Είχε την φωλιά της χτισμένη γερά. Ήταν προορισμένη να φιλοξενεί πολλά πολλά μικρά πουλιά, πουλιά γυμνά, πουλιά ντυμένα ίσα ίσα μ ένα απαλό πούπουλο, πουλιά που έπρεπε να δυναμώσουν εκεί μέσα και να πετάξουν μακριά, να φτιάξουν νέες φωλιές. Άλλα από αυτά τα έβρισκε εκεί έξω, στον καθημερινό της αγώνα για λίγο φαγητό. Άλλα την έψαχναν να την βρουν. Άλλα έπεφταν απλά στην φωλιά της. Τα έπαιρνε κοντά της, μοιραζόταν μαζί τους το φαγητό της, τα μάθαινε να επιβιώνουν στην αρχή και μόλις τα πούπουλα άρχιζαν να γίνονται φτεράκια, τα μάθαινε να πετάνε.

Δεν ήταν όλα τα πουλάκια ίδια, το ήξερε αυτό.

Άλλα γίνονταν σπουργιτάκια που απλά πετούσαν χαμηλά από κλαρί σε κλαρί. Άλλα γίνονταν αηδόνια που απλά στέκονταν στην άκρη της φωλιάς και μόνο τραγουδούσαν. Άλλα ήταν όρνεα που φεύγοντας την μάτωναν και την έσκιζαν. Άλλα ήταν κλωσσόπουλα που γίνονταν κότες στρουμπουλές που νόμιζαν πως το γρήγορο περπάτημα ήταν πέταγμα. Εκείνη σε όλα τα ίδιο έδινε όμως. Σπουργίτια, αηδόνια, όρνεα και κότες όλα με την ίδια αγάπη και προσοχή μεγάλωναν στα χέρια της.

Εκείνο έπεσε στην φωλιά της ένα παγωμένο πρωί του Γενάρη. Δεν ήξερε τί ήταν, ήξερε όμως πως δεν έμοιαζε με τα άλλα.
Έπεφταν τα πούπουλα και γίνονταν φτερά. Κι ανακάλυψε πως τούτο δω ήταν αετόπουλο. Κι έπρεπε να το μάθει κι άλλα πράγματα,ε;

Έπρεπε να το μάθει πως εκτός από δυνατό έπρεπε να είναι σπουδαίο και μεγαλόπρεπο. Πως με τα νύχια έπρεπε να πιάνει απαλά και με το ράμφος να γαντζώνει τρυφερά.Πως είναι αετόπουλο και τ΄αετόπουλα δεν κρύβονται στις μπόρες γιατί έτσι κι αλλιώς, πετάνε πάνω από τα σύννεφα.

Μεγάλωσε το αετόπουλό της κι έγινε αετός. Πέταξε για την δική του φωλιά, με χαρά του έδωσε το απαλό σπρώξιμό της εκείνο το γλυκό καλοκαιρινό απόγευμα. Κι έσκιζε τους ουρανούς κι εκείνη το καμάρωνε. Κάπου κάπου ξαναρχόταν στην φωλιά, ματωμένο από τα όρνεα του δικού του δρόμου, μα εκείνη το γιατροπόρευε για λίγο και μετά το ξανάσπρωχνε να πάει ψηλά, πολύ ψηλά, εκεί που του άξιζε. Σιγά σιγά το αετόπουλο έμαθε να πετάει μόνο προς τα πάνω. Εκείνη δεν μπορούσε να το ακολουθήσει, μπορούσε όμως να το παρακολουθήσει. Συνέχιζε να μεγαλώνει σπουργίτια, όρνεα, αηδόνια και κότες, μα το μάτι της δεν έφευγε από το αετόπουλό της.

Έφτασε στο ψηλότερο πέταγμα. Εκεί ψηλά στην κορυφή. Εκεί που κάποιοι τυφλώνονται και δεν βλέπουν τίποτε πέρα από την μύτη τους. Έχει πολλές παγίδες η κορυφή, ε; Άλλωστε, δεν φιλοξενεί μόνο αετούς. Βρίσκεις και σκουλήκια που φτάνουν εκεί έρποντας. Το αετόπουλο πάτησε γερά σ αυτό το ψηλότερο σημείο. Εκείνη το έβλεπε σαν κουκκίδα, τόσο μακριά ήταν. Το αετόπουλο κοίταξε γύρω του. Όλοι περίμεναν εκεί κάτω να πει κάτι. Όλοι λένε άλλωστε, ακόμη και τα σκουληκάκια σηκώνουν όσο μπορούν τα κακόμοιρα το κορμάκι τους και ρουφούν από εκείνον τον μεθυστικό αέρα της κορυφής. Το αετόπουλο άπλωσε το ένα του φτερό και την χαιρέτισε. Χτύπησε το φτερό στο στήθος του και της είπε «ευχαριστώ». Κι εκείνη, μέσα από τα δάκρυα χαράς, βεβαιώθηκε πως το αετόπουλό της έγινε αυτό που ονειρευόταν από την αρχή για εκείνο: ένα μεγαλόπρεπο σπουδαίο αετόπουλο!