Το αφρόλουτρο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Καλησπέρα σας. Με λένε Κέλλυ και έχω να κάνω μπάνιο δυόμισι χρόνια. Πριν αρχίσετε να παράγετε ήχους τύπου ιουυυ μπλιαξ κλπ και να κάνετε κριτική στυλ τι βρομύλω είναι αυτή, πως κυκλοφορεί έξω και άλλα όμορφα, να σας εξηγήσω ότι κυριολεκτώ. Έτσι, όταν λέω μπάνιο δεν εννοώ το να μπω κάτω από τρεχούμενο νερό και να πλυθώ, το γνωστό και συχνά σωτήριο, ντουζάκι, αλλά να γεμίσω την μπανιέρα με ζεστό νερό, να ρίξω μέσα πέντε αλυκές και τρεις αρωματοποιίες, και να βυθίσω το ταλαίπωρο κορμί μου τουλάχιστον επί τετάρτου της ώρας.

Έλα ρε κουμπάρα, θα πείτε τώρα. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν καν μπανιέρα σπίτι τους. Από επιλογή μάλιστα! Μαζί σας –αν και ειλικρινά μου φαίνεται τόσο άκαιρο όσο το να πάρεις dvd player ενώ δεν έχεις τηλεόραση- αλλά εγώ με την μπανιέρα μου είχα από παιδί μια σχέση πάθους. Ξεκίνησε από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου με την μαμά να μας βάζει μέσα με τον αδελφό μου και εμάς να κάνουμε ομηρικές μάχες με το καράβι των πλειμομπιλ που καλούνταν να πολεμήσει τα καταχθόνια λαστιχένια παπάκια μας. Μεγαλώνοντας, στην εφηβεία δηλαδή, πετούσα τη σκούφια μου όταν έφευγαν οι δικοί μου για κάνα απόγευμα, όχι για να βγω ανενόχλητη για καφέ ή να ακούσω στη διαπασών μουσική, αλλά για να αράξω στο μπάνιο. Ακόμα πιο μεγάλη δε, η μπανιέρα υπήρξε βασικό εργαλείο αποπλάνησης του αντιθέτου φύλου και έχει ζήσει στιγμές που θα έκαναν σίγουρα τα πλακάκια του μπάνιου, αν είχαν μάγουλα, να γίνουν ολοκόκκινα.

Και φτάνουμε στις μέρες μας. Μάνα πλέον δυο ταλιμπάνιδων, το μπάνιο είναι η πρώτη απόλαυση που απώλεσα στον βωμό της οικογένειας. Δοκίμασα να κάνω κάποιες φορές αλλά τα μικρά έρχονταν και έπαιζαν με τα καραβάκια τους πάνω στο αφρισμένο μου κορμί. Κάποια φορά μάλιστα ο μικρός μου, πήρε απόφαση να με συνοδεύσει με τα ρούχα, την πάνα του και όλα τα κομφόρ. Έτσι βουρκωμένη, κλείδωσα σε ένα ντουλάπι τα άλατα και τα αφρόλουτρα πεπεισμένη ότι θα ξεκλειδωθούν περίπου όταν τα αγόρια κληθούν να υπηρετήσου τη μαμά πατρίδα. Βλέπετε ακόμα και τα Σαββατοκύριακα ήταν απαγορευτικά μιας και ο σύζυγος δουλεύει επταήμερο (άλλο κείμενο αυτό).

Σήμερα όμως για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια, ούσα άρρωστη δεν πήγα δουλειά. Και ναι μεν η φωνή δεν βγαίνει λόγο αμυγδαλίτιδας, αλλά δεν θα άφηνα μια τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη. Κάνω γρήγορα τις δουλειές μου και πετώ και κάτι στον φούρνο για το μεσημέρι. Στο άδειο σπίτι, ακούστηκε όμορφη μουσική και η μπανιέρα άρχισε να γεμίζει αχνιστό νεράκι. Οκ, έπρεπε πρώτα να την τρίψω κάνα μισάωρο με cif γιατί ήταν χάλια από το χθεσινοβραδινό μπάνιο των παιδιών, και έφαγα και κάνα τέταρτο να μαζέψω τα εκατομμύρια επιπλέοντα παιχνίδια που υπήρχαν ολούθε αλλά όλα καλά. Γδύνομαι λοιπόν και με τεράστιο χαμόγελο βυθίζομαι στο νερό. Όμως το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη μου. Κάτι ένας λάθος υπολογισμός, κάτι που έχω πάρει καμιά δεκαριά κιλά από την τελευταία φορά που γέμισα μπανιέρα, το νερό ήρθε και ξεχείλισε και έκανε όλο το μπάνιο, σαν την πάνα του Σωτηράκη. Σφουγγαρίζω και γελώ με το πάθημα μου. Αλλά τα γέλια μου κοπήκαν μαχαίρι με το που γεμίζοντας τρίτη φορά την μπανιέρα, πάω να μπω και να αρχίσω να ρίχνω αφρόλουτρα. Βλέπετε τα παιδιά χθες είχαν την φαεινή ιδέα να συμπληρώσουν το αφρόλουτρο μου με απορρυπαντικό για τα πιάτα! Χαμός!

Μαζεύω κουράγιο, ξαναδειάζω την μπανιέρα και επαναλαμβάνω την όλη διαδικασία. Αρχίζω τα πίλινγκ, και γενικά το σπα που είχα όμορφα προσχεδιασμένο στο μυαλό μου. Σηκώνω το πόδι ωσάν άλλη καλλίγραμμη σε διαφήμιση, αντιπαρέρχομαι το γεγονός ότι το πόδι μου ίσα που ξεπροβάλει από τον αφρό αφού είναι το μισό ίσως και πιο λίγο από τα πόδια στις διαφημίσεις, για να ξυριστώ. Και εκεί στα μισά του ξυρίσματος, ντριιιιν το τηλέφωνο. Σφυρίζω αδιάφορα και σκέπτομαι θα βαρεθεί όποιος είναι και θα το κλείσει. Το ίδιο όμως σκέπτεται και ο καλών. Βγαίνω λοιπόν όπως όπως, με τα αφρόλουτρα να στάζουν στα πλακάκια. Τρώω και μια ξεγυρισμένη γλίστρα από την οποία σώθηκα ως εκ θαύματος στο παρατρίχα αφού πρόλαβα να κρατηθώ από τη λεκάνη. Την ανοιχτή. Με το χέρι να μπαίνει αρκετά βαθιά (τώρα ναι, πείτε ιου και μπλιαξ ελεύθερα). Πιάνω το τηλέφωνο. Εντάξει. Τηλεφωνικό γκάλοπ. Χριστοπαναγίζω όσο πιο comme il faux μπορώ και επιστρέφω στο μπάνιο. Πλένω το λερωμένο χεράκι με ντετόλ, χλωρίνη και δυο δόσεις ακουαφόρτε για καλό και κακό. Επ΄ ευκαιρίας πατώ και ένα καθάρισμα στον νιπτήρα. Ξαναβυθίζομαι και αρχίζω περιποίηση μαλλιών. Με το ένα πόδι ακόμα αξύριστο αλλά δεν βαριέσαι… και κάπου εκεί, μεταξύ μαλακτικής και μάσκας μαλλιών τσουπ. Να και το χτύπημα στην πόρτα. «κυρία Κέλλυ, κυρία Κέλλυ, η καθαρίστρια της πολυκατοικίας είμαι, ανοίχτε μουυυυ». Αρχίζω να βλαστημά την ώρα και τη στιγμή που πήρα τη διαχείριση του κτιρίου και συνεχίζω ακάθεκτη προσποιούμενη την κουφή. Αλλά έλα που η εν λόγο καθαρίστρια είναι και μέλος της γκεστάπο και είναι βέβαιη πως δεν έχω βγει από το σπίτι! Οπότε συνεχίζει να βροντά, έτοιμη να ρίξει την πόρτα κάτω και να εισβάλλει σαν άλλος Αττίλας ο Ούνος! Για δευτερόλεπτα ζυγίζω στο μυαλό μου την αξία της πόρτας σε συνάρτηση με τις πόσες ευκαιρίες θα ξαναέχω για μπάνιο. Προς στιγμήν είμαι έτοιμη να ξαναβυθιστώ. Αλλά να που πλέον έχω οικογένεια. Και ο προϋπολογισμός αυτή τη στιγμή δεν μας παίρνει για νέες πόρτες. Ξεβγάζομαι όπως όπως και τυλίγομαι με ένα μπουρνούζι. Νομίζω ότι στα ρουθούνια μου, έρχεται και μια μυρωδιά καμένου από την κουζίνα.

Γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Γιατί χαρίζονται 5 μπουκάλια άλατα μπάνιου, 8 αφρόλουτρα (παίζει να έχουν και fairy μέσα) και μια χαμένη απόλαυση. Ενδιαφέρεται κανείς;

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook