Τα δάκρυα όλου του κόσμου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η γυναίκα είχε στηρίξει το κεφάλι στον αγκώνα της και χάζευε, χαμογελώντας, τα παιδιά στο πάρκο. Πάντα ήθελε να κάνει παιδιά. Παλιότερα ήθελε πολλά παιδιά, ζευγάρια με ποδαράκια και χεράκια να κατακλύζουν το σπίτι της. Δύο, τρία, τέσσερα, πέντε. Πλέον, ακόμα και με το ένα που μεγάλωνε στην κοιλιά της, ήταν χαρούμενη.
Ο άνδρας που φύτεψε τον καρπό αυτόν, δεν ήθελε παιδιά. Ήταν ατύχημα, έλεγε. Είναι ευλογία, του απάντησε. Κι έτσι ο άνδρας έφυγε κι η γυναίκα έμεινε μόνη της να κάνει βόλτες στο πάρκο, χαϊδεύοντας την κοιλιά της και κάνοντας όνειρα για το προσεχές μέλλον.

Το αγοράκι της γεννήθηκε μία βροχερή μέρα. Οι δρόμοι είχαν ποτίσει, τα παράθυρα είχαν κουραστεί να φιλοξενούν αμέτρητες σταγόνες που σέρνονταν πάνω τους. Η γυναίκα δεν υπέφερε, ο τοκετός ήταν φυσιολογικός και το πρώτο κλάμα του παιδιού αντήχησε σε όλο το δωμάτιο.
Κι από τότε, δεν σταμάτησε να κλαίει καθόλου.
Τα πρώτα βράδια υπέθεσε ότι έφταιγε το μαιευτήριο κι η πολυκοσμία. Έτσι, έδιωξε όσους φίλους και συγγενείς ερχόντουσαν για να της ευχηθούν. Όταν έφτασαν σπίτι, το μωρό συνέχισε να κλαίει ακόμα πιο δυνατά. Τα μάγουλα του είχαν πρηστεί, τα μάτια του ήταν μονίμως κόκκινα και τα χείλη του έβγαζαν μόνο αυτόν τον εκνευριστικό και μονότονο ήχο.
Η γυναίκα δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί, δεν μπορούσε να φάει, δεν μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτα. Το παιδί άρχισε να μεγαλώνει, αλλά το κλάμα δε σταμάτησε ποτέ. Προσπάθησε να το βγάζει βόλτες, στην εξοχή, στα πάρκα, σε μαγαζιά, να βλέπει κι άλλα παιδιά για να χαίρεται. Ο μικρός όμως, απτόητος, έκλαιγε συνέχεια.

Τις ελάχιστες στιγμές που το κλάμα σταματούσε, η γυναίκα νόμιζε ότι βρίσκεται μέσα σε όνειρο. Ότι όλη η ζωή της, από τη γέννηση του μικρού μέχρι τώρα, ήταν ένας ολοζώντανος εφιάλτης που μόνο η παραδεισένια ησυχία έσκιζε το σκοτάδι του. Τα υπόλοιπα παιδιά δεν ήθελαν να παίζουν ένα κλαψιάρικο, οι συγγενείς δεν άντεχαν να επισκέπτονται ένα στόμα που κάνει μόνο φασαρία, οι άνδρες δεν άντεχαν να πλησιάζουν μία γυναίκα που δεν είχε ούτε ένα λεπτό προσωπικής ζωής, μακριά από το συνεχόμενα, κλαμένο παιδί της.

Το παιδί έγινε ενήλικας, η γυναίκα μεγάλωσε μαζί του, άσπρισαν τα μαλλιά της, γκρίζαραν τα δικά του. Τα χρόνια πέρασαν σαν παραφορτωμένο τρένο, που σέρνεται σε σκουριασμένες ράγες βγάζοντας ένα συνεχόμενο, στριγκό ήχο. Ένα παρατεταμένο κλάμα.
Κάποια στιγμή, το παιδί πέθανε.
Δεν έγινε κάποιο ατύχημα ούτε κόλλησε κάποια αρρώστια.
Απλά, σταμάτησε να κλαίει κι αυτόματα να αναπνέει.

Δεν είχε περάσει ούτε τα σαράντα. Η γυναίκα έσκυψε από πάνω του και καταράστηκε τον εαυτό της όταν το πρώτο πράγμα που σκέφθηκε ήταν να μην ανοίξει πάλι ο γιος της το στόμα του κι αρχίσει να κλαίει. Το βουητό από τ’ αυτιά της έκανε ώρες να εξαφανιστεί κι όταν πλέον βεβαιώθηκε, κανόνισε τα απαραίτητα για την κηδεία.
Το βλέμμα της ήταν χαμένο, εστιασμένο στο πάτωμα, το πρόσωπο της ανέκφραστο. Ελάχιστοι παρευρέθησαν στην κηδεία να της συλλυπηθούν. Εκείνη, μηχανικά, έγνεφε προς το πάτωμα κι έλεγε «ευχαριστώ».
Όταν στο τέλος έμεινε μόνη της, πλησίασε τον φρεσκοσκαμμένο τάφο του γιου της και συνειδητοποίησε ότι δεν ένιωθε τίποτα. Ούτε θλίψη, ούτε θυμό, ούτε οργή. Τα τελευταία σαράντα χρόνια έμοιαζαν κλεισμένα σε μία τεράστια φούσκα η οποία είχε σπάσει και τα κομμάτια είχαν πλέον σκορπίσει στον αέρα.

Σηκώθηκε αργά και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Κάποια στιγμή, άκουσε κλάμα. Τραντάχτηκε, αναπήδησε και φώναξε το όνομα του γιου της.
Αλλά δεν ήταν κανείς εκεί.
Το κλάμα φαινόταν να έρχεται από πολλά πρόσωπα. Είχε ποικιλία, ακουγόταν μακριά και κοντά, δυνατά και χαμηλά. Ήταν κλάμα ανδρικό, γυναικείο, παιδικό, τσιριχτό, βαθύ και γοερό. Έκλεισε τ’ αυτιά με τις παλάμες της κι ευχήθηκε να σταματήσει αυτός ο εφιαλτικός θόρυβος!

Τότε, σαν το δυνατό φως του ήλιου που σε λούζει το ξημέρωμα, της ήρθαν απανωτές εικόνες από το παρελθόν. Εικόνες από το μαιευτήριο που πρωτάκουσε το κλάμα του γιου της και της είχε κάνει εντύπωση που κανένα άλλο μωρό δεν έκλαιγε.
Εικόνες από το σπίτι όταν το μοναδικό κλάμα που ακουγόταν σε όλα τα διαμερίσματα ήταν το δικό της κι όχι υπολοίπων παιδιών που έμεναν στην πολυκατοικία.
Εικόνες από το πάρκο, από την εξοχή, από τους περιπάτους όπου όλα τα παιδιά έπαιζαν χαρούμενα και κανένα δεν έκλαιγε όταν χτυπούσε, όταν τσακωνόταν, όταν το μάλωναν οι γονείς του.
Εικόνες από τα σχολεία, από τις δουλειές, από τις νυχτερινές βόλτες που ο γιος της έκλαιγε ασταμάτητα όσο οι υπόλοιποι συνομήλικοί του είχαν ένα χαμόγελο στολισμένο μόνιμα στο πρόσωπό τους.
Εικόνες που πλημμύρισαν σαν δάκρυα το πρόσωπό της.
Εικόνες με τα δάκρυα όλου του κόσμου που χύθηκαν, όλα, από τον δικό της γιο.

Η γυναίκα έκανε μεταβολή κι έτρεξε προς τον τάφο. Ξάπλωσε αμέσως πάνω του και τότε, για πρώτη φορά μετά από σαράντα χρόνια, έκλαψε.
Όχι για τα χρόνια που έχασε, για τους ανθρώπους που δεν γνώρισε, για τις στιγμές που βασανίστηκε. Αλλά για το παιδί της που, άθελα του, σήκωσε όλο το βάρος του κόσμου στους ώμους του.
Η γυναίκα έκλαψε όλη νύχτα κι έμεινε εκεί ξαπλωμένη ως το πρωί.

Το μοναδικό που ένιωσε από την αναδυόμενη, θολή φιγούρα που ανέβαινε προς τον ουρανό, ήταν μία τελευταία, πικρή σταγόνα, που έπεσε στα ξερά χείλη της.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook