Τα χέρια

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τόσα χέρια, παντού. Σχεδόν κάθε άνθρωπος έχει από δύο. Όμως, εκείνος τα απεχθανόταν. Του θύμιζαν την ταπείνωση της ύπαρξής του, εκείνο το βράδυ σε ένα πάρκο του Βερολίνου. Το μυαλό του βουτάει στα ταραγμένα νερά των αναμνήσεων. Θυμάται σα να ήταν χθες…

Είχε κρύο εκείνη τη βραδιά και ο ουρανός μάζευε απειλητικά πάνω από το διαμέρισμά του. Τα αγνόησε και τα δύο και φώναξε την Έλλα, το πανέμορφο χάσκυ, που είχε για να το πάει βόλτα. Ήρθε και του έγλειψε τα χέρια, που αργότερα θα καθάριζε από τα αίματα. Η βόλτα τους, τους οδήγησε σε ένα από τα πάρκα της γερμανικής πόλης. Ο κρύος αέρας του χτυπούσε το πρόσωπο, όταν ένιωσε ένα βήμα να συγχρονίζεται με το δικό του και να να τους ακολουθεί. Η Έλλα δεν τον είχε αντιληφθεί ακόμη, αφού ο αέρας έπαιρνε μακριά τη μυρωδιά του σώματός του. Ούτε ο αέρας δεν ήταν σύμμαχός του εκείνη τη νύχτα. Γιατί αν ήταν θα είχε αναγνωρίσει το άρωμα του φίλου του, πριν αυτός του βάλει το μαντίλι με το χλωροφόρμιο κάτω από τη μύτη. Σωριάστηκε κάτω και μόλις η Έλλα πήγε να τον μυρίσει, για να καταλάβει τι έπαθε, έπεσε κι αυτή. Ξύπνησε με ένα πονοκέφαλο από την πτώση και γυμνός από τα ρούχα του. Τουρτούριζε από το κρύο. Κοίταξε γύρω του το χώρο για να δει που είναι και διαπίστωσε ότι βρίσκεται με το πρόσωπο ξαπλωμένος πάνω σε ένα παγκάκι. Παραδίπλα στεκόταν ο φίλος του και κάπνιζε. Όμως, μόλις τον είδε, σηκώθηκε, πέταξε το τσιγάρο του και ήρθε από πάνω του.

-Ξύπνησες! Μάλλον, έπρεπε να έχω βάλει περισσότερο χλωροφόρμιο, αλλά αφού είσαι ξύπνιος, απόλαυσέ το! Με αυτή τη φράση γελάει σαδιστικά. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, έχει ήδη ασελγήσει πάνω του και το παγωμένο κορμί του, δεν του επέτρεψε να αντιδράσει. Αφέθηκε μόνος και κοκαλωμένος να κλαίει και να αναρωτιέται τι του συνέβη. Τότε, νιώθει το υγρό άγγιγμα της Έλλα να του γλείφει τα χέρια που έχουν γδαρθεί από το σκληρό ξύλο του παγκακιού. Το ένστικτο της επιβίωσης υπερίσχυσε και τον ανάγκασε να σηκωθεί, να ψάξει τα ρούχα του και να περπατήσει με όση δύναμη του απέμεινε στο σπίτι του. Το πιστό του σκυλί πάντα δίπλα του, στήριγμά του στο δύσκολο δρόμο της επιστροφής. Πόσα ερωτηματικά και πόσες φορές σκέφτηκε να πηδήξει στο κενό του ακάλυπτου. Πόσες φορές δεν το έκανε γιατί σκέφτηκε ότι θα δικαίωνε αυτόν που τον ταπείνωσε έτσι. Και υποσχέθηκε στον εαυτό του μετά από πολύ πόνο ότι θα το ξεπερνούσε. Γιατί το άξιζε. Έτσι, πέρασε ο καιρός. Και έφτασε στο σήμερα. Που είδε αυτόν που τον έκανε να νιώσει σκουπίδι, να τον προσπερνά αμέριμνος. Σαν υπνωτισμένος τον ακολούθησε μέχρι το ίδιο πάρκο που τον είχε βιάσει. Στάθηκε από πίσω του και τον έπιασε από το λαιμό. Κατευθείαν του κόπηκε η ανάσα και τον πέταξε πάνω σε ένα παγκάκι. Όταν ο πρώην φίλος του τον αντίκρισε, τα μάτια του πάγωσαν από φόβο.

-Λοιπόν, δεν έχεις να πεις κάτι; Τίποτε από αυτή την έξυπνη φράση που είχες πει τότε; Αν νομίζεις ότι θα σε σκοτώσω, κάνεις λάθος. Ο θάνατος θα είναι λύτρωση. Και εγώ δεν είμαι τόσο γενναιόδωρος. Θα σε αφήσω με τις Ερινύες να σου ψιθυρίζουν πόσο βασάνισες μια ψυχή και θα σε αφήσω να έχεις το κρίμα αν ποτέ αυτοκτονήσω. Απόλαυσέ, το! είπε και γέλασε σαδιστικά.

Ηθελημένα, είχε πει τη φράση που ο ‘φίλος’ του του είχε πει εκείνη τη νύχτα. Έφυγε σιγοτραγουδώντας. Ο άλλος δεν τόλμησε να τον ακολουθήσει. Τα χέρια του τώρα πια δεν του φαίνονταν τόσο απαίσια. Είχαν καθαρίσει από τη βρωμιά της ψυχής του άλλου.

 

Ε.Λ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook