Τα κοτσύφια

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Επιστρέφω από τη δουλειά. Με πόδια βαριά και κεφάλι που πάλλεται στα μηνίγγια. Κεντρική λεωφόρος. Κίνηση. Κορναρίσματα . εκνευρισμός. Περπατώ με το μυαλό να φτιάχνει λίστες. Τι θα φάω. Τι θα πάρω από σουπερμάρκετ. Τι εκκρεμότητες άφησα για αύριο στη δουλειά.

Ώσπου σαν θαύμα σε ένα μικρό δευτερόλεπτο, η πόλη σωπαίνει. Και διακρίνω ένα πανέμορφο τραγούδι . Βρίσκομαι δίπλα από μια αλτάνα με ψηλά δέντρα. Κατευθύνω αμέσως το βλέμμα στο πιο ψηλό κλαδί. Δεν κάνω λάθος. Ένα πουλί με μυτερό ράμφος, σηκωμένο να τρυπάει τον ουρανό, καλεί με το τραγούδι του το ταίρι του. Διακρίνω το τρέμουλο του ορθωμένου του λαρυγγιού. Ο ήλιος λάμπει στο βαθύ μπλε σώμα του. Χα! Ένας πετροκότσυφας, σκέφτομαι! Σε ένα πιο χαμηλό κλαδί απαντάει μια κοτσυφίνα. Παρακολουθώ την τραγουδιστή στιχομυθία για λίγο. Χαμογελάω. Ο πετροκότσυφας είναι σκούρο μπλε γυαλιστερός πάντα. Τον βρίσκουμε μόνιμα στο πιο ψηλό σημείο κ όλα τα αλλά κοτσύφια στέκουν πάντα πιο χαμηλά. Πώς μπορώ εγώ να διακρίνω πουλιά κ κελαηδίσματα; Που απέκτησα την ασήμαντη αυτή ικανότητα να τα εντοπίζω επιτυχώς στα φυλλώματα; Να ακούω το τραγούδι τους μέσα από τη βουή της πόλης; Εγώ; Που γεννήθηκα στο τσιμέντο. Που το φυσικό μου περιβάλλον είναι οι τοίχοι κ οι λεωφόροι, που οι μόνοι ήχοι που αναγνωρίζω είναι τα ηλεκτρονικά μπιπ μπιπ των συσκευών .

Αναπόφευκτα η σκέψη γυρνάει και σε βρίσκει.

Τότε. Που, υποτίθεται, εσύ με αγαπούσες και εγώ σε λάτρευα. Που όριζες κάθε μου κύτταρο. Δεν προλαβαίνω να αποδιώξω τη σκέψη. Η πρώτη θύμηση με χτυπάει σαν χαστούκι. Πόσο έντονα τσακωνόμασταν. Η ντροπή που ένιωθα σαν συναντούσα τη γειτόνισσα μετά, η οποία με κοιτούσε συμπονετικά. Γιατί άκουγε. Γιατί ήξερε. Και εκείνη η φορά… στην εφημερία νοσοκομείου, χωρίς κανέναν. Επειδή παραπάτησα και χτύπησα το κεφάλι. Όχι γιατί με έσπρωξες στον καβγά. Όχι. Σε προστάτευα ακόμα κ εκεί. Κ μετά που με πήρες να πάμε (να με πας!) διακοπές. Από τύψεις και ενοχές. Αλλά και εκεί. Μέσα στη θάλασσα ξαφνικά από ηλίθια αφορμή που ούτε καν θυμάμαι, ούτε καν κατάλαβα ποτέ. Τύλιξες τα χέρια σου γύρω μου και με έσυρες κάτω από το αλμυρό νερό. Κάθε που έβγαινα με κόπο να πάρω ανάσα, γροθιές μίσους (νομίζω χίλιες ήταν, έτσι τις ένιωθα) ράπιζαν το πρόσωπο μου. Δεν θυμάμαι πώς βγήκα έξω. Δεν ξέρω πως έζησα.
Και μετά κλάμα και συγνώμες και έρωτας εξιλέωσης.

Κράτησε αυτή η παράνοια χρόνια πολλά. Μια ολόκληρη ζωή θαρρώ. Εκεί σε κάποια από της εκδρομές ελεημοσύνης και συγνώμης περπατήσαμε σε ένα ορεινό μονοπάτι. Μου έδειχνες σαν μικρό παιδί με έκσταση κ ενθουσιασμό τριγύρω. Πώς λέγεται το κάθε λουλούδι, τι κάνει το κάθε έντομο, πώς κελαηδάει κάθε πουλί και που φωλιάζει. Εκεί μου έμαθες να εντοπίζω πετροκότσυφες. Ποσό αγαπούσες τη φύση! Εσύ! Που μισούσες τόσο τους ανθρώπους, πόσο την εκτιμούσες! Και πόσο υποτιμούσες τους άλλους! Όλους; Πιθανό. Εμένα; Σίγουρα. Με χειριζόσουν, με έκανες να νιώθω πως δεν αξίζω τίποτα περισσότερο. Ανικανότητα. Ήταν το όπλο σου βλέπεις, για να μην φύγω ποτέ.

Και όμως. Κάποτε άλλαξα σπίτι. Για να μην συναντώ τη γειτόνισσα.

Κάποτε έφυγα.

Και έκλαψα. Πολύ. Ακόμα κλαίω που και που. Σαν τραγουδάνε τα πουλιά. Όχι για σένα . Ποτέ. Για μένα. Που αντάλλαξα τόσα χρόνια. Και την αγάπη που είχα να δώσω, απλά και μόνο για να μπορώ να ακούω τα κοτσύφια.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook