“Φύγε ρε! Τι νομίζεις; Θα σε παρακαλέσω; Φύγε γαμώ την πουτάνα μου! Δεν θέλω να σε βλέπω!”
Η Δήμητρα σήκωσε το βλέμμα της και αντίκρισε για τελευταία φορά αυτά τα υπέροχα μελιά μάτια που ερωτεύτηκε. Αυτή τη φορά κρατήθηκε. Έπνιξε τους λυγμούς στον λαιμό της. Τους κατάπιε.
“Δεν αξίζεις ούτε αυτά” σκέφτηκε και γύρισε να φύγει.
“Που πας; Με παρατάς; Πολύ εύκολα το βάζεις στα πόδια. Εσύ που μας το ‘παιζες και τσαμπουκάς. Που πήγε ο τσαμπουκάς σου τώρα; Στον διέλυσα; Μίλα μωρή! ΛΕΓΕ!”
“Τι θες βρε μαλάκα πια; Τι θες απ’ την ζωή μου; Δεν σου φτάνουν όσα έχεις κάνει; Θέλεις κι άλλα; Θέλεις να με διαλύσεις εντελώς για να σταματήσεις; Τόσα χρόνια ήμουν δίπλα σου! Στα μεθύσια σου, στις παράλογες ζήλιες σου, στα βρισίδια σου! ΣΕ ΟΛΑ! Δεν πρόκειται να αλλάξεις ποτέ! Κάθε βράδυ μια καινούργια υπόσχεση και κάθε πρωί ένα ακόμα μεθύσι! Αυτό σου αξίζει! Και θα το πάρεις, αλλά μόνος σου πια! ΕΓΩ ΤΕΛΕΙΩΣΑ!” φώναξε, καθώς πετούσε τα ρούχα της στην βαλίτσα.
“Φύγε! Τι περιμένεις; Φύγε να δούμε τι θα κάνεις χωρίς εμένα; Εσύ δεν έλεγες ότι είμαι η ζωή σου; Πώς θα ζήσεις χωρίς αυτήν; Ψεύτρα! ΦΥΓΕ ΝΑ ΜΗΝ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΛΕΜΕ. ΦΥΓΕ!”
“Παρανοϊκέ μαλάκα! Τζάμπα έφαγα τα χρόνια μου μαζί σου!” είπε και έτρεξε προς την εξώπορτα. Γύρισε, κοίταξε το σπίτι με έναν βαθύ αναστεναγμό και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Κοντοστάθηκε στην αυλόπορτα και έβγαλε μια κραυγή σαν αγρίμι που απελευθερώθηκε.

Έψαχνε να βρει κάπου να αράξει για λίγο, να κάνει ένα τσιγάρο και να σκεφτεί. Κάθισε στο πρώτο παγκάκι της πλατείας και άναψε το τσιγάρο. Ο καπνός την τύλιξε μέσα του. Τα δάκρυα ξέφυγαν του ελέγχου της και άρχισαν να τρέχουν σαν αγριεμένες θάλασσες.
Θυμήθηκε, την πρώτη μέρα που τον γνώρισε σε ‘κεινο το ροκάδικο στην Αθήνα, σε κάτι σκοτεινά στενάκια που την έσυραν οι φίλες της.

**

Το βράδυ φαινόταν βαρετό. Τίποτα άξιο λόγου.
“Καλύτερα να καθόμουν σπίτι ρε! Την ίδια μουσική θα άκουγα και δεν θα είχα τόσα μάτια να με κοιτούν!” είπε και άρπαξε το δερμάτινο μπουφάν και την μπύρα της. “Εγώ την κάνω ρε! Τα λέμε σπίτι!”
Φώτα, αλκοόλ, άνθρωποι να χτυπιούνται στο άκουσμα του τραγουδιού και η Δήμητρα να προσπαθεί να φτάσει στην ρημαδιασμένη έξοδο.
“Εεεεεεεεειιιιιιι! Καλά ρε, δεν βλέπεις; Είσαι τυφλός ρε; Έριξες όλη την μπύρα πάνω μου βρε ατσούμπαλε γαμώτο!”
“Με συγχωρείς, δεν το ήθελα. Δεν σε είδα μέσα στα σκοτάδια!”
 “Και; Νομίζεις ότι τώρα που είπες την συγγνώμη σου θα καθαρίσει το τζιν μου;”
“Σε παρακαλώ, έλα να σε κεράσω μια μπύρα να πατσίσουμε και σου υπόσχομαι ότι αύριο θα σου πλύνω εγώ το τζιν!”
“Πώς θα μου το πλύνεις; Τις μαλακίες λες ρε; Χάζεψε ο κόσμος αδελφάκι μου!” μονολόγησε η Δήμητρα και τελικά μετά από κάμποση ώρα, ανάμεσα σε παρακάλια και βρισίδια, δέχτηκε να την κεράσει την μπύρα. Κατευθύνθηκαν στο βάθος του μαγαζιού και άραξαν σε μια γωνία.

Η Δήμητρα πήρε την μπύρα της και στάθηκε αδιάφορη να κοιτάζει γύρω-γύρω.
Μπαίνει το τραγούδι της. Riders on the storm.
“Ω ρε φίλε! Άκου κομμάτι! ΑΚΟΥ! Σου αρέσει ή είσαι τίποτα φλωράκι που βρέθηκε τυχαία εδώ μέσα;” τον ρωτά και αρχίζει να κουνάει ρυθμικά το κορμί της καθώς ψέλλιζε τους στίχους του κομματιού.
Μάταια ο Αλέξανδρος προσπαθούσε να της απαντήσει. Είχε χαθεί στον ρυθμό.
Πηγαίνει πίσω της σε μια τελευταία προσπάθεια και κάνει στην άκρη τα μαλλιά της. Σκύβει στο αυτί της και της ψιθυρίζει: – “Το αγαπώ αυτό το τραγούδι! Όλη την εφηβεία μου, μ’αυτό την πέρασα!”
“Τότε τραγούδα μαζί μου” του είπε η Δήμητρα και άρχισαν να τραγουδούν μαζί. “Κουνήσου λίγο μωρέ, πώς κάθεσαι έτσι σαν αγγούρι!”
“Μια χαρά κάθομαι! Τι να κάνω; Το καγκουρό;”
“Χμμμμμμ! Λέει και εξυπνάδες ο ατσούμπαλος!”
“Βασικά, σταμάτα να με αποκαλείς έτσι. Μια άτυχη στιγμή ήταν.”
“Καλά, καλά, σταματάω, δεν θέλω να κλάψεις!”
“Λοιπόν; Πάμε;” την ρωτάει ο Αλέξανδρος.
 “Για που;” απαντά η Δήμητρα.
 “Έλα και θα δεις! Θα περάσουμε ωραία! Ποτά και μουσικές” της λέει.
“Μέσα!” λέει η Δήμητρα και φεύγουν από το μαγαζί.

Καθώς προχωρούσαν, η Δήμητρα κοντοστάθηκε.
“Ρε που πάμε; Εδώ δεν έχει ούτε φως!”
“Μην φοβάσαι! Να, εδώ παρακάτω θα δεις και το φως!” της λέει και συνεχίζουν.

Επιτέλους, η Δήμητρα βλέπει κάτι να λαμπυρίζει από μακριά.
Ένα κτίριο με κάτι τυπάδες, μια φωτιά στην μέση και μια κιθάρα να τραγουδούν. Και φυσικά ποτά. Πολλά ποτά.
Για πρώτη φορά, εκείνο το βράδυ, είδε ολοκάθαρα το πρόσωπο και τα μάτια του. Μελιά. Τεράστια. Μεθυστικά. Άγρια. Γυάλιζαν σαν να κρύβονταν κάτι παραφυσικό μέσα τους.
Και το πρόσωπο του. Αυτό, το πρόσωπο του. Λευκό, σχεδόν χλωμό, που το κάλυπταν τα ανοιχτόχρωμα γενιά του. Ήταν όλα τόσο αρμονικά τοποθετημένα πάνω του, σαν ο Θεός να είχε όρεξη να ζωγραφίσει!
Τον ερωτεύτηκε. Πολύ. Τόσο, που αγνόησε το πόσο ήπιε εκείνο το βράδυ και δεν αισθάνθηκε ούτε λίγο ζαλισμένος.

Βρέθηκαν στο σπίτι της το ξημέρωμα. Οι πρώτες ακτίνες βρήκαν τα κορμιά τους παραδομένα στο πάθος. Σαν να χόρευαν το δικό τους κομμάτι. Κινήσεις αργές, αισθησιακές έκαναν την Δήμητρα να παραδοθεί άνευ όρων πια.
Αργά το απόγευμα, ξύπνησε. Τον φώναξε, τον έψαξε αλλά δεν τον βρήκε πουθενά.
Προχώρησε προς την κουζίνα όπου βρήκε ένα σημείωμα κολλημένο στο ψυγείο.
“Μικρή μου, είσαι πολύ υπναρού. Δυστυχώς είχα δουλειά και δεν μπόρεσα να μείνω να σε δω να ξυπνάς. Τηλεφώνησέ μου στο νούμερο που σου άφησα και κοίτα στο μπαλκόνι!”
Η Δήμητρα έτρεξε στο μπαλκόνι. Στα σχοινιά, απλωμένο το τζιν της. Έκανε ακριβώς αυτό που υποσχέθηκε.
Χαμογέλασε. Όλα έμοιαζαν ιδανικά. Όμως όλα ήταν τόσο διαφορετικά. Τόσο…

 

**

Σηκώθηκε, σκούπισε τα δάκρυα της, έπιασε την βαλίτσα απ’ το χερούλι και ξεκίνησε να περπατάει προς άγνωστο προορισμό.

Μέρες αργότερα, ο Αλέξανδρος βρέθηκε σε ‘κεινο το παγκάκι. Ήθελε να πνίξει για λίγο την θλίψη, τον θυμό και την απελπισία του. Να πάρει λίγο αέρα.
Και τότε το είδε:
“Riders on the storm. The end.”