Το Λούκι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Έχεις αποφασίσει πως όσο μεγάλο κι αν είναι το σπίτι σου, όσο κι αν αγαπάς τα ζώα και τα νοιάζεσαι, μπορείς να έχεις μόνο 3. Τόσα σου επιτρέπουν τα οικονομικά σου για να είσαι συνεπής, εμβόλια, στειρώσεις, τροφές και να ανταποκρίνεσαι στα προβλήματα υγείας τους αν προκύψουν. Το όριο σου λοιπόν, είναι πάντα 3.

Στην παρούσα φάση, μέσα στο σπίτι και με πρόσβαση σε προστατευμένο, περιφραγμένο κήπο, έχουμε λοιπόν τη Ζήνα, ένα μαλινουά λυκόσκυλο με πολύ σοβαρά θέματα υγείας, τη Ρίτα – μία γάτα λούτρινο που ξάπλωσε στον καναπέ τον Αύγουστο του 17, έχουμε Γενάρη του 19 και δεν έχει σηκωθεί ακόμα – και το Μαξ, που είναι φίρμα και κάνει ταμείο με την κάθε του εμφάνιση. That’s it!

Τα τρία αυτά ζώα, συμβιώνουν σε πλήρη αρμονία. Κοιμούνται μαζί, παίζουν, έχουν φτιάξει μεταξύ τους μια μικρή αγέλη. Family! (Ο Μαξ αν και στειρωμένος, εξακολουθεί να προσπαθεί να τον φορμάρει στη Ζήνα, αλλά εκείνη αντιστέκεται σθεναρά, τον κοπανάει με την ουρά της… όχι επειδή εκείνη είναι λύκαινα κι αυτός γατί, αλλά επειδή υπάρχει ένα απροσπέλαστο εμπόδιο στο να ολοκληρωθεί η σχέση τους. Αυτή είναι ζυγός και ο Μαξ κριός, δύσκολος συνδυασμός παιδιά, κάτσαμε κάτω και τα μελετήσαμε, δεν είναι να παίζεις μ’ αυτά τα πράγματα).

Έτσι λοιπόν περνάει ο καιρός και κυλάει η ζωή στο μικρό μας τσίρκο… Άνθρωποι μικροί και μεγάλοι και σκυλόγατα στο τσαντιράκι μας. Life was good.

Πριν καμιά 10ριά μέρες, αρπάζεις μια γριπάρα φίλε… Σου γαμεί τον εσωτερικό και εξωτερικό σου κόσμο, στεγνά. Πυρετός, πόνος στα κόκαλα και βήχας του θανάτου. Οι εντολές του γιατρού, σαφείς: “τράβα να ξεψυχήσεις στα σκεπάσματα σου ρε ρετάλι, με το ζόρι αναπνέεις! Μη σηκώνεσαι ούτε για κατούρημα, βάλε πάπια, χήνα, πέρδικα δε ξέρω, ΜΕΙΝΕ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΣΕ ΣΙΧΑΘΗΚΕ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ”.

Ωραία, εύκολο να το λες αυτό όταν δεν είσαι η μάνα του λόχου… Με όλη τη χλωρίδα και την πανίδα της νοτιοανατολικής Αττικής να κρέμεται από πάνω σου + τα δίποδα για τα οποία είσαι κατά το νόμο υπεύθυνη και δε μαζεύουν ούτε τα βρακιά τους από τα πατώματα, δηλαδή ΦΑΚ ΜΙ ΣΑΙΝΤΓΟΥΕΗΣ!

Τέλος πάντων αποφασίζεις να κάνεις τα απολύτως απαραίτητα, ενημερώνεις τον κόσμο “παιδιά, κοιτάξτε να δείτε, η σκλαβάρα σας είναι άρρωστη, εδώ είναι οι κροκέτες σας, εδώ τα κορνφλέικς σας, κάντε τα κουμάντα σας, πά να πεθάνω σε μια γωνίτσα”. Και τα καημενούλια μωρέ, έρχονται σε σκεπάζουν, σε χαϊδεύουν, ένας ξαπλώνει δίπλα σου, ένας στα πόδια σου, ο Μαξ κλασικά, κάθεται πάνω στο κρανίο σου και κάνει πατουσάκια στους αμφιβληστροειδείς σου, όλα καλά, αγάπη ολούθε.

Αναγκαστικά όμως, πρέπει κάποια στιγμή να σύρεις το πτώμα σου και να πας το παιδί φροντιστήριο, αφού κανείς άλλος δεν δύναται εκείνη την ώρα. Τι να κάνεις, όπως είσαι με τις πιτζάμες, ρίχνεις ένα μπουφάν πάνω σου και βγαίνεις, σα τρόφιμος ψυχιατρείου, στη πτέρυγα με τους εγκληματικά σχιζοφρενείς.

Πας το παιδί στο μάθημα του, ε κάποια στιγμή πρέπει να το φέρεις και πίσω, κρίμα είναι να το αφήσεις στους 5 δρόμους, 11 ώρες έσπρωχνες στο μαιευτήριο, αμαρτία η ταλαιπωρία δηλαδή (άγια επισκληρίδιος παιδιά, θα το συζητήσουμε εκτενώς αυτό σε επόμενη συνεδρία μας, θα βάλουμε τους άντροι σε μια γωνιά να λένε ιστορίες από το στρατό και μεις θα κάνουμε αναπαραστάσεις από εξωθήσεις – φου φου φου ΣΠΡΩΞΕ, φου φου φου ΣΠΡΩΞΕ, 3.100 μανδάμ να σας το τυλίξω ή θα το φάτε εδώ;)

Πας να το μαζέψεις λοιπόν, έχεις πάρει μαζί και κάτι τόνους σκουπίδια να πετάξεις, τόσες μέρες άρρωστη, η κουζίνα προσομοιάζει μεταποκαλυπτικό σκηνικό, λες θα πάρω το παιδί και θα πετάξω σκουπίδια, θα γυρίσω σπίτι και θα λιποθυμήσω ξανά, τι μπορεί να πάει στραβΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧ ΑΧΑΧΑΧΑΧΧΑ ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧ ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧ

χα!

Μπαίνει λοιπόν το παιδί στο αμάξι και κατευθύνεστε προς τον κάδΧΑΧΧΑΧΑ ΑΧΑΧΑΧΧΑΧΑ ΑΧΑΧΑΧΑΧΧΑΑ ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΧΑΧΑΧΑ (συγνώμη, γελάω ακόμα ΧΑΧΑΧΑΧΧΑΧΑΧΑ) προς τον κάδο λοιπόν να πετάξεις σκουπίδια. Πράγματι λοιπόν φτάνεις, κατεβαίνεις, είναι και πολλά τα σκουπίδια, κάνει και απίστευτο μπζωλόκρυο, πέφτουν μύτες, κατεβαίνει και το παιδί να σε βοηθήσει να τα πετάξεις, οκ τελειώνετε, πας να μπεις στο αυτοκίνητο, να επιστρέψεις επιτέλους στη ζεστασιά, στα τσάγια και τα μέλια σου. ΌΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΧΙ δε πάει έτσι!!!! Συγνώμη! Διότι το τέκνο σου δεν έχει αυτιά, έχει ραντάρ ρε μλκ, εσύ δε γέννησες παιδί, τον Κλαρκ Κεντ γέννησες, είναι στο σχολείο του ξέρωγω και λιώνει στα μαθηματικά και συ σπίτι και του τρως τα πατατάκια και ωπππππ ΠΕΤΑΓΕΤΑΙ ΠΑΝΩ την ώρα του μαθήματος και ζητάει να πάρει τηλέφωνο ‘ΜΑΜΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΑΣΕ ΚΑΤΩ ΤΑ ΤΣΙΠΣ ΜΟΥ, ΕΧΕΙΣ ΦΑΕΙ 11, ΣΤΟ 12ο ΔΕ ΘΑ ΒΡΟΥΝ ΝΑ ΘΑΨΟΥΝ ΑΜΑ ΕΡΘΩ ΣΠΙΤΙ”. Τέτοια φάση μιλάμε. Και τι ακούει ρε φίλε, εκεί έξω στο δρόμο, στους -2, λίγο πριν πέσει η νύχτα στο Παλέρμο…

Ακούει “νιάου”

Ένα ξεψυχισμένο, ένα και μόνο νιάου. Κοιτάει το πιτσιρίκι μέσα στο φρεάτιο του δήμου, αυτό με τις βαριές σιδεριές πάνω και φωνάζει ‘μαμάάάάάάά΄, ένα γατάκι! Μέσα στο λούκι!’ Κάνεις έτσι και τι να δεις… Τίποτα! Ρε καλή μου, δεν έχει τίποτα εδώ, πάμε να φύγουμε πεθαίνω, οοοοοοοοοοοχι το πιτσιρίκι, ΕΧΕΙ ΓΑΤΙ ΕΔΩ… Βγάζεις το φακό του κινητού, κοιτάς καλύτερα και κάτι σα να κουνήθηκε μέσα στα λασπόνερα. Κάτι μαύρο. Και σατανικό. Και μικρό βασικά. Στα τελευταία του.
ΩΝΣΓΜΣΩ…

Και πως το βγάζουμε τώρα αυτό από δω;

Οι σιδεριές ήταν ασήκωτες. Τι να κάνεις τι να κάνεις… καλείς έναν φίλο, υδραυλικό σε πρώτη φάση. Έρχεται, προσπαθεί να σε βοηθήσει να σηκώσετε τη σιδεριά, δε γίνεται, σε φιλάει σταυρωτά, εύχεται στο γατί καλό κατευόδιο και φεύγει. Απελπισία. Αρχίζεις τα τηλέφωνα. Πρώτα στο δήμο της περιοχής, τρως άκυρο. Δεν έχουν λέει μηχάνημα να σηκώσουν τις σιδεριές που ΟΙ ΙΔΙΟΙ τοποθέτησαν. Παίρνεις την ΕΥΔΑΠ “I’ve got 99 problems, your cat aint one of them”. Πυροσβεστική, σε συνδέουν με Κάιρο, ωραία είναι εκεί, δεν κάνει και ΤΟΣΟ ΜΠΖΟΦΟ ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ! Δοκιμάζεις να τραβήξεις το γατί επάνω με παγίδα, δεν χωράει. Με σχοινί και γάντζο, δεν το πιάνει, με τα χέρια, δε το φτάνεις.

Είσαι έτοιμη να τα παρατήσεις. Το γατάκι δεν έχει πολύ ζωή άλλωστε, έχει σταματήσει να κουνιέται πλέον. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι. Προσπάθησες. Είναι νύχτα, είσαι άρρωστη, έχει ψύχος. Θα φύγεις. Ναι. Λυπάμαι.

Και γυρνάς να μπεις στο αμάξι. Και βλέπεις ένα ζευγάρι μάτια δακρυσμένα. Ένα ζευγάρι μάτια βιντεοκάμερες που καταγράφουν κάθε σου κίνηση από τότε που ήρθαν στον κόσμο. Κάθε φορά που τα παρατάς, κάθε φορά που εγκαταλείπεις, στο σκληρό τους δίσκο καταγράφεται η πράξη. Γίνεται παράδειγμα. Τι κάνουμε στα δύσκολα; ΠΑΡΑΤΑΜΕ. ΑΥΤΟ ΕΚΑΝΕ Η ΜΑΜΑ. ΑΥΤΟ ΘΑ ΚΑΝΩ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ. ΘΑ ΤΑ ΠΑΡΑΤΑΩ.

πφφφ

Σφίγγεις τα δόντια, λες “πάμε, θα ξανάρθουμε!”

Φεύγεις, πας στον κομμάντο των ζώων, τον κτηνίατρο του Μαξ και της Ζήνας. Του λες τη φάση, παίρνει ανάποδες με τους υπεύθυνους – ανεύθυνους, νέος γύρος τηλεφωνημάτων, πλακώνεστε με όποιον μιλάει ελληνικά και είναι σε πόστο σχετικό. Έχουν περάσει πλέον 4 ώρες. Έχει κλείσει εντελώς ο λαιμός σου, δε βγαίνει λέξη, ένα 39ράκι χαλαρό το έχεις χτυπήσει, το παιδί θεονήστικο – και το γατί εξαντλημένο στο 2% της μπαταρίας και της ζωής του. Και ως εκ θαύματος… ξαφνικά χτυπάει το κινητό σου. Έρχεται όχημα της πυροσβεστικής…

Τα πράγματα από εκείνο το σημείο και μετά πήραν το δρόμο τους. Το γατί απεγκλωβίστηκε, έκανε ένα κχχχχχχχ σας γκαμισο όλους, πριν λιποθυμήσει και οδηγήθηκε στην ασφάλεια του κτηνιατρείου όπου και παρέμεινε σε νοσηλεία για μία εβδομάδα.

Το κείμενο αυτό γράφεται με το Λούκι (Λουκία τη λένε τη μικρή αραπίτσα, αλλά όλοι πλέον την λένε Λούκι, έτσι να μη ξεχνάμε το φρεάτιο από το οποίο ανασύρθηκε!) στα πόδια της κειμενογράφου. Άγριο σαν το διάολο, έχει ζουμί ακόμα αυτή η ιστορία, πως ήρθε σπίτι, η πρώτη της νύχτα και είναι εν εξελίξει η γνωριμία της με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, δίποδα και τετράποδα.

Το Λούκι θέλει να ευχαριστήσει τον Γιώργο και τη Ναυσικά, τους πιο κουλ κτηνίατρους έβερ, την Δήμητρα που έφερε καφεδάκι εκεί που λιώναμε στο κρύο, τους πυροσβέστες, τα 2 παληκάρια που με χαμόγελο και καλή διάθεση την έσωσαν και όλο τον κόσμο που ήταν standby ονλαίν και ενθάρρυνε τη διάσωση της.

Μα πιο πολύ από όλους, το Λούκι ευχαριστεί τα αυτιά που άκουσαν την κραυγούλα της για βοήθεια και τα μάτια που παρακάλεσαν με όλη τη δύναμη τους να μην εγκαταλειφθεί η προσπάθεια να σωθεί αυτό το ψυχάκι.

‘Θα το αφήσουμε να πεθάνει, μαμά; Μόνο του;’

Όχι μωρό μου. Όχι.

*Και κάπως έτσι, τα τετράποδα ζωντανά στο σπίτι έγιναν 4. Το αρσενικό δίποδο έχει πάθει κρισάρα, αλλά θα του περάσει. Ελπίζουμε. Αλλιώς θα βρεθούμε όλοι οι υπόλοιποι στο δρόμο, να τσεκάρετε τα φρεάτια στους δήμους σας, μπορεί να μας βρείτε μέσα – Αν πετάξετε παγίδα για να πιάσετε εμένα, πίτσα να βάλετε για δόλωμα, τυρί/μπέηκον/μανιτάρι. Ή ρακί με μεζέ. Ευχαριστώ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook