Τα σύννεφα του πολέμου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Αύριο, θα πάω σχολείο;» ήταν η ερώτηση που ψέλλισαν τα χείλη των 8 ετών. «Ναι, αύριο θα πας. Όταν έρθει η ώρα να κρυφτούμε θα σου το πω εγώ». Το ήξερε, την εκπαίδευε και την ενημέρωνε όλο αυτόν τον καιρό. Τα σύννεφα του πολέμου συνεχώς μαζεύονταν πάνω από τη χώρα της. Μαζί με αυτά, μεγάλωνε και η ανησυχία και ο φόβος της. Αλλά δεν έπρεπε να τον δείξει. Όχι! Αυτή ήταν μεγάλη. Για αυτό της τα έλεγαν, για αυτό τα μάθαινε. Αν έκλαιγε σα νιάνιαρο, αν έλεγε πως φοβάται, πως ανησυχεί, θα την αντιμετώπιζαν ως μικρή και δε θα μάθαινε τα απαραίτητα. Έπνιγε τα συναισθήματά της, δάγκωνε τα χείλη και συνέχιζε. Γιατί ήταν «δυνατή» και «μεγάλη».

Είχε προετοιμαστεί για την ώρα που θα ξεσπούσε ο πόλεμος. Τότε που ο αδερφός και ο πατέρας θα έφευγαν για να υπερασπίσουν την πατρίδα. Ίσως να έφευγε και ο παππούς, αν τον έκριναν αξιόμαχο. Εκείνες, θα κάθονταν πίσω. Θα έπρεπε να αντέξουν μέχρι να περάσει το «κακό». Ίσως ο παππούς να παρέμενε κοντά τους. Τότε σίγουρα θα ήταν καλύτερα για αυτές. Εκείνος θα ήξερε σίγουρα περισσότερα και θα ένιωθε μεγαλύτερη ασφάλεια.

Μέρα με τη μέρα, φρόντισαν να έχουν προμήθειες τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης. Το κελάρι στο υπόγειο καθαρίστηκε, τοποθετήθηκαν ράφια απ’ άκρη σ’ άκρη και σχεδόν έως το ταβάνι, τα είδη ταξινομήθηκαν και πακτώθηκαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Μόνο ένας μικρός διάδρομος είχε μείνει για να τους εξυπηρετεί. Είχαν υπολογίσει τις ανάγκες της οικογένειας για τρία χρόνια. Ίσως αν τα χρησιμοποιούσαν με οικονομία και σύνεση να έφταναν για περισσότερο. Αλήθεια, ποιος θα άντεχε να βάλει μπουκιά στο στόμα, όταν ξέρει πως έξω γίνεται χαλασμός;

Σίγουρα οι συγκρούσεις θα ήταν σφοδρές. Βομβαρδισμοί, σειρήνες, θάνατος. Πάγωνε το παιδικό μυαλό της σε τέτοιες σκέψεις, μα αμέσως την ανακούφιζαν τα λόγια της μάνας της. Της είχε πει πως «δε θα αφήσει ο Θεός να χαθούμε». Χαιρόταν που είχε τόσο δυνατή και σπουδαία μαμά. Εκείνη ήταν που τα είχε σχεδιάσει όλα στην εντέλεια. Και της είχε μιλήσει για τον άμεσο κίνδυνο του πολέμου γιατί την εμπιστευόταν σα μεγάλη. Της είχε πει ακόμα και το «μεγάλο μυστικό», το καταφύγιο. Πού ήταν εκείνο το παλιό φρεάτιο που κάποτε χρησίμευε για την αποχέτευση του σπιτιού, ενώ τώρα ήταν σε αχρηστία. Πού ήταν η είσοδός του, πόσα άτομα χωρούσε και πως αν δεν προλάβουν να πάνε στο καταφύγιο μαζί με την υπόλοιπη γειτονιά, εκεί θα ήταν ένα «ασφαλές μέρος» σε περίπτωση βομβαρδισμού ή στρατιωτικής επίθεσης.
Κάθε βράδυ ήταν η βασική συζήτηση στο τραπέζι μέχρι να έρθει ο πατέρας της. Μόλις εκείνος έμπαινε, σα να μην ήθελαν να τον στενοχωρήσουν, δεν έλεγαν τίποτα άλλο για το θέμα. Το είχε καταλάβει. Όσα ήξερε ήταν άκρως εμπιστευτικά. Δεν έπρεπε να τα πει σε κανέναν. Ούτε να τα συζητήσει με κανέναν άλλο εκτός από τη μαμά της. Κάθε βράδυ διάβαζαν κομμάτια από τις γραφές. Σίγουρα για αυτό θα τους αγαπάει ο Θεός! Γιατί μελετάνε καλά τις γραφές. Και όχι μόνο τα ευαγγέλια, αλλά και τα άλλα Κείμενα. Εκείνα που ήταν για τους «φωτισμένους μεγάλους», την Αποκάλυψη, τις προφητείες.

Όλα ήταν υπό έλεγχο. Κάθε βράδυ στο κρεβάτι της, δίπλα από τα καθημερινά μαθήματα, στο νου της γύριζαν οι συζητήσεις που είχε με τη μητέρα της για τον πόλεμο. Έπρεπε να θυμάται κάθε λεπτομέρεια. Το παραμικρό αν ξεχνούσε, μπορεί να κατέληγε μοιραίο.

Στο σχολείο, όλα κυλούσαν «κανονικά». Σα να μη συνέβαινε τίποτα. Εκείνη όμως ήξερε. Ανησυχούσε για τις φίλες της. Από τη μια ήθελε να τις προειδοποιήσει. Από την άλλη, είχε καταλάβει καλά πως όλα αυτά ήταν εμπιστευτικά. Αν έλεγε το παραμικρό, αν μαθευόταν το παραμικρό, πολλά δεινά μπορούσαν να συμβούν. Έτσι, κάθε μέρα σφιγγόταν η καρδιά της που άφηνε τις φίλες της χωρίς να τις προειδοποιήσει. Κάθε μέρα αισθανόταν πως τις πρόδιδε. Στα διαλείμματα καθόταν όλο και περισσότερο μόνη. Έτσι κι αλλιώς οι παρέες δεν θα είχαν σημασία σε λίγο καιρό. Αφού δε θα μπορούσε να τις σώσει. Προσπαθούσε να θυμηθεί τις λεπτομέρειες ξανά και ξανά. Δυσκολευόταν να τα θυμάται όλα. Μα μέχρι να έρθει εκείνη η ώρα, θα προλάβαινε να φτάσει στο σπίτι να ρωτήσει ξανά τη μητέρα της. Ναι, θα προσπαθούσε να τα θυμηθεί περισσότερο την επόμενη φορά. Πιο καλά.

Πέρασαν έτσι σχεδόν τρία χρόνια. Με καθημερινές εμπιστευτικές συζητήσεις, που διακόπτονταν αυτόματα μόλις ερχόταν κάποιος τρίτος. Με μελέτη των γραφών, της Αποκάλυψης και των προφητειών. Με οργάνωση ειδών πρώτης ανάγκης, με εκμάθηση καταφυγίου, σχεδίου διαφυγής και κοινωνικού δικτύου ενημέρωσης. Κάθε βράδυ, αναρωτιόταν «θα πάω άραγε αύριο στο σχολείο;»

Ήταν στην Ελλάδα. Δεκαετία του ΄80. Όχι, δεν έγινε ποτέ ο πόλεμος, ούτε τοπικός, ούτε παγκόσμιος. Το μόνο που έγινε ήταν πως ένα οκτάχρονο κορίτσι, είχε μπλέξει στα γρανάζια ενός ξεκούρδιστου μυαλού,του ενός γονιού. Και του άλλου, που δεν ήθελε να κάνει τίποτα για αυτό…

 

Α.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook