Τί να σου στείλω ξένε μου;

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

 

  “Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους

        και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος…”

 

  Θυμάται τα παλιά. Θυμάται το πώς χόρευαν, πώς έπιανε ο ένας τον άλλον, πώς μεθούσαν. Κι έπειτα κλαίει. Όχι από παράπονο. Παράπονο δεν έμεινε στα στήθη της να κλάψει, ακόκαμε κι αντί γι’ ανάσες πίνει βουβό δάκρυ. Ότι η αγάπη είναι σαν το αγριολούλουδο, φυτρώνει και στα χαλάσματα. Στα ίδια χαλάσματα θα τη βρεις να ψιθυρίζει με κρότο, αν θε να ‘ρθεις κοντά της. Το πήρε απόφαση και -μάθε και τούτο- αν δε γυρίσει πίσω ο αγαπημένος της, χορό δε θα σύρει ποτέ ξανά.
          Χιλιάδες μίλια μακρυά, η αγάπη της στέκει μαζεμένη σε αράδες. Ξεδιπλωμένη και κιτρινισμένη, μιλά μέσα από τις γραμμές. Γραμμές που έκαναν τόσο κόπο να φτάσουν στην άλλη άκρη του κόσμου. Να χωθούν σε ένα καθώς πρέπει σαλόνι, να δηλώσουν παρουσία, να τον κάμουν να γυρίσει… Όπως εξάλλου ήλπιζε κι εκείνη.
  «Κάπου κάπου αποκοιμιέμαι. Και τότε είναι που τ’ όνειρο παρουσιάζεται μπρος μου, να μου θυμίσει την παλιά ζωή. Τότε που δε σ’ άφηνα απ’ το χέρι. Σε τόνο βυζαντινό, ιερατικό, σέρνω το ένα βήμα μετά το άλλο. Να στεριώσει το πόδι, να στήσει σπιτικό στη γη, να μη φύγει στα ξένα. Ποτέ ξανά μακρυά… Στο χρονικό ταίριασμα του πνευστού με το τραγούδισμα του ανθρώπου, φυλάκισα μια ζωή ολόκληρη μαζί σου. Σ’ αυτό το ίδιο κενό του χρόνου είναι που βουτάς βάζοντας το γόνα στο χώμα, σ’ αυτό το κενό είναι που πηδάς στον αέρα χορεύοντας. Κι εγώ πάντα πιασμένη δίπλα σου, να γιορτάζω τα μάτια σου. Να γιορτάζω τον έρωτά μας. Γιατί τ’ όνειρο σε πάει σε χρόνους που επιθύμησες, σε τόπους που αγάπησες κι αν στο παρόν σου κλαις, δε διστάζει να σε παρηγορήσει μ’ ένα ελαφρύ πασπάλισμα ανάμνησης. Τούτη την ανάμνηση είναι που κρατώ στη χούφτα μου, χρυσό φυλαχτό.    
          Χορεύω τη μεγάλη μου λύπη, κρατώντας σε στην καρδιά μου σαν φυλαχτό. Κι αν θε να ‘ναι ο τελευταίος χορός πριν να ‘ποθάνω, μην αργείς. Γύρνα. Σταύρωσε τα χέρια σου στα δικά μου και χόρεψε μαζί μου τ’ άδικά μου. Γίνεται. Κι ας μας χωρίζει η θάλασσα.» 
   Μια ξαφνική αίσθηση ζαλάδας διακόπτει τη δακρυσμένη ανάγνωση. Ό,τι δεν κατάφερε ένας πόλεμος κι ένας σεισμός, το κατάφερε η πουτάνα η ξενιτιά. Το γράμμα πέφτει σαν πούπουλο απ’ το χέρι. Το κορμί πέφτει κοφτά πίσω στη πολυθρόνα. Αγκάθι στην καρδιά. Το φως εχάθη.
          Όσο για ‘κείνη; Στα ίδια χαλάσματα θα τη βρεις να ψιθυρίζει με κρότο, αν θε να ‘ρθεις κοντά της. Το πήρε απόφαση και -μάθε και τούτο- αν δε γυρίσει πίσω ο αγαπημένος της, χορό δε θα σύρει ποτέ ξανά…

Ποτέ ξανά.

 

* Ακούστηκε το τραγούδι “Ξενιτεμένο μου Πουλί”, παραδοσιακό πωγωνίσιο της Ηπείρου.  
Διασκευή στην ακουστική κιθάρα: Πάνος Σείκιλος. 
Ακούστε το πρώτο Μουσικό Αφήγημα της συλλογής, με τίτλο “Σε Φίλησα κι Αρρώστησα”: 
Ακούστε το δεύτερο Μουσικό Αφήγημα της συλλογής, με τίτλο “Ακούω τη Φωνή της”: 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook