Θωμάς

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο Θωμάς έκλεισε και την τελευταία βαλίτσα του. Έριξε μια γρήγορη ματιά στο δωμάτιο του και βρόντηξε την πόρτα πίσω του. Κατέβηκε σχεδόν χοροπηδώντας τα σκαλιά και φώναξε γεμάτος ανυπομονησία: – Άντε ρε μάνα! Θα αργήσουμε!
– Έρχομαι παιδί μου! Μην φωνάζεις!
Ο μπαμπάς περίμενε ήδη στο αυτοκίνητο όπου θα ξεκινούσε το ωραιότερο ταξίδι της ζωής του γιου του, αυτό, της φοιτητικής ζωής.
Ο Θωμάς ήταν μοναχοπαίδι, εύπορης οικογένειας των βορείων προαστίων. Από μικρός οι γονείς του, του πρόσφεραν την καλύτερη εκπαίδευση. Ιδιωτικό σχολείο, δύο ξένες γλώσσες και πολλές δραστηριότητες ώστε σχεδόν να προδιαγράψουν το μέλλον του. Ο Θωμάς ήταν υπάκουο παιδί, δεν έφερνε αντίρρηση συχνά. Μόνο τελευταία που είχε πολύ διάβασμα άρχισε να δυσανασχετεί, όμως δεν ήθελε να απογοητεύσει τους γονείς του και έτσι συνέχιζε, σαν κουρδισμένο στρατιωτάκι. Μερικές φορές τον έπιανε το παράπονο για όσα δεν έζησε στα μαθητικά του χρόνια. Αναμνήσεις που φίλοι και συμμαθητές θα έχουν να θυμούνται αλλά αυτός όχι, αφού ήταν σπίτι-σχολείο-δραστηριότητες και τούμπαλιν. Ούτε καν τον έρωτα δεν ένιωσε. Αυτό το πρώτο, άτσαλο φιλί.

Όμως, οι κόποι του ανταμείφθηκαν και μπήκε πρώτος στο Πανεπιστήμιο, αυτό, σε συνδυασμό με την ελευθερία που του δόθηκε, τον έκαναν πραγματικά χαρούμενο.

Η σχολή ξεκινά. Μια αίθουσα γεμάτη απ’ ανθρώπους άγνωστους αλλά που τόσο πολύ ήθελε να γνωρίσει και να συναναστραφεί. Ίσως, να αναπληρώσει τώρα, όσα δεν έζησε. Το παρεάκι φτιάχτηκε και η ζωή του πέρα από βιβλία είχε και μπόλικη διασκέδαση, ποτά, ξενύχτια, έρωτα. Μέσα σ’ αυτό το παρεάκι γνώρισε και την Ελένη. Ένα ατίθασο πλάσμα, με πολλές ανησυχίες και αγάπη για την τέχνη. Αυτή η αντιδραστικότητα της ήταν που τον τράβηξε. Αντιδρούσε σε καθετί συμβατικό και είχε έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο να το εκφράζει. Μαζί της, έζησε όλα αυτά που μέχρι τότε τα είχε εικόνα μόνο στα όνειρα του. Το άτσαλο φιλί, τον βιαστικό έρωτα, το ερωτικό παιχνίδι, τα καυγαδάκια. Όμως δεν ήταν έρωτας αληθινός. Ήταν μια συμπάθεια που έγινε συνήθεια.

Ώσπου μπήκε στην παρέα ο Ανδρέας. Ένας άξεστος βαρύμαγκας που τα είχε ζήσει όλα και ήξερε ακριβώς πώς να γοητεύσει τα πλήθη. Ο Θωμάς δεν τον χώνεψε εξ’ αρχής. Για την ακρίβεια απέφευγε τις πολλές συναντήσεις μαζί του. Κάτι τον απωθούσε. Όμως η μοίρα και ένας καθηγητής τους ανάγκασε να συνεργαστούν. Έπρεπε σε ένα μήνα να τελειώσουν την εργασία του εξαμήνου και έτσι οι συναντήσεις τους ήταν πια καθημερινές. Σιγά σιγά οι δύο άντρες ανοίχτηκαν. Τις ώρες των διαλειμμάτων, κουβέντιαζαν. Ο Θωμάς έπιανε τον εαυτό του να τον κοιτά αποχαυνωμένο. Σχεδόν τον θαύμαζε αλλά το έκρυβε κι από τον ίδιο του τον εαυτό. Το πρώτο βράδυ που τον ονειρεύτηκε σηκώθηκε τρομαγμένος και σιγοψιθύρισε στον εαυτό του λόγια καθησυχαστικά.

Οι μέρες κύλησαν κι ούτε κατάλαβε πως. Μια επιθυμία του όμως ήρθε να τον ταρακουνήσει ξανά. Δεν ήθελε να τελειώσει η εργασία. Κι όσο αυτές οι σκέψεις τριγύριζαν στο μυαλό του τόσο πιο πολύ τρόμαζε και τις απωθούσε.

Την τελευταία μέρα συνάντησης ο Ανδρέας άργησε. Ο Θωμάς ανήσυχος πήρε τηλέφωνο αλλά το μόνο άκουσε ήταν κάποιες μπερδεμένες φωνές. Μετά από κάμποση ώρα χτυπάει κουδούνι…
– Έλα Θωμά, άνοιξε ρε! Ο Ανδρέας είμαι.
– Τι έγινε ρε φίλε; Είχαμε ραντεβού στις εφτά και η ώρα είναι εννιά.
– Έλα ρε συ! Μην αγχώνεσαι τόσο. Όλα θα γίνουν αλλά προς το παρόν φτιάξε μου έναν ελληνικό με λίγο στυμμένο λεμόνι γιατί ήπιαμε τον Βόσπορο και σήμερα.

Ο Θωμάς του φτιάχνει τον καφέ και κάθεται εκνευρισμένος στον υπολογιστή ώστε να ξεκινήσουν τον επίλογο της εργασίας τους. Ούτε κι ο ίδιος κατάλαβε γιατί εκνευρίστηκε τόσο με την συμπεριφορά του Ανδρέα.
– Έλα ρε φίλε τώρα. Σαν γκόμενα κάνεις. Ηρέμησε. Σε λίγο θα ξεκινήσουμε μαζί. Έλα κάτσε τώρα να μιλήσουμε.
Ο Θωμάς φανερά νευριασμένος κάθεται δίπλα του και δεν αργούν τα γέλια. Με μια αλλόκοτη κίνηση του Θωμά τα χείλη τους συναντιούνται. Ο Ανδρέας έκπληκτος τον κοιτάζει και τον σπρώχνει μακριά του.
– Τι κάνεις ρε παλιολούγκρα; Μην με πλησιάζεις ρε. Σηκώθηκε τσατισμένος, πήρε τα πράγματα του και λίγο πριν κλείσει την πόρτα πίσω του είπε:
– Τελείωσε την εργασία μόνος σου και φρόντισε να την παραδώσεις εγκαίρως. Δεν θέλω να σε δω ποτέ ξανά μπροστά μου.
Ο Θωμάς, κλείνοντας η πόρτα γύρισε και κοίταξε τα κάγκελα της βεράντας. Φλέρταρε με την ιδέα να δώσει ένα τέλος στην ξεφτίλα που μόλις έζησε και πιθανόν θα μάθαιναν όλοι αύριο.

Βγήκε στο μπαλκόνι και κάθισε για λίγο. Έβαλε τα κλάματα και καταριόταν την στιγμή που τόλμησε να κάνει κάτι τέτοιο. Οι σκέψεις έρχονταν βίαια στο μυαλό του. <<Μα γιατί το έκανα εγώ αυτό>> <<Τι συμβαίνει με μένα>> κι άλλες παρόμοιες σκέψεις που εκείνη την στιγμή δεν μπορούσε να απαντήσει καθώς μπήκε η Ελένη στο σπίτι.
– Θωμά! Που είσαι μωρό μου;
Ο Θωμάς δεν έβγαλε άχνα. Ήταν λες και δεν ήταν εκεί. Λες και είχε μεταφερθεί σε ένα κρησφύγετο, μακριά απ’ όλους. Ένα χάιδεμα στον ώμο του όμως, τον ξύπνησε.
– Ήρθες;
– Ναι μωρό μου. Που ταξιδεύεις;
– Ελένη, κάθισε. Θέλω να σου μιλήσω. Καλύτερα να το μάθεις από ‘μένα.
– Τι είναι; Με τρομάζεις. Πες μου, σε παρακαλώ.
Ο Θωμάς παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, της είπε όλη την αλήθεια.
Η Ελένη, τον αγκάλιασε και τον άφησε να κλάψει μέσα στα χέρια της.
– Θωμά μου, μην στεναχωριέσαι, θα τα ξεπεράσουμε όλα. Πες μου όμως…θέλω να ξέρω. Είναι η πρώτη φορά που αισθάνεσαι έτσι για έναν άντρα;
Οι ερωτήσεις της Ελένης ήταν καταιγιστικές και όχι άδικα. Έπρεπε να ξέρει. Έπρεπε να ξέρει αν ο άντρας που ερωτεύτηκε ήταν μόνο γι’ αυτήν.
– Ελένη, δεν ξέρω να σου απαντήσω τίποτα. Αλήθεια. Είμαι και γώ τόσο έκπληκτος όσο εσύ.

Η Ελένη εκείνο το βράδυ κι όλα τα επόμενα μέχρι που να βρει τις απαντήσεις του ο Θωμάς, έμεινε μαζί του. Βαθειά μέσα της πίστευε ότι ήταν μια απλή επιπολαιότητα και ότι θα συνέχιζαν ακριβώς από ‘κεί που το είχαν αφήσει. Αυτό που περίμενε όμως η Ελένη, δεν ήρθε ποτέ. Ο Θωμάς έφτιαξε την δική του απομόνωση και κλειδαμπαρώθηκε μέσα της. Κάθε προσπάθεια της Ελένης έπεφτε στο κενό. Ώσπου έπαψε να προσπαθεί, ώσπου έφυγε. Ο Θωμάς δεν την αναζήτησε ποτέ. Πήρε μεταγραφή στην Αθήνα και ζει με τους γονείς του στους οποίους δεν είπε ποτέ τον λόγο επιστροφής. Τελείωσε το Πανεπιστήμιο του, βρήκε μια ζηλευτή θέση, αλλά ποτέ άλλοτε δεν γέλασε, πότε από τότε δεν ήταν ο εαυτός του.

Τα χρόνια πέρασαν και οι γονείς τον πίεζαν για οικογένεια … και ο Θωμάς, πάλι, εκεί, σαν αληθινό στρατιωτάκι, να τους προσφέρει ότι επιθυμούν δίχως να σκεφτεί τον ίδιο. Στην δουλειά λοιπόν, υπήρχε ένα κορίτσι το οποίο ο Θωμάς συμπαθούσε. Όμορφη και με κοινά ενδιαφέροντα. Είχαν βγει κάνα δυο φορές, όμως τώρα το σχέδιο θα έπαιρνε σάρκα και οστά. “Αν είναι να παντρευτώ και να κάνω οικογένεια, έλεγε, ας είναι με κάποια που τουλάχιστον έχουμε κοινά ενδιαφέροντα”. Και έτσι σε ένα χρόνο παντρεύτηκαν. Σε έξι μήνες από τον γάμο τους έκαναν το πρώτο τους παιδί που γι’ αυτόν έγινε η χαρά της ζωής του. Του πρόσφερε λίγη από την μπόλικη ευτυχία του κόσμου, κάτι που δεν μπόρεσε ποτέ κανείς, πέρα από εκείνα τα δευτερόλεπτα με τον Ανδρέα.

Όμως, αν γνωρίσεις ποτέ τον Θωμά, θα νιώσεις την θλίψη στα μάτια του. Ο Θωμάς κατάλαβε ότι ήταν γκέι όταν ένιωσε αυτό το πρωτόγνωρο συναίσθημα που νιώθουμε όλοι, όταν ερωτευόμαστε. Από ντροπή και φόβο για την απόρριψη, σιώπησε.
Το συμπέρασμα; Ένας ακόμα καταπιεσμένος άνθρωπος ζει ανάμεσα μας. Ελευθερωθείτε. Οι άλλοι είναι πολλοί και συ μόνο ένας. Ζήστε.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook