Τα βαρίδια

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Άνοιξε τα μάτια της, ήταν πρωί πια έπρεπε να σηκωθεί μα δε μπορούσε, το σώμα της ήταν σα να το είχαν δέσει με βαρίδια που την τράβαγαν προς τα κάτω λες κι έπεφτε βαθιά μέσα στην θάλασσα. Είχε την αίσθηση πως βουλιάζει χωρίς να μπορεί να ανέβει στην επιφάνεια, να μπορέσει να πάρει μία ανάσα. Ένιωθε την ανάγκη όμως να σηκωθεί, να νιώσει ότι είναι στα πόδια της, ότι στηρίζεται κάπου, σε κάποιο μέρος του δικού της κορμιού, που θα την έκανε να μπορέσει να κάνει ένα βήμα. Μα οι σκέψεις του μυαλού της κι η καρδιά της κι η ψυχολογία της δεν την άφηναν. Δε θέλω να σηκωθω, δε θέλω να σταθώ, θέλω να χαθώ, να εξαφανιστώ, να πέσω βαθιά μέσα στη θάλασσα – με ή χωρίς βαρίδια…

Άλλωστε, σκέφτηκε, εγώ θα χαθώ κανείς άλλος, η παρουσία μου περιττή. Ποιος θα με αναζητήσει; Κανείς!

Ένιωθε τόσο μόνη, γιατί ήταν τόσο μόνη! Κανένας ποτέ κοντά της, κανένας να της δείξει την ημέρα, τον ήλιο, το  φως, οτιδήποτε! Κάτι να της δώσει κίνητρο να σταθεί στα πόδια της. Οικογένεια πουθενά, άραγε έχω μάνα; Έχω πατέρα; Κι αν ναι, που είναι; Γιατί ποτέ κανείς δεν ήρθε να με πάρει αγκαλιά; Μια αγκαλιά, ένα χάδι, ένα φιλί. Μια λέξη που να δείξει και να δώσει σημασία στην ύπαρξη μου.

Όλα αυτά γυρνούσαν στο μυαλό της. Δεν έχω οικογένεια. Είχε πείσει τον εαυτό της πως ήταν ορφανή κι άς ζούσαν οι γονείς της. Δεν έχω αδέλφια ή μήπως έχω. Με το μυαλό της είχε σβήσει την ύπαρξη τους. Δε ξέρω αν υπάρχουν. Σίγουρα όχι, έλεγε.

Κι όλο σκεφτόταν τα βαρίδια.

Ίσως να ναι καλύτερα έτσι. Τα βαρίδια είναι βολικά, η θάλασσα βαθιά, κανείς δε θα με βρει. Σίγουρα ούτε θα την ψάξουν, καν. Οι σκέψεις αυτές την έκαναν όλο και πιο πολύ να μην θέλει να σηκωθεί αλλά εκεί να κάθεται απλώς σε ένα κρεβάτι και να μη βλέπει τίποτα γύρω της.

Για μια στιγμή σκέφτηκε άραγε υπάρχει ζωή; Υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να με τραβήξει δυνατά στην επιφάνεια της θάλασσας; Ένα πουλί; Δεν έχει όμως τόση δύναμη, τα βαρίδια είναι βαριά και το πουλί δε μπορεί να με σηκώσει. Ο θάνατος, η αυτοκτονία είχε καρφωθεί στο μυαλό της. Θέλω να κάνω ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή όλο αυτό έλεγε. Μα πως έφτασε ως εδώ;

Ήταν μια γυναίκα δυνατή, όμορφη, γελαστή. Μα κάπου στο δρόμο της ζωής χάθηκε, ίσως να έφταιγε η απώλεια της εργασίας της. Ίσως εκείνες οι άσχημες αναμνήσεις από την υποτιθέμενη οικογένεια της που ποτέ δεν την κοίταξε, που ποτέ δεν της έδωσε μια αγκαλιά. Ο πατέρας έφυγε όταν ήταν μικρή, και που μιλούσαν ήταν σαν να μην ήταν κόρη του. Άλλωστε είχε φτιάξει άλλη οικογένεια, δεν είχε θέση στη ζωή του, έτσι πίστευε εκείνη, έτσι ένιωθε. Κι η μάνα, αχ αυτή η μάνα! Ποτέ δε ξεπέρασε τον χωρισμό, δε μπορούσε. Η ύπαρξη μιας άλλης γυναίκας στη ζωή του άντρα της την τρέλανε, κατηγορούσε το παιδί της πως αν δεν υπήρχε εκείνο, όλα θα ήταν μια χαρά, δε θα έχανε τον άντρα της!

Μα για στάσου “εγώ ήμουν το παιδί” της απαντούσε η κόρη. “Θα πρεπε να χαίρεσαι που είχες εμένα.” Μα μια αγκαλιά , ένα φιλί δε το πήρε ποτέ. Μόνο μίσος. Κακία. Γιατί αναρωτιόταν, δεν φταίω εγώ. Την μεγάλωσε καταναγκαστικά γιατί απλώς ήταν το παιδί της, χωρίς αγάπη. Κι όταν πια μεγάλωσε, το άφησε μόνο του το παιδί, χωρίς καμιά βοήθεια, χωρίς αγάπη. Κλείστηκε στον εαυτό της, χάθηκε μέσα στην στενοχώρια, στην εγκατάλειψη. Προσπάθησε να βρει ζωή μέσα από την δουλειά της, μέσα από υποτιθέμενους φίλους. Μα κανέναν δε μπορούσε να δει για φίλο. Όποιος κι αν πήγαινε κοντά της, όποιος κι αν προσπαθούσε να της δείξει το φως της ζωής, εκείνη έκλεινε την πόρτα κι έφευγε μακριά λες κι έτρεχε να γλιτώσει από το κακό. Πόσες φίλες της είπαν άσε να σε βοηθήσουμε, έχεις κατάθλιψη μα εκείνη το αρνιόταν και γελούσε. Κρυβόταν στον ίδιο της τον εαυτό. Δεν είμαι τρελή, είμαι μια χαρά, έλεγε. Μα κανείς δεν σε είπε τρελή, της απαντούσαν. Δε το δεχόταν. Και κατέληξε μόνη σε ένα σπίτι κλεισμένη. Να παλεύει με τα όνειρα και τα σχέδια της αυτοκτονίας. Θέλω να πάω στη θάλασσα. Σήκω έλεγε , σήκω μπορείς, απλά να δεις την θάλασσα. Είναι ωραία τα κύματα ο αφρός που σκάει στην άκρη της ακρογιαλιάς. Μα μη ξεχάσεις τα βαρίδια ,έλεγε και μια άλλη φωνή μέσα της .

Μα πόσο κουραστικό να πάει έως εκεί. Το κρεβάτι την κρατούσε δέσμια, το σώμα της αρνιόταν να σηκωθεί. Και τα βαρίδια τα ένιωθε ασήκωτα. Τα βαρίδια του μυαλού της.

Πέρασε καιρός, ακόμα πολεμάει, ακόμα το παλεύει. Κάθε μέρα μια προσπάθεια. Να αφεθεί να βουλιάξει στη θάλασσα με το βάρος από τα βαρίδια, ή να μείνει στην επιφάνεια παρακαλώντας για λίγο φως. Ακόμα το παλεύει.

Άλλο ένα πρωί που δυσκολέυεται να σηκωθεί…

C.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook