Τα μπλε ντοματάκια

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα μπλε ντοματάκια….
Όλη μέρα στο μυαλό μου σήμερα τα ντοματάκια. Εκείνα τα μακρόστενα που οι Ιταλοί λένε πομοντόρο. Δεν τα ήξερα με αυτό το όνομα. Ντοματάκια τα έλεγα πάντα. Η κυρά Βαγγελιώ στο χωριό τα έλεγε μπουκαλάκια. Όπως και να έχει εγώ τα έχω στο μυαλό μου όλη μέρα. Τα σκέφτομαι πάντα όταν ακούω για κηδείες νέων ανθρώπων. Τα έχω ταυτίσει με αναμνήσεις αβάσταχτες…

Τέτοια εποχή, καλοκαίρι. Ατελείωτο καλοκαίρι των παιδικών χρόνων. Τα ντοματάκια συνόδευαν τα απογεύματα του παιχνιδιού και της εξερεύνησης. Ήταν πάντα στο μενού του πικ νικ που συνηθίζαμε να πηγαίνουμε με τη Μαρίτσα τη φίλη μου. Την πρώτη μου φίλη, το πρώτο κοριτσάκι που πήρα από το χέρι στο νηπιαγωγείο, με μια αίσθηση ευθύνης και αποφασιστικότητας μιας και ήταν ένα χρόνο πιο μικρή κι είχα την υποχρέωση ως μεγαλύτερη να βοηθήσω το μικρούλι από το προνήπιο, που ο μπαμπάς του δούλευε μαζί με τον μπαμπά μου.

Θυμάσαι Μαρίτσα; Τόσα παιδιά –νήπια και προνήπια μαζί- στοιβαγμένα σε ένα μικρό δωμάτιο που υποτίθεται πως ήταν το νηπιαγωγείο μας. Μια νοικιασμένη αίθουσα στο ισόγειο ενός διώροφου κτίσματος, που για να πάμε τουαλέτα έπρεπε να βγούμε έξω και να προσέχουμε μην πεταχτούμε στο δρόμο. Μια ξερή και μικρή αίθουσα γεμάτη παιδιά και ζωγραφιές. Μικρά τραπεζάκια και καρεκλάκια που στριμώχνονταν το ένα δίπλα στο άλλο για να μας χωρέσει. Αλλά μας φαίνονταν χώρος μαγικός. Όπως μαγικό ήταν το κουκλοθέατρο, αυτή η ξύλινη κατασκευή με το σκούρο βυσσινί ύφασμα που νομίζαμε πως κρύβει πίσω του μαγικούς κόσμους. Τον κόσμο του Πιπίνου και των φίλων του. Που ανυπομονούσαμε να εμφανιστεί να μας εξιστορήσει τις περιπέτειες της ζωής του. Που ανταποκρίνονταν άμεσα στο κάλεσμα-τραγούδι μας όταν μας ζητούσε η κυρία Πόπη η νηπιαγωγός να τον φωνάξουμε. «Έλα Πιπίνο , έλα να παίξουμε, να τραγουδήσουμε και να χορέψουμε….» Κι αυτός ζωντάνευε μέσα από τα χέρια της και μας έκανε να γελάμε και να χειροκροτούμε ενθουσιασμένα. Ήσουν 4 ετών Μαρίτσα κι εγώ 5.

Ήσουν τόσο εύθραυστη και ευαίσθητη. Ένα μοναχοπαίδι που η μαμά σου πέρασε τόσα για να σε αποκτήσει. Υπερπροστατευτική μαζί σου και αυστηρή, ένα βήμα πάντα πριν από εσένα να ελέγχει και να καθοδηγεί κάθε σου κίνηση. Ο μπαμπάς σου πιο ήρεμος και σιωπηλός, πάντα εκεί να ικανοποιεί τις επιθυμίες σου, αλλά και να σε προστατεύει από όλους και όλα. Το ήξερα και το ένιωθα πως έλεγχαν κάθε μας κίνηση, κάθε μας κουβέντα. Αισθανόμουν πως ήταν πολύ αυστηροί και καταπιεστικοί μαζί σου. Τότε δεν ήξερα πως ένιωθαν. Το ίδιο βίωνα ως ένα βαθμό με τους δικούς μου γονείς, εγώ όμως είχα και μια αδερφή και η προσοχή πάντα μοιράζονταν. Δεν αισθανόμουν να με πνίγει η προστασία των γονιών μου. Θυμάσαι που μου έλεγες πόσο ήθελες κι εσύ να έχεις μια αδερφή; Δεν μπορούσα τότε να σε καταλάβω. Ούτε να καταλάβω την αγωνία και το άγχος των δικών σου γονιών, που ζούσαν και ανέπνεαν μόνο για σένα. Έγινα μαμά και το κατάλαβα.

Καταγόμασταν από το ίδιο μέρος και βρεθήκαμε κάπου αλλού εξαιτίας της δουλειάς των μπαμπάδων μας. Μας ένωσε ο τόπος καταγωγής και η προσπάθεια επιβίωσης τους, σε μια δεκαετία όπου η χώρα βίωνε τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και προσπαθούσε να βρει την ταυτότητα και το ρόλο της. Ούτε που το καταλαβαίναμε κι ούτε που μας ένοιαζε. Για μας το σημαντικότερο ήταν οι γκάφες του Ταρνανά και τα γέλια που κάναμε όταν σχολιάζαμε με κάθε λεπτομέρεια αυτά που είχαμε δει το προηγούμενο βράδυ στο επεισόδιο της Λωξάντρας.

Τα καλοκαίρια μόλις έκλειναν τα σχολεία φεύγαμε και πηγαίναμε στα μέρη μας. Δίπλα στη θάλασσα και στα σπίτια που με κόπο έχτιζαν οι γονείς μας. Με το όνειρο να εγκατασταθούν κάποτε μόνιμα εκεί. Όλο το καλοκαίρι παίζαμε και ονειρευόμασταν. Τα απογεύματα ερχόμουν σπίτι σου να σε πάρω. Πηγαίναμε βόλτες στην παραλία ή παίζαμε στην αποθήκη σας και ανακαλύπταμε θησαυρούς. Θυμάσαι που βρήκαμε ένα περίεργο σωληνάριο και δεν ξέραμε τι είναι; Και το κόψαμε με το ψαλίδι να δούμε τι έχει μέσα; Και ήταν κόλλα και η μαμά σου αγανάκτησε να μας καθαρίσει;

Αλλά το πιο αγαπημένο μας ήταν το πικ νικ. Να παίρνουμε φαγητό και να πηγαίνουμε εκδρομή μακριά. Πολύ μακριά μας φαινόταν. Κι ας ήταν γύρω στα 100 μέτρα από το σπίτι σου. Σε έναν μεγάλο ελαιώνα όπου είχαμε βρει ένα αγαπημένο δέντρο και απλώναμε εκεί τις πετσετούλες και τα φαγητά μας και τρώγαμε. Αυτά που μας ετοίμαζε η μαμά σου. Ψωμάκι, φρέσκια μυζήθρα και ντοματάκια. Και μαζί ένα μπουκάλι με νερό και δυο διάφανα πλαστικά ποτήρια μιας χρήσης. Και τρώγαμε και νιώθαμε πως είμαστε οι εξερευνητές του σύμπαντος που κάθισαν να ξαποστάσουν από το μεγάλο ταξίδι. Τώρα μόνο συνειδητοποιώ πόση δύναμη έχει η παιδική φαντασία. Κάθε φορά στο ίδιο μέρος μα κάθε φορά σε όποιο μέρος της γης επιθυμούσαμε. Από αυτά που ξέραμε ή μαθαίναμε από τις ιστορίες ή τα παραμύθια ή ακούγαμε στην τηλεόραση.
Εκεί κάτω από την ελιά είχαμε αναλύσει όλες τις απορίες και τους φόβους μας. Όλα τα άγνωστα πεδία της ζωής που θέλαμε να μάθουμε και ποτέ δεν ρωτούσαμε. Από το πώς γεννιούνται τα παιδιά, το πώς είναι να έχεις μια τεράστια κοιλιά με ένα μωρό μέσα, πως είναι να έχεις περίοδο, πως είναι να αγαπάς ένα αγόρι και να το φιλάς στο στόμα. Γελούσαμε πονηρά που είχαμε δει εκείνο το ζευγάρι να φιλιούνται το βράδυ στην παραλία, ή σχεδιάζαμε να αγοράσουμε εκείνα τα σανδάλια με τον διάφανο πλαστικό πάτο, που μπορούσες να τους βάλεις ότι χρώμα κορδόνια ήθελες. Πήραμε κι οι δυο κόκκινο χρώμα και μετά κίτρινο και μπλε.

Και μεγαλώναμε. Πήγαμε γυμνάσιο και λύκειο. Εσύ ένα χρόνο πίσω από μένα. Μάθαμε πολλά και κάναμε ακόμη περισσότερα. Τα χρόνια πέρασαν. Εγώ έφυγα. Τέλειωσα το σχολείο και άφησα πίσω μου το χωριό μας. Μεγάλωσα ενηλικιώθηκα και ήμουν ήδη ένα χρόνο στη σχολή όταν εσύ τελείωσες το λύκειο.

Ήταν Σεπτέμβρης. Είχες πάει καλά στις πανελλαδικές αλλά όχι όπως ήθελες. Είχες πια κι άλλες παρέες όπως εγώ. Είχες καταφέρει να αποκτήσεις λίγη ελευθερία από τους γονείς σου και μπορούσες να βγαίνεις τα βράδια. Σου είχαν εμπιστοσύνη πια. Ήσουν 18 και έπρεπε να συμφιλιωθούν με την ιδέα πως είσαι μια κοπέλα που σε λίγες μέρες θα έφευγε μακριά για να σπουδάσει.

Θα έφευγες Μαρίτσα αλλά όχι τόσο μακριά. Όχι τόσο γρήγορα. Όχι έτσι. Μια στιγμή ήταν όλα. Γύριζες χαρούμενη από το βραδινή σου έξοδο. Κρατούσες τη φίλη σου από το χέρι και μιλούσατε αναλύοντας τα όσα είχαν συμβεί ενθουσιασμένες. Ήσουν κι ερωτευμένη έμαθα μετά. Είχες δει το αγόρι σου. Και ξαφνικά τίποτα. Κάποιος θέλησε να οδηγήσει μεθυσμένος. Ο πρώτος ή ο τελευταίος ήταν; Πέρασε και σε κομμάτιασε. Η φίλη σου που κρατούσε το χέρι σου, ένιωσε κάτι να σε τραβάει μακριά και σε έχασε. Σε βρήκαν σε κάτι χωράφια εκεί γύρω αλλά δεν σε αναγνώριζαν καν. Ένας φίλος που πέρασε μετά από λίγο μου είπε πως είδε σπλάχνα διασκορπισμένα παντού.

Μαρίτσα δεν το άντεξα αυτό. Δεν το δέχτηκα. Δεν μπορούσα να το παλέψω. Ήμουν αλλού και δεν είχα τηλέφωνο. Δυο μέρες μετά το έμαθα. Και μαζί όλες τις λεπτομέρειες. Για τρεις μέρες είχα παγώσει. Περπατούσα και μιλούσα αλλά δεν είχα επαφή με το περιβάλλον. Αυτό το πηχτό μαύρο σύννεφο που σου κόβει την ανάσα, το φως, τις σκέψεις και τη ζωή. Μια ασφυξία ατελείωτη. Μόνο σενάρια έκανα στο μυαλό να έχω καταλάβει λάθος, να άκουσα λάθος, να έγινε παρεξήγηση, να εννοούν κάτι άλλο, να μου κάνουν ηλίθια φάρσα, να με δοκιμάζουν. Τα πάντα εκτός από την πραγματικότητα. Την τρίτη μέρα καθώς άνοιξα το ψυγείο να πάρω κάτι, βγήκε ξαφνικά ένα λυγμός από μέσα μου. Άρχισα να κλαίω ασταμάτητα. Θρηνούσα και έβγαζα λυγμούς δυνατούς και τρανταζόμουν ασταμάτητα. Δεν θυμάμαι πόση ώρα κράτησε. Ήταν πολλή. Μόνο θυμάμαι να λέω μόνο μια λέξη: Μαρίτσα…

Σε φώναζα, σε καλούσα, σε παρακαλούσα. Λίγους μήνες μετά πήγα στο χωριό. Έπρεπε να δω τη μαμά σου. Ούτε αυτό το άντεξα Μαρίτσα. Πήγα σπίτι σου αλλά όλα ήταν αλλιώς. Μόλις μπήκα στην αυλή η μαμά σου έτρεξε κοντά μου και άρχισε να σε φωνάζει. Να έρθεις να δεις τη φίλη σου. Με πήρε από το χέρι και με πήγε στην άκρη της αυλής, εκεί που φαινόταν το νεκροταφείο και σου φώναζε να έρθεις και να της πεις ποιο κυπαρίσσι είναι το δικό σου. Μου έφερε γλυκό να με κεράσει για το γάμο σου. Που ήμουν μακριά και δεν ήρθα.

Όχι Μαρίτσα. Τα άντεξα όλα. Κι είσαι εσύ η αιτία. Για χρόνια πολλά δεν άντεχα να αντικρύσω τη μαμά και τον μπαμπά σου. Με έπνιγαν οι ενοχές. Δεν ήθελα να με βλέπουν. Δεν ζούσες πια να έρθω σπίτι σου να πάμε βόλτα. Ούτε θα μας ετοίμαζε η μαμά σου το πικ νικ με τα ντοματάκια. Η ελιά των ταξιδιών μας ήταν ακόμη εκεί, εγώ ήμουν εδώ αλλά εσύ δεν ήσουν. Κι είχαν ζήσει τον χειρότερο εφιάλτη τους. Κι όσο κι αν σε πρόσεξαν δεν μπόρεσαν να σε προφυλάξουν.
Αλλά εγώ τα άντεξα όλα όσο θυμόμουν τα ντοματάκια. Ζούσα και μου έτυχαν πολλά. Άσχημες στιγμές, δύσκολες ώρες, ώρες απόγνωσης και τρόμου, φόβου και αγωνίας. Αλλά έπεφτα και σηκωνόμουν. Όσο θυμόμουν τα λόγια της μαμάς σου που δεν ήθελε να τιμωρήσουν τον οδηγό που σε σκότωσε αν ήταν καλό παιδί. Που με είδε να λυγίζω την ώρα του δικού της θρήνου και μου είπε να μην στενοχωριέμαι. Να κοιτάξω τη ζωή μου και να είμαι καλά. Να προσέχω και να είμαι δυνατή. «Ζήσε κοριτσάκι μου. Η Μαρία μου έφυγε νωρίς»

Σου μιλάω πάντα και σε σκέφτομαι το ξέρεις Μαρίτσα. Ήσουν εκεί όταν μεγάλωνε η κοιλιά μου και περίμενα το γιο μου. Αφού με σένα είχα μοιραστεί τις κοριτσίστικες αγωνίες μου για αυτό. Είσαι εδώ πάντα ότι κι αν μου συμβεί. Κάθε φορά που λυγίζω και απελπίζομαι. Για να θυμάμαι πως το αβάσταχτο ήταν αυτό που έπαθες εσύ. Πως δεν ήταν κάτι προσωρινό, κάτι που παλεύεται, κάτι που διορθώνεται ή αλλάζει. Πως ο πόνος των γονιών σου είναι ο δυνατότερος κι όλοι οι υπόλοιποι μπορούν να φύγουν σαν να τους παίρνει ο αέρας. Στα 19 μου έφυγες ξαφνικά και μου άλλαξες όλη την κοσμοθεωρία. Μάλλον μου την έχτισες. Δεν ήσουν δυστυχώς ο μόνος τραγικός θάνατος που βίωσα. Αλλά ήσουν η πρώτη φιλενάδα μου. Κι αυτός ο πόνος του θανάτου συνδέθηκε με όσα κάναμε παιδιά και μου φέρνει πάντα εικόνες από εσένα. Και το πικ νικ κάτω από την ελιά με τα ντοματάκια. Που από βαθύ κόκκινο γίνονται μπλε. Τα blues της ψυχής μου.
Όχι δεν είναι πένθιμη η ψυχή μου όταν σε σκέφτομαι. Είναι δυνατή και αισιόδοξη. Θέλει να γελάσει και να κάνει σκανταλιές. Είσαι η παρηγοριά μου όλες τις δύσκολες ώρες. Σε σκέφτομαι και παίρνω κουράγιο. Είσαι η εκδίκηση στον άδικο πόνο, γιατί χωρίς να το θες προκάλεσες τον χειρότερο σε όσους σε αγαπούσαν. Και είσαι κάπου δίπλα μου κρυμμένη και μου κλείνεις το μάτι, κάθε φορά που βλέπω κάποιον να μιζεριάζει για το τίποτα. Που τα χάνει με το τίποτα. Που δεν έχει μεγάλη ψυχή να χωρέσει και να συγχωρέσει, που δεν αγαπάει παρά μόνο τον εαυτό του. Που γυρίζει την πλάτη του στα δύσκολα και το σκάει δειλός και τρομαγμένος να κρυφτεί στο καβούκι του. Δεν είχε ελιά να κάνει όνειρα μικρός, ούτε γεύτηκε ποτέ τα ντοματάκια μας.

 

Eleni Libra

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook