Σε έναν κόσμο που έχει πια ξεχάσει το λογικό, σταματήσαμε να εμβολιάζουμε τα παιδιά μας, γιατί, όντας μέγιστοι παντογνώστες – ένα λέβελ κάτω από τον θεό – πιστέψαμε τους τσαρλατανισμούς του οποιουδήποτε τυχοδιώκτη και όχι τα όσα, βασικά, μάθαμε στο σχολείο. Αν ποτέ τα μάθαμε. Αν ποτέ τα ακούσαμε. Αν ποτέ δώσαμε σημασία σ’ εκείνους τους καψερούς που προσπάθησαν να μας ανοίξουν τα κεφάλια και να μας χώσουνε μέσα, πέντε βασικά πραγματάκια.

Αρνηθήκαμε την ίδια μας την φύση κι αντί να παίρνουμε θρεπτικά συστατικά τα οποία είναι απαραίτητα για την επιβίωσή μας, τρώγοντας ζώα, αποφασίσαμε να πληρώσουμε για να αγοράσουμε fortified foods, στο όνομα – όχι του καταναλωτισμού και της μόδας – της εμπάθειας και της ενσυναίσθησης που τρέφουμε προς τα άμοιρα ζώα. Δύο χώρες παρακεί σκοτώνουμε παιδιά, μανάδες, γερόντους και πατεράδες, για λίγο πετρέλαιο, για λίγη ιδεολογία, για απειροελάχιστες διαφορές, αλλά, τα έρμα τα ζωάκια, που ποτέ δεν πείραξαν κανένα, δεν μας φταίνε σε τίποτα.

Ποινικοποιήσαμε την αγάπη, εις το όνομα του πατρός και του υιού και της κάθε αμόρφωτης μερίδας τυρόβλαχων – «βοτκόβλαχων» θα ταίριαζε καλύτερα. Γιατί ότι δεν ομορφαίνει, φαινομενικά, το οπτικό μας πεδίο, πρέπει να θανατωθεί. Εξαναγκάσαμε τα παιδιά μας να ακολουθήσουν τα όσα δεν πιστεύουμε, γιατί έτσι τα βρήκαμε κι έτσι θα τους τα αφήσουμε – με το στανιό φυσικά. Με το στανιό δεν μας τα πάσαραν κι εμάς;

Πηγαινοερχόμαστε μεταξύ φωτός και σκότους, γιατί το ένα μας τυφλώνει και το άλλο μας φοβίζει. Σπουδάζουμε για να μάθουμε πώς δουλεύει ο κόσμος κι ύστερα τα ακουμπάμε σε σαλτιμπάγκους, μάγισσες, χαρτορίχτρες και κρυστάλλινες σφαίρες. Λες κι αν πέσει άσσος στο ξύλο κι όχι ρήγας, θ’ αλλάξει κάτι. Αρνούμαστε να αποδεχτούμε την μοίρα μας, γιατί φοβόμαστε να αλλάξουμε τα όσα άλλοι ρίζωσαν μέσα μας.

Λέμε πως ψάχνουμε την αγάπη, γιατί, βιωματικά, την μπλέξαμε με άλλα πράγματα. Ψάχνουμε πολλά και σκόρπια, αλλά καμία αγάπη. Την αγκαλιά που μας έλειψε από τον πατέρα και το χάδι που μας έλειψε από τη μάνα. Έναν καλό λόγο και λίγη στοργή. Κι όταν και αν αυτά, κάπου τα βρούμε, τότε δεν είναι της κλάσης ή της τάξης μας, είναι χοντρή, έχει καράφλα, δεν έχει δόντια ή σκαλίζει τα ρουθούνια της. Ερωτευόμαστε και το αρνιόμαστε πεισματικά στους εαυτούς μας, γιατί δεν ψάχνουμε τον έρωτα, μα την επιβεβαίωση. Μετράς, κουκλίτσα, γι’ αυτό σε θέλω στη ζωή μου. Μετράς παλίκαρε, γι’ αυτό θέλω να γεράσουμε μαζί.

Βαυκαλιζόμαστε ότι περνάμε καλά κι ότι βγάζουμε αρκετά, όταν χτυπάμε πάνω σε κάρτα τα όνειρά μας κι όταν γυρνάμε κομμάτια απ’ την δουλειά. Αναλωνόμαστε πάνω σε κίβδηλα και δοτά όνειρα, όταν μας ρωτάνε οι οικείοι μας, πώς είναι η ζωή μας. Αισχρά τους βρίζουμε – από μέσα μας, δίχως ποτέ να ακουστούμε – ενώ προσπαθούμε να πείσουμε εαυτούς και εκείνους, για το πόσο καλά περνάμε.

Καταστρέφουμε έναν πλανήτη που δεν μπορεί πια να μας ανεχτεί. Η επιστημονική φαντασία, δεν είναι πια μακριά. Εμμένουμε ότι θα μας βοηθήσει η οποιαδήποτε θεϊκή οντότητα στα δύσκολά μας, αρνούμενοι να πάρουμε στα χέρια μας τις ζωές μας. Στα ίδια, ακριβώς, χέρια, που πιστεύουμε ότι είναι ικανά να σηκώσουν τον κόσμο στον αέρα. Δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω, αν βάλει λίγο το χέρι του κι ο καλός Αλλάχ.

Παρακολουθούμε σ’ ένα σαπιοκούτι τον πόλεμο, φοβούμενοι να βγάζουμε τα όσα επιθυμούμε απ’ το ονειροκούτι που φτιάξαμε σαν παιδιά. Ναι, ήθελα να γίνω μουσικός στα μικράτα μου, κι όμως κατήντησα σ’ ένα εντάξει μεροκάματο, ώστε να μπορώ να πληρώσω τα βασικά και τίποτα πιο πέρα. Βέβαια έχω λεφτά για να πάρω γάλα καρύδας, λιναρόσπορο και B12, πλήρωσα και την 52άρα μου με πιστωτική – τρία χρόνια άτοκα, δικέ μου – για να βλέπω τον χαμό στην Συρία και να φωνάζω ΣΟΛΙΝΤΑΡΙΤΙ, αλλά μη και δω μελαμψό στον τόπο μου. Ήρθε να με βιάσει, να με ξεκοιλιάσει και να με προσηλυτίσει στην θρησκεία του. Με αυτή, ακριβώς, τη σειρά.

Αρκούμαστε στο να ασκούμε κριτική στους ναζί που σφάγιασαν εβραίους, κίναιδους, ανάπηρους, μιγάδες κι αιχμαλώτους πολέμου, μα δεν τολμάμε να κριτικάρουμε το Ισραήλ, που σφαγιάζει παλαιστίνιους, μήτε το Αμέρικα που σκοτώνει εγκληματίες, ούτε τη θεία Ρωσία που βομβαδίζει μουσουλμάνους. Όλα κι όλα! Πέρα απ’ τ’ ό,τι βράζουμε στο ίδιο καζάνι, την ιστορία την γράφει ο νικητής, κουτέ! Ούτε που θα σε ρωτήσω αν ξέρεις τους Κάρατζιτς και Μλάντιτς. Απ’ τα επίθετα θα καταλάβεις ότι είναι ορθόδοξα μπρατάνια από τη Σερβία. Τη Γιουγκοσλαβία, ντε. Που όταν ο παππούς του γείτονα μπαινόβγαινε εκεί και έσφαζε χίτες με το κονσερβοκούτι, την έβριζες κι ύστερα έγιναν ορθόδοξα αδέρφια.
Μια εικόνα που μου εντυπώθηκε ως παιδί και με στοιχειώνει ακόμη, είναι εκείνη που είδα στην τηλεόραση, κάπου στις αρχές του ’90. Τότε που τα ιδιωτικά κανάλια άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους και να διαλύουν το μονοπώλιο του κρατικού φορέα. “All we are saying is give peace a chance” έπαιζε στο background, ενώ μπροστά μου περνούσαν εικόνες από την βομβαρδισμένη Βοσνία.

Κι εμείς, παραμένοντας τυφλοί, κουλοί και κουφοί – βουβοί, επ’ ουδενί, δεν είμαστε, συνεχίζουμε τον πόλεμο. Για τον θεό, την ιδεολογία, το χρώμα, τη γλώσσα, το φαγητό, την ένδυση και την περίθαλψη. Το τι θα φας, το τι θα πιείς και το με ποιον θα πας να πηδηχτείς, πρέπει να περάσει πρώτα από λαϊκό δικαστήριο κι ό,τι αποφανθεί η θρησκευτική, πολιτική ή κοινωνική μπουρζουαζία ότι είναι το σωστό, αυτό και πρέπει να γίνει.
Αγαπηθείτε, γαμώτο. Όλα τα άλλα είναι δύσκολα, αυτό δεν είναι. Σταματήστε να ζείτε σ’ ένα παράλογο κόσμο που μόνο μισεί κι αγαπηθείτε.

 

Μιχάλης Μπακάλμπασης.