16 Μαρτίου 1634, Λάνκαστερ, επαρχία Λανκασάιρ

Σε ένα χωράφι λίγο έξω από την μικρή πόλη του Λάνκαστερ, έχει μαζευτεί ένα μικρό πλήθος κόσμου. Παρόλο τον θαμπό ήλιο, η υγρασία θολώνει την ατμόσφαιρα. Υπό κανονικές συνθήκες, μια κανονική μέρα, όλοι αυτοί οι άνθρωποι που μαζευτήκαν εδώ, θα ήταν στις δουλείες τους. Χωρικοί οι περισσότεροι, αυτήν τη στιγμή θα έπρεπε να είναι στα κτήματα τους. Να οργώνουν το νοτισμένο χώμα και να βόσκουν τις χήνες τους. Σημερα όμως είναι μια ξεχωριστή μέρα για το Λάνκαστερ: Επιτέλους σήμερα οι 20 μάγισσες, θα πληρώσουν όπως τους αξίζει: Με θάνατο.
Τα κάρα με τις καταδίκους έφτασαν και οι φρουροί τις σπρώχνουν βίαια να κατέβουν. Αναμεσά τους η Τζέννετ Ντέβις. Δεμένη σε χέρια και σε πόδια με χοντρά σκοινιά, δεν μπορεί να κατεβεί. Η σπρωξιά από τον φρουρό δίπλα της, την ρίχνει κάτω, μέσα σε μια λακκούβα με λάσπη. Το πλήθος γύρω της ζητωκραυγάζει. Ο φρουρός την σηκώνει βίαια από τους δεμένους πισθάγκωνα καρπούς της. Η λαβή του την πονάει, αλλά είναι το τελευταίο που σκέφτεται. Μπροστά της, την περιμένει το ικρίωμα με τις κρεμάλες. Είναι μόλις 31 ετών. Μια πλύστρα 31 ετών. Τίποτα σημαντικό. Όμως δεν θέλει να πεθάνει. Τα πόδια της λες και αντιστέκονται μόνα τους, σταματούν. Ο φρουρός την σπρώχνει βίαια ξανά. Την ανεβάζει στο ξύλινο ικρίωμα και ο δήμιος βιαστικά της περνάει την τραχιά θηλιά γύρω από τον λαιμό. Άλλες 9 γυναίκες είναι ήδη εκεί με θηλιές γύρω από τα κεφάλια τους. Το πλήθος φωνάζει «KILL THEM!». Ο δήμιος τραβάει μια ξύλινη λαβή και οι καταπακτές της εξέδρας ανοίγουν. Νοιώθει τα πόδια της να χάνουν την ισορροπία τους, το σώμα της να πέφτει στο κενό και το σκοινί να σφίγγει τον λαιμό της. Αγωνίζεται να πάρει ανάσες. Τα μάτια της θολώνουν. Με μικρές αναπνοές που καταφέρνει να πάρει, επιβιώνει οριακά. Δεν ξέρει πόση ώρα έχει περάσει, αλλά τα πόδια της κλωτσάνε ενστικτωδώς μήπως βρουν έδαφος να πατήσουν. Να σωθεί. Τότε αισθάνεται κάποιος να της τραβάει τα πόδια προς τα κάτω. Οι ανάσες πλέον είναι αδύνατες. Το φως χάνεται από τα μάτια της. Σταματάει να αγωνίζεται.
Ο δήμιος την λυπήθηκε για το μαρτύριο της εδώ και 10 λεπτά. Τράβηξε τα πόδια της για να καταλήξει γρηγορότερα και τα κατάφερε. Η Τζέννετ όπως και οι υπόλοιπες 9 είναι νεκρή. Το πλήθος ζητωκραυγάζει. Σειρά έχουν οι επόμενες 10.

——-

13 Φεβρουαρίου 1634, Πεντλ Χιλλ, επαρχία Λανκασάιρ

Είναι Κυριακή και όλοι οι χωριανοί είναι μαζεμένοι στην εκκλησία όπως ορίζει ο Θεός. Σημερα όμως κάτι διαφορετικό συμβαίνει. Ενώ η λειτουργία έχει τελειώσει, τους ζητήθηκε να μείνουν μετά το τέλος της. Σύντομα, η απορία τους θα λυθεί. Ένα μικρό αγόρι, ο Έντμουντ, μαζί με τον πατέρα του, συνοδευόμενοι από φρουρούς, μπαίνουν μέσα στο ναό. Ο πατέρας ψιθυρίζει κάτι στον γιο του και το αγόρι ανεβαίνοντας σε ένα μπροστινό στασίδι κοιτάει τους πιστούς έναν-έναν. Δεν αργεί να δείξει στον πατέρα του 6 γυναίκες. Οι φρουροί, χωρίς δεύτερη κουβέντα τις πιάνουν και τις οδηγούν έξω από το ναό. Αναμεσά τους η Τζέννετ Ντέβις, η οποία δεν έχει καταλάβει τι συμβαίνει και τι έκανε λάθος. Την ανεβάζουν πάνω σε ένα κάρο και της δένουν τα χέρια σε έναν κρίκο. Ζητάει απελπισμένα να μάθει τι συμβαίνει, κλαίει, είναι τρομοκρατημένη. Ο ιερέας δεν αργεί να φανεί και να ενημερώσει ότι κατηγορούνται για πρακτικές μαγείας. Η Τζέννετ φωνάζει ότι είναι αθώα. Προσπαθεί η φωνή της να ακουστεί πάνω από τις φωνές και τις ικεσίες των υπολοίπων. Κοιτάζει γύρω της τα πρόσωπα: κάποια είναι γνωστά, κάποια εντελώς άγνωστα. Όλες γυναίκες. Οι κραυγές τους σβήνουν, καθώς το κάρο απομακρύνεται με προορισμό τις φυλακές του Λάνκαστερ Τάουερ.

———-

 

2 Νοεμβρίου 1633, κοντά στο Πεντλ Χιλλ, επαρχία Λανκασάιρ

Ο μικρός Έντμουντ, ένα 10χρονο αγόρι, γιος χωρικού, μπαίνει μέσα στην αυλή του αγροτόσπιτου που ζει η οικογένεια του. Άργησε να επιστρέψει σπίτι μετά το παιχνίδι στο δάσος. Έχει ήδη νυχτώσει και ξέρει ότι αυτό δεν θα αρέσει καθόλου στον αυστηρό πατριό του. Το πιο πιθανό είναι να τον περιμένει με την σκληρή τριχιά που δένουν τα βόδια, στο χέρι, για να τον δείρει. Την τελευταία φορά που τον έδειρε με την τριχιά, ο Έντμουντ είχε πληγές στα πόδια και στην πλάτη για δυο βδομάδες. Οι πληγές του γέμισαν πύον και ανέβασε πυρετό. Η μητέρα του κάλεσε τον ιερέα της ενορίας να τον μεταλάβει. Δεν πίστευε κανείς ότι θα τα καταφέρει, όμως τελικά ανάρρωσε, έχοντας πλέον στο σώμα του βαθιές ουλές. Πώς δεν κατάλαβε ότι πέρασε η ώρα; Πώς δεν κατάλαβε ότι ήρθε το σούρουπο; Αναθεμάτιζε τον εαυτό του ξανά και ξανά!
Μπήκε με φόβο και όσο πιο ήσυχα μπορούσε μέσα στο σπίτι, ελπίζοντας η απουσία του να έχει περάσει απαρατήρητη. Σε μια οικογένεια με 7 παιδιά δεν είναι κάτι απίθανο. Πολλές φορές τους ξεχνούσαν. Όχι όμως τον Έντμουντ. Ήταν παιδί από τον πρώτο γάμο της μητέρας του, ήταν «μπάσταρδος» και ο πατριός του δεν έχανε ευκαιρία να τον κακομεταχειριστεί. Όπως τώρα, που οι φόβοι του επαληθευτήκαν και τον περιμένει καθισμένος σε μια καρέκλα με την τριχιά στο χέρι. Ο Έντμουντ σε μια ύστατη προσπάθεια να δικαιολογηθεί και να αποφύγει το ξύλο, λέει την ιστορία που μόλις επινόησε:
«Κύριε σας παρακαλώ ακουστέ με! Ήμουν στο δάσος και μάζευα αγριόμουρα για την μητέρα που μου το ζήτησε! Κάποια στιγμή, μέσα στα αγριόμουρα, είδα δυο αγριόσκυλα, μικρά σαν σκίουρους! Προσπάθησα να τα πιάσω και τότε το ένα μεταμορφώθηκε σε γυναίκα και το άλλο σε άλογο! Έτρεξα να ξεφύγω, αλλά η γυναίκα καβάλησε το άλογο και με έφτασε! Με έπιασε και με πήγε σε μια καλύβα με πολλές γυναίκες μέσα! Η καλύβα είχε σκοινιά στο ταβάνι και όταν τα τραβούσαν έπεφταν φαγητά! Πάπιες ψητές και χήνες γεμιστές! Μπούτια από γουρουνόπουλα και πουτίγκες! Μου έλεγαν «Φάε μικρέ Έντμουντ! Γίνε σαν εμάς!» αλλά εγώ φοβήθηκα και δεν έφαγα τίποτα! Έτρεξα έξω από την καλύβα και ένα παιδί με πόδια τράγου με κυνήγησε! Προσπάθησα να ξεφύγω! Πάλεψα και τελικά ξέφυγα! Είχε όμως ήδη νυχτώσει! Σας παρακαλώ συγχωρείστε με! Μην με δείρετε!».
Ο πατριός του τον κοίταξε με φόβο ψελλίζοντας: «Μάγισσες..!»

———–

 

19 Αυγούστου 1612, Δικαστικό μέγαρο Λάνκαστερ

Μια γυναίκα από την θέση των κατηγορουμένων ουρλιάζει ότι είναι αθώα. Η ίδια και τα 6 παιδιά της κατηγορούνται για μαγεία. Παραδίπλα ένα κοριτσάκι 9 ετών κλαίει γοερά.
Είναι η μικρότερη της κόρη, η Τζέννετ, η οποία είναι και η μόνη μάρτυρας κατηγορίας, της οικογένειας Ντέβις. Η Τζέννετ περιγράφει κλαίγοντας, τις τελετές μαγείας που έκανε η μητέρα, η γιαγιά και τα μεγαλύτερα αδέρφια της. Η μητέρα της, η Ελίζαμπεθ Ντέβις, φωνάζει ότι η μικρή λέει ψέματα.
Η Τζέννετ, ξέρει καλά ότι λέει ψέματα, αλλά θέλει επιτέλους να ξεφορτωθεί αυτή την κακιά γυναίκα που την βασανίζει απ’ όταν γεννήθηκε. Δεν είναι δικό της λάθος που είναι εξώγαμο, όμως έχει πληρώσει το τίμημα με σκληρό τρόπο. Η μητέρα της και τ ‘αδέρφια της την χτυπάνε, την βρίζουν και την βάζουν να ζητιανεύει στους δρόμους του Πεντλ Χιλλ. ΤΩΡΑ είναι η ευκαιρία της να τους εκδικηθεί.
«Λοιπόν μικρή, ορκίζεσαι στον Θεό γι’ αυτά που μας λες;» ρωτάει ο δικαστής.
«Ναι!» απαντάει το κορίτσι.
«Είσαι μια μικρή σκύλα και μια μέρα ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΙΔΙΟ ΝΟΜΙΣΜΑ!» Φωνάζει με απόγνωση η Ελίζαμπεθ Ντέβις στην 9χρονη κόρη της.
Λίγο αργότερα, θα κριθούν όλοι ένοχοι, σημειώνοντας την πρώτη καταδικαστική εις θάνατο απόφαση για μαγεία στην Αγγλία, βασισμένη στην μαρτυρία ενός μόνο παιδιού. Βάσει αυτού του δεδικασμένου, θα ακολουθήσουν έκτοτε κι άλλες.
Ειρωνικό ε;