Η Μαρία ήταν μια γνήσια Ταυρίνα. Το έλεγε το ωροσκόπιό της, το έλεγε η μάνα της, γενικά το έλεγαν όλοι. Από μικρή ήταν εκείνο το κοριτσάκι που θα έτρεχε πάνω κάτω ασταμάτητα, που αρνιόταν κατηγορηματικά να παίξει με κούκλες, και κυνηγούσε εκείνη τα αγόρια να παίξουν ποδόσφαιρο, αλλά τα αγόρια την απέφευγαν γιατί δεν ήταν πολύ όμορφο να χάνουν από ένα κορίτσι. Εκείνη όμως δεν το έβαζε κάτω, και έπαιζε κρυφτό μαζί τους, λίγο ατσούμπαλα είναι η αλήθεια, αφού κατάφερε και έσπασε το χέρι του καλύτερου της φίλου, του Κωστάκη, στην προσπάθειά της να τον πιάσει πριν προλάβει εκείνος να φωνάξει «φτου ξελευτερία για όλους».

Σιγά σιγά μεγάλωνε και βρήκε την μεγάλη της αγάπη. Το καλό φαγητό. Δεν την ένοιαζε η ποσότητα, αλλά η ποιότητα. Ήθελε εξευγενισμένες γεύσεις κι όχι αυγά με τηγανιτές πατάτες. Η μάνα της απηύδησε. Όλα τα φυσιολογικά παιδιά, αλλά και οι μεγάλοι, τρελαίνονται για πατάτες τηγανιτές και μακαρόνια. Πως είναι δυνατόν να μην της αρέσουν. Περίεργη και μίζερη την έλεγαν. Εκείνη όμως κλεινόταν στην κουζίνα και δοκίμαζε δικούς της συνδυασμούς. Μάταια προσπαθούσε να τους εξηγήσει ότι οι γευστικοί κάλυκες της δεν άντεχαν την τηγανίλα και το άμυλο. Τα έτρωγε τα μακαρόνια, αλλά όχι με κέτσαπ. Ήθελε κάτι ξεχωριστό. Να την απογειώνει. Ακόμα και την φημισμένη καρμπονάρα της θείας Λένας δεν μπορούσε να τη φάει. Τόση κρέμα γάλακτος την μπούκωνε. Εκείνη έφτιαχνε μόνη της την παραδοσιακή συνταγή με αυγά, και σχεδόν μούγκριζε σε κάθε μπουκιά.

Τα χρόνια πέρασαν και η Μαρία γνώρισε και την δεύτερη μεγάλη της αγάπη. Το σεξ. Τώρα πια αισθανόταν γυναίκα. Απολάμβανε κάθε λεπτό της διαδικασίας, από το αρχικό, δειλό φλερτ, μέχρι να κύματα ηδονής της ολοκλήρωσης. Πάντα επιδίωκε να έχει δίπλα της κάποιον που να μπορούσε να κουμαντάρει τόσο το σώμα της, όσο και το μυαλό της. Δεν ήταν εύκολο. Σύντομα ανακάλυψε ότι η έντονη προσωπικότητά της, και το ακόμα πιο έντονο ταπεραμέντο της προκαλούσε φόβο στους άντρες. Και μπορεί στην αρχή να πείσμωναν, και να προσπαθούσαν να την δαμάσουν, αλλά σύντομα αντιλαμβάνονταν ότι δεν μπορούσαν να την χειραγωγήσουν. Και τότε υπέκυπταν στις επιθυμίες της. Κάθε φαντασίωσή της γινόταν πραγματικότητα. Δεν είχε παρά να σκεφτεί κάτι, και ο σύντροφό της το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη. Και η Μαρία βαριόταν, βαριόταν αφόρητα.

Εκείνη ήθελε ένταση, πάθος. Ο ταύρος μέσα της έψαχνε το κόκκινο πανί. Να φωνάξει, να τα σπάσει όλα, να νοιώσει την αδρεναλίνη να εκτοξεύεται. Μόνο έτσι ένοιωθε ζωντανή. Όταν όλες οι αισθήσεις της ήταν στο μέγιστο. Ήθελε να μην έχει τίποτα δεδομένο. Η κάθε μέρα να είναι ξεχωριστή. Δεν γούσταρε στέκια και παγιωμένες καταστάσεις. Η βόλτα της με τη μηχανή, ήταν βόλτα χωρίς προορισμό, χωρίς φρένα, χωρίς σκοπό. Τρελαινόταν να απογειώνεται, και ας ήξερε ότι η προσγείωση θα ήταν επώδυνη. Δεν φοβόταν να ρισκάρει. Χτύπησε πολλές φορές το κεφάλι της στον τοίχο, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Άλλωστε τι Ταύρος θα ήταν, αν λύγιζε. Ξαναβουτούσε με μανία στην αρένα, κατανοώντας απόλυτα ότι αντίπαλος δεν ήταν ο ταυρομάχος που της κουνούσε το πανί, αλλά η ίδια της η φύση.

JOY&HOME ΕΙΔΗ ΣΠΙΤΙΟΥ