Θεία Δίκη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Υπάρχουν μυστικά που μένουν για πάντα μυστικά, θαμμένα βαθιά στη γη. Υπάρχουν όμως κι άλλα που αν δεν τα σκεπάσει καλά το χώμα, ξυπνούν από το λήθαργο και σαν φαντάσματα έρχονται να ταράξουν τη φαινομενική γαλήνη. Μυστικά κεραυνοί που σκίζουν στα δύο τον ξάστερο ουρανό και με ορμή πέφτουν στη γη καίγοντας τα πάντα.
Εκείνο το συννεφιασμένο νωχελικό πρωινό της 6ης Ιουνίου, προτού καλά καλά η νήσος Κέιπ Μπρετόν ξυπνήσει και τα γλαροπούλια αρχίσουν να κάνουν βόλτες πάνω από την αφρισμένη θάλασσα, η 36χρονη Αστυνόμος Βικτώρια ΜακΓκρέιντι έκανε το καθιερωμένο πρωινό της τρέξιμο στα καταπράσινα μονοπάτια του νησιού, ακούγοντας τον Λούις με το σαξόφωνο του να τραγουδά το αγαπημένο της «La Vie En Rose». Το υπηρεσιακό τηλέφωνο χτύπησε, διακόπτοντας βίαια τις παρανοϊκές της σκέψεις της για εκείνον που την παράτησε για μια τυχάρπαστη. Ο επιθεωρητής Λορέντζο Πόουπ με τρεμάμενη φωνή ξεστόμισε αυτό που η ευχόταν κάθε λεπτό μετά την συνάντηση της περασμένης νύχτας. Ο Τζόναθαν Κάρτερ ήταν νεκρός. Ο αρραβωνιαστικός της Αλίσια Μπράουν, ο άντρας που η ίδια αγαπούσε με πάθος και μισούσε λυσσασμένα, είχε δολοφονηθεί.

Η Αλίσια θύμιζε άγγελο, τυλιγμένη στο λευκό σάλι της, παρά την εμφανή ταραχή στο πρόσωπό της. Όλοι την ήξεραν. Στα 25 της η ζωή είχε αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια της πάνω της. Πριν 7 χρόνια είχε βρει τη μητέρα της, Κάθριν Μπράουν, νεκρή να κείτεται στο υπόγειο του σπιτιού τους, μέσα σε μια λίμνη αίματος. Η καταθλιπτική Κάθριν, την οποία μάταια προσπαθούσε να βοηθήσει η Ρεβέκκα, η μοναδική ψυχίατρος του νησιού, βρήκε τραγικό θάνατο, όταν σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση χτύπησε μοιραία το κεφάλι της μετά από πτώση στις σκάλες. Και ήταν το ίδιο σημείο, δυο χρόνια μετά, που ο πατέρας της, μην αντέχοντας την απώλεια, επέλεξε να δώσει τέλος στη ζωή του τραβώντας τη σκανδάλη. Η βαριά κατάθλιψη, που δεν είχε αντιμετωπιστεί με τη φαρμακευτική αγωγή, κατέληξε σε αυτοχειρία, γράψανε οι τοπικές εφημερίδες, και η υπόθεση έκλεισε γρήγορα παρόλο που δεν διευκρινίστηκε ποτέ πως βρέθηκε στην κατοχή του όπλο. 15 μήνες νοσηλείας σε τοπική ψυχιατρική κλινική, χρόνια αγωγής, και ατελείωτες ώρες συνεδρίας με τη Ρεβέκκα, χρειάστηκαν για να επανέλθει στη ζωή. Και τώρα, ο Τζόναθαν, ο δικός τους Τζόναθαν, ήταν νεκρός στο υπόγειο του σπιτιού των Μπράουν. Ήταν η κατάρα των Μπράουν που χτύπησε ή η θεία δίκη;

Στην αυλή του σπιτιού τους, ο Λορέντζο, έκανε ερωτήσεις στην πάντα μαυροφορεμένη, σαν τις ψυχές των ασθενών της, Ρεβέκκα. Περνώντας δίπλα τους η Βικτώρια κοντοστάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα και έπειτα συνέχισε με γοργό βήμα, για να δει για τελευταία φορά εκείνον. Εκείνον που ένα χρόνο πριν της ορκιζόταν αιώνια αγάπη. Πόσο ανόητη ήταν να πιστέψει ένα 26χρονο παιδί; Ένα παιδί που τώρα ήταν ξαπλωμένο νεκρό μπροστά της, λουσμένο από ένα ποτάμι αίματος που ξεχείλισε από την καρωτίδα του και πλέον είχε στερέψει. Άψυχο κόκκινο κουφάρι, μπροστά σε ένα τοίχο που έγραφε ΘΕΙΑ ΔΙΚΗ.

24 ώρες καταθέσεων και άκρη δεν έβγαινε. Η Αλίσια σε μόνιμη παράκρουση αδυνατούσε να συνεργαστεί και η λήψη ηρεμιστικών δεν βοηθούσε. Όλες οι προσπάθειες της Ρεβέκκας να την ηρεμήσει είχαν αποβεί άκαρπες. Κατά κοινή ομολογία ο Τζόναθαν εχθρούς δεν είχε. Και πώς να είχε ο αγαπημένος της τοπικής εφημερίδας; Κι όμως, ένα βράδυ πριν τον γάμο του, ένα χέρι και ένα κουζινομάχαιρο έκοψε το νήμα της ζωής του, σκίζοντάς του την καρωτίδα. Κανένα ίχνος πάλης μόνο ένα ματωμένο μήνυμα στον τοίχο. Ακόμα και το πρόσωπο του ήταν ήρεμο. Προφανώς από την απίστευτη ποσότητα αλκοόλ που βρέθηκε στο αίμα του, κατάλοιπο του bachelor party που είχαν οργανώσει οι φίλοι του το προηγούμενο βράδυ. Η Αλίσια ήδη κοιμόταν βαθιά, όταν εκείνος γύρισε τύφλα στο σπίτι, χάρη στο υπνωτικό χάπι που έπαιρνε κάθε βράδυ μετά την απώλεια του πατέρας της.

Δυο εβδομάδες μετά τα ερωτηματικά παρέμεναν αναπάντητα.

Εκείνη τη Δευτέρα, ο Λορέντζο ξύπνησε με έναν κόμπο στο στομάχι του. Να ήταν αυτή η αναθεματισμένη αίσθηση που είχε αποκτήσει μετά από τόσα χρόνια στο Σώμα; Τη στιγμή που κατευθυνόταν προς την πόρτα του γραφείου του, και νιώθοντας μια απροσδιόριστη ανησυχία, όπως τότε που ένας απλός αναγνωριστικός έλεγχος διερχόμενου οδηγού εξελίχθηκε σε θανάσιμη εμπλοκή, έκανε μεταβολή και πήγε προς το γραφείο της Βικτώριας. Μπαίνοντας μέσα διαπίστωσε μια ασυνήθιστη αναστάτωση. Χαρτιά στοιβαγμένα, αποτσίγαρα και άδεια μπουκάλια. Το αίμα του πάγωσε. Η βοηθός του ήταν ένας άνθρωπος ψυχαναγκαστικά επιμελής, που δεν της άρεσε να αλλάζεις ούτε τη θέση από το διακορευτή της πάνω στο γραφείο. Και τώρα, στον ίδιο χώρο, που άλλοτε επικρατούσε τελετουργική τάξη, επικρατούσε το απόλυτο χάος. Μα αυτό που τον αναστάτωσε περισσότερο ήταν το γεγονός ότι στο γραφείο ήταν παρατημένο το υπηρεσιακό της τηλέφωνο και όπλο, δείγμα ξαφνικής και επείγουσας φυγής.

Στο μυαλό του τριγυρνούσε συνεχώς η φράση που επαναλάμβανε μέσα στο παραλήρημά της η Αλίσια την επομένη της δολοφονίας. «Αυτή φταίει. Αυτή τους σκότωσε!». Μέχρι εκείνη τη στιγμή, πίστευε ότι το θολωμένο της μυαλό πάλευε με τους δαίμονές και ότι η ομολογία της ήταν κοντά. Άλλωστε σύμφωνα με τη γιατρό της, μπορούσε ανά πάσα στιγμή να προκαλέσει κακό, καθώς η φαινομενική γαλήνη της ήταν αποτέλεσμα χρόνιας λήψης ψυχοτρόπων φαρμάκων. «Φυσικά και είναι επικίνδυνη αγαπητέ μου. Όλοι μας είμαστε» είχε απαντήσει χαρακτηριστικά, ενισχύοντας την πεποίθησή του ότι πίσω από όλους τους θανάτους στο υπόγειο των Μπράουν κρυβόταν εκείνη. Τώρα όμως έπιανε τον εαυτό του να αναρωτιέται μήπως η λύση ήταν τόσο καιρό μπροστά του και αυτός απλά την αγνοούσε. «Νομίζω πως τσακωνόντουσαν. Δεν είμαι βέβαιη αλλά σαν να άκουσα την τύπισσα να λέει πως θα πεθάνει μακριά του. Είχε πολύ βροχή εκείνο το βράδυ και τα γατιά μου είχαν λυσσάξει από την πείνα. Δεν ξέρω επιθεωρητά. Είμαι γριά και δεν ακούω καλά. Θα κεράσεις τώρα τίποτα γιατί στεγνώσαμε;». Τα λόγια της ρακοσυλλέκτριας που σύχναζε πίσω από το μπαρ «Red nights» ήρθαν στο μυαλό του, όταν υπό την απειλή προσαγωγής, του ανέφερε πως μια γυναίκα γυμνασμένη γύρω στα 30-35 τηλεφωνούσε ξανά και ξανά μέχρι που ο νεαρός Τζόναθαν Κάρτερ βγήκε θυμωμένος από την πίσω πόρτα.

Λίγα μέτρα μακριά η Ρεβέκκα βάδιζε βιαστικά. Έπρεπε να ήταν από ώρα στο γραφείο της, αλλά ο ηλίθιος συμβολαιογράφος την είχε καθυστερήσει. «Άτιμη γραφειοκρατία!», φώναξε στο κινητό της, καθώς ανέβαινε τα σκαλιά. «Αφού έχει την υπογραφή της, τι τον νοιάζει αυτόν; Πανάθεμά τον!». Έβαλε το κλειδί στην πόρτα του γραφείου της, το έστριψε με προσοχή, άνοιξε την πόρτα κι έκανε να μπει μέσα. Η πόρτα έκλεισε με δύναμη κάνοντας την να παγώσει. «Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι δεν θα έρθεις», είπε μια γνώριμη γυναικεία φωνή. Ένας αναπτήρας άναψε και φώτισε προσωρινά το σκοτεινό της γραφείο. «Κάποτε είχα κι εγώ ένα παρόμοιο μενταγιόν Ρεβέκκα Γουίλσον ή μήπως να σε λέω καλύτερα Χόουπ Μπράουν;»

ΘΑΝΑΤΟΣ ήταν η ποινή της Χόουπ Μπράουν για τρεις δολοφονίες. Δεν την ένοιαξε. Καρπός ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης ενός έρωτα που ήθελε να ζήσει προτού γεννοβολήσει, γεννημένη στο πλατύσκαλο της σκάλας, όπως της είχε αποκαλύψει η ασθενής και μητέρα της Κάθριν Μπράουν σε μια ανώφελη εξομολόγηση μετάνοιας, είχε βιώσει από νωρίς την εγκατάλειψη σε ίδρυμα, το μίσος για τους γονείς της, τη ζήλια για την κόρη που επέλεξαν να μεγαλώσουν με αγάπη λίγα χρόνια μετά. Χαμογελούσε τη στιγμή της θανατηφόρας ένεσης, κρατώντας σφιχτά στο στήθος της, το μενταγιόν που την πρόδωσε, το μενταγιόν των «αποφοίτων» του Κολαστηρίου, και αφού ψέλλισε «Θεία Δίκη», ξεψύχησε γαλήνια. Τελευταία της επιθυμία, η εκτέλεση της να γίνει εκεί…εκεί που γεννήθηκε…

 

M&M

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook