πλέον ακριβοθώρητος. Μόνο ό,τι ενέκρινε η Χριστίνα γινόταν.

Όμως, η παράνοια έφτασε στα όριά της όταν απαίτησε από τον Τάκη να γράψει ένα βιβλίο με αυτήν κεντρική ηρωίδα. Για τόσες και τόσες έγραφε, τι ήταν να γράψει ένα βιβλίο για αυτήν; Ενημέρωσε τους πάντες ότι ο συγγραφέας θα απομονωνόταν σε ένα νησί για να γράψει το καινούργιο του βιβλίο και τον έκλεισε στο σπίτι του να γράφει. Κάθε βράδυ έλεγχε τι έγραφε και όταν έμενε ικανοποιημένη τον αποζημίωνε με ερωτικές συνευρέσεις. Το μαρτύριο ξεκινούσε όταν δεν έμενε ικανοποιημένη. Τα βασανιστήρια του Μεσαίωνα φαινόντουσαν «παιδική χαρά» μπροστά σε αυτά που περνούσε όταν η Χριστίνα νευρίαζε.

Ένιωσε την ανάσα της στον λαιμό του. «Τελείωσες, αγάπη μου;», τον ρώτησε. Και κρύοι κυνόδοντες ακούμπησαν τον σβέρκο του. Γύρισε την κοίταξε με ένα βλέμμα απόγνωσης. Ντυμένη βρικόλακας στεκόταν από πίσω του, με τα μεγάλα μυτερά νύχια της να αγγίζουν τους ώμους του. Με κομμένη την ανάσα περίμενε την αντίδρασή της, την ώρα που θα ολοκλήρωνε την ανάγνωση του τελευταίου κεφαλαίου.

«Με σκότωσες;», τσίριξε μόλις διάβασε την τελευταία σελίδα του κειμένου. «Σοβαρά; Με όλα όσα πέρασες, είχες το θράσος να με σκοτώσεις;», του είπε με ένα βλέμμα όλο μίσος. Του έριξε στο πρόσωπο με τη σιδερογροθιά και ρυάκια αίματος άρχισαν να τρέχουν από παντού. Τον σήκωσε απότομα από την καρέκλα και τον έσυρε στις σκάλες του σπιτιού. Τον έσπρωχνε για να κατέβει τις σκάλες και να βγουν στον δρόμο. Με το μαχαίρι στο ένα χέρι και με τα νύχια του άλλου χεριού του έγδερνε βίαια την πλάτη. Ο Τάκης ούρλιαζε από τον πόνο, όμως κανένας δεν μπορούσε να τον ακούσει. Η μουσική κάλυπτε τα ουρλιαχτά του.

Βγήκαν στον δρόμο και μπροστά στην πόρτα του σπιτιού κοίταζαν τους μασκαράδες που χόρευαν και διασκέδαζαν. «Ετοιμάσου για το φινάλε», του είπε και έμπηξε τους κυνόδοντες στο λαιμό του, ενώ την ίδια στιγμή του κάρφωνε το μαχαίρι στην πλάτη. Ο πόνος τον παρέλυσε. Τα πόδια του λύγισαν. Το βλέμμα του στράφηκε προς τα πυροτεχνήματα που έσκαγαν στον πατρινό ουρανό. «Μωρό μου, κοίτα. Βρικόλακας και θύμα. Πόσο αληθινό μοιάζει. Μέχρι και το αίμα νομίζεις ότι τρέχει αληθινό από το λαιμό του», άκουσε μια κοπέλα να λέει. Και με αυτά τα λόγια, με αυτές τις εικόνες άφησε την τελευταία του πνοή.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Χρυσή - Σίσυ Αγγελίδου

«H ζωή μου μια βόλτα». Όχι η ταινία του Παπακαλιάτη αλλά η ζωή μου πραγματικά. Γεννημένη στην Καλαμάτα, καταγωγή και από Κομοτηνή, με πατέρα λιμενικό όργωσα όλη την Ελλάδα. Και καθώς μου αρέσουν τα ταξίδια είπα να συνεχίσω την παράδοση και παντρεύτηκα λιμενικό.
Καλαμάτα, Αστάκο, Ληξούρι, Πάτρα, Κομοτηνή, Θεσσαλονίκη (φοιτήτρια), Καστέλι Χανίων, Ρέθυμνο, Ηράκλειο, Άγιος Νικόλαος και μάλλον εμένα είχαν στο μυαλό τους οι Lokomondo όταν έγραφαν το τραγούδι «Οδύσσεια». Σεργιάνι στην Ελλάδα, σεργιάνι στην ψυχή μου, σεργιάνι μέσα από χαρτί και μολύβι. Ρίξαμε άγκυρα, λοιπόν, για όσο πάει στον Άγιο Νικόλαο στην Κρήτη και ασχολούμαι με την μεγάλη μου αγάπη. Το βιβλίο. Από το νηπιαγωγείο «διάβαζα» μέσω της μαμάς. Και από τότε μέχρι σήμερα διαβάζω. Και από τότε μέχρι σήμερα ταξιδεύω με τις λέξεις. Και πριν λίγο καιρό άρχισα τα ταξίδια μου αυτά να τα μοιράζομαι μαζί με άλλους.
Χρυσή - Σίσυ Αγγελίδου

Latest posts by Χρυσή - Σίσυ Αγγελίδου (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *