Το αγόρι από το χωριό

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Κάθε καλοκαίρι ανυπομονούσε να ακούσει τις μαγικές λέξεις από τη μαμά : “Αύριο φεύγουμε για το χωριό στη γιαγιά”
Ήξερε ότι πλέον στο χωριό το σπίτι είχε αδειάσει από την γιαγιά, όμως η μάνα της ανυπομονούσε να πάει να ανάψει το καντηλάκι της. Και εκείνη ήθελε να μην την αφήνει μόνη.
Άλλωστε στο χωριό γνώρισε τον Μάνο, τον πρώτο και μοναδικό της έρωτα. Ξέρεις, από εκείνους τους έρωτες που δε φοράνε νυφικό.
Έριξε δυο ρούχα στη βαλίτσα, τα πέδιλα της και ξάπλωσε στο κρεβάτι μέχρι να ξημερώσει Κυριακή.
Κοιτούσε το ταβάνι της καθώς άκουγε τραγούδια στο ράδιο, μέχρι που άκουσε το τραγούδι της, αυτό που της θύμιζε πάντα τον Μάνο και τα λαμπερά του μάτια, αυτό που είχε συνδυάσει με την βραδιά που οι δυο τους έγιναν επιτέλους ένα. Nights in white satin never reaching the end

Έκλεινε τα μάτια της και όλα έμοιαζαν με ταινία στο μυαλό της.
Θυμήθηκε που ήταν 5 χρονών και πήγε πρώτο καλοκαίρι στη γιαγιά Μέλπω, την πήγε η μαμά και ο μπαμπάς και την άφησαν εκεί 1 μήνα γιατί έπρεπε να γυρίσουν στο γραφείο. Και εκείνη έκλαιγε, έκλαιγε στην αυλή μέχρι που άκουσε μια φωνή γλυκιά να την ρωτάει “θες να παίξουμε κοριτσάκι; μη κλαις”
Και σήκωσε το βλέμμα της και είδε το πιο όμορφο αγοράκι στον κόσμο να της μιλάει.
Ξάφνου τα δάκρυα εξαφανίστηκαν και ένα χαμόγελο πρόβαλε δειλά δειλά.
Της άπλωσε το χεράκι του και από τότε αυτά τα χέρια δεν αφέθηκαν ποτέ πια μόνα.
Κάθε Ιούνιο περίμενε να ακούσει πότε θα πάει στο χωριό και κάθε Αύγουστο έκλαιγε που έπρεπε να γυρίσει στην πόλη.
Μέχρι που ήρθε ο Ιούνιος του ‘88 και η μάνα της δεν της είπε για χωριό.
Η Μένη τότε ρώτησε από μόνη της,”μαμά πότε θα πάμε στη γιαγιά;” Η Αρετή την κοίταξε με απορία. Δε περίμενε ότι η Μένη 17 χρονών πια θα θέλει να πάει στο χωριό να κάνει διακοπές στη γιαγιά.
Τότε χαμογέλασε και της είπε “αύριο φεύγεις, νόμιζα δεν ήθελες τώρα που μεγάλωσες”
Εκείνο το καλοκαίρι ήταν σταθμός στη ζωή της Μένης, ο Μάνος 18 πλέον και φανερά αλλαγμένος ήταν πια ένας γοητευτικός ενήλικος.
Και φυσικά ήταν το καλοκαίρι που έγιναν ζευγάρι ολοκληρωμένο.
Για 2 μήνες το μόνο που τους χώριζε ήταν ο βραδινός ύπνος, όλη την υπόλοιπη μέρα ήταν μαζί, παντού μαζί και κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτα.

Τα επόμενα 2 καλοκαίρια ο Μάνος δεν ήρθε στο χωριό και η Μένη έπεσε σε θλίψη, νόμισε την ξέχασε και δε την αγαπούσε πια.
Όμως ο Μάνος είχε αρρωστήσει τον χειμώνα του ‘88 από πνευμονία και είχε χαθεί και στο χωριό δε το ήξερε κανείς αφού δε το έλεγαν στη γιαγιά του μη πάθει τίποτα λόγω ηλικίας.
Το έμαθαν όλοι μετά από 2 χρόνια που μαζεύτηκαν στη κηδεία της γιαγιάς του Μάνου και τότε μίλησαν τα στόματα, έκλαψαν τα μάτια και σκίστηκαν οι καρδιές.
Τότε έμαθε η Μένη ότι ο έρωτας της δεν την άφησε ποτέ αλλά αντίθετα ήταν θαμμένος στο χωριό στον οικογενειακό τάφο, ήταν κάθε καλοκαίρι μαζί της, εκεί για εκείνη.
Από τότε κάθε καλοκαίρι η Μένη ακόμα πάει στο χωριό και ανάβει δύο καντήλια, ένα της αγαπημένης Μέλπως και ένα του αγαπημένου της Μάνου.

Για δες, ξημέρωσε έξω, ήρθε η ώρα για το ταξίδι.
Η Αρετή μπήκε να ξυπνήσει την μονάκριβη της και την βρήκε να κρατάει στα χέρια την φωτογραφία που τους είχε βγάλει ο θείος τότε να παίζουν στην αυλή του χωριού με τον Μάνo… Όταν ξαναβρεθούν και θα είναι για πάντα καλοκαίρι!

 

Κου-Που

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook