Λένε πως το αίμα νερό δε γίνεται. Μωρέ γίνεται και σου το λέω εγώ, που το πάλεψα πολύ μέχρι να διώξω και την παραμικρή αμφιβολία. Και στην δική μου περίπτωση έγινε θαύμα χημικό και την μετέτρεψε σε ξινή και παγωμένη λεμονάδα.

Αλλά ας πάρω τα πράγματα από την αρχή. Οι γονείς μου ήταν οι ωραίοι των χωριών τους και φλέρταραν με νάζια και με πείσματα. Ο λόγος που πάρθηκαν ήταν γιατί τους είδε μαζί ο πατέρας της μάνας μου. Συνειδητοποιημένα πράγματα. Και όπως ήταν αναμενόμενο, με το που φυτεύτηκε το σποράκι (η αφεντιά μου), άρχισαν τα προβλήματα και όσο ήμουν ακόμη μωρό, ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Ο πατέρας μου έξω για δουλειά κ η μάνα μου σε άλλη πόλη. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό, γιατί Ο Θεός μου έχει στείλει στη ζωή έναν φύλακα άγγελο με σάρκα και οστά και με τεράστιες φτερούγες για ν’ αγκαλιάζει τους άλλους, που όμως δεν τις άνοιξε ποτέ για να πετάξει. Την γιαγιάκα μου, μητέρα του πατέρα μου.

Για τον μπαμπά μου δεν θα το αναλύσω πολύ, γιατί δεν περιμένω και πολλά από εφήβους, ιδίως όταν έχουν κ αυτοί τα δικά τους θεματάκια. Μόνο ότι τον θαύμαζα πολύ και περίμενα πως και πως τις μέρες που ερχόταν με άδεια. Ώσπου εγκαταστάθηκε μόνιμα στην πόλη. Κι εκεί διαπίστωσα πως περισσότερη σημασία είχαν οι μελλοντικές του γυναίκες, πως ήταν ένας άνθρωπος πολύ νευρικός με τους ανθρώπους του, αλλά το καλύτερο παιδί για τους απ’ έξω και αυτό που με απογοήτευσε περισσότερο, ήταν το ότι είχε απαιτήσεις από μένα, χωρίς να μου έχει ποτέ προσφέρει το παραμικρό. Μετά από πολλές προσπάθειες να διαψεύσω τον εαυτό μου, ξέκοψα για να είμαι καλά.

Με τη μητέρα μου, λόγω της απόστασης και του άσχημου κλίματος μεταξύ των γονιών μου, με τον καιρό κόπηκε κάθε επαφή. Στο σπίτι δεν αναφέραμε ποτέ το όνομά της. Ακόμα και αν το ακούγαμε τυχαία στην τηλεόραση, πχ σαν το όνομα κάποιου παίχτη σε τηλεπαιχνίδι, αλλάζαμε κανάλι. Αναγκαστικά ωρίμασα. Έπρεπε να διαχειριστώ τις ενοχές των υπολοίπων. Και ήμουν cool σαν παιδάκι, για να μπορούν να είναι και οι άλλοι. Αλήθεια. Εκτός από τη γιορτή της μητέρας, που όλοι έφτιαχναν χειροτεχνίες κι εγώ έψαχνα τρύπα να κρυφτώ.

Η αλήθεια είναι πως είχα κρατήσει μια φωτογραφία της στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Όμορφη με μαύρα σγουρά μαλλιά. Μου θύμιζε τη Σοφία Αρβανίτη. Τώρα που με ψυχαναλύω, ίσως γι’ αυτό μου άρεσε τόσο!

Ώσπου ήρθε εκείνο το πρωινό του Ιούνη. Πρώτη Λυκείου και δίναμε εξετάσεις. Μόλις βγήκα από την τάξη, με έπιασε μια συμμαθήτριά μου και μου είπε ότι με ζητάει μια κυρία. Κατάλαβα αμέσως! Βγήκα στην αυλή. Τη συνόδευε η αδερφή της και δυσκολεύτηκα να καταλάβω ποια από τις δύο ήταν. Τελικά η εικόνα της απείχε πολύ από τη δική μου φωτογραφία. Ένιωσα πολύ άβολα. Ήμουν ψυχρή και χωρίσαμε με την υπόσχεση ότι θα την επισκεφθώ όσο θα βρισκόταν στην πόλη. Το μόνο συναίσθημα που μου άφησε αυτή η συνάντηση, ήταν θυμός. Εισβάλεις ξαφνικά στη ζωή ενός παιδιού στην εφηβεία, σε περίοδο εξετάσεων. Πόσο πιο εγωιστικό; Και δυστυχώς, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται. Ναι, την επισκέφθηκα. Ναι, προσπάθησα να δώσω πολλές ευκαιρίες σε έναν άνθρωπο μίζερο και εγωιστή. Τα μόνα που έχω κρατήσει τώρα που απομακρύνθηκα και από αυτήν, είναι οι ατελείωτες βρισιές και τα κατηγορώ της προς τον άγγελό μου, τη γιαγιά μου, ενώ εγώ έκλαιγα από τα νεύρα μου και η κλασική της ατάκα “ξέρεις τι τράβηξα εγώ μακριά σου;”. Όχι ρε φίλε, δε με νοιάζει! Θα προτιμούσα να με ρωτήσεις “Πως πέρασες όλα αυτά τα χρόνια που ήμουν μακριά σου;”. Φυσικά “μαμά” δεν την αποκάλεσα ποτέ, όσο και αν επέμενε. Δεν τη νιώθω αυτή τη λέξη, μου είναι άγνωστη σαν συναίσθημα και είναι το μόνο για το οποίο λυπάμαι πραγματικά.

Τώρα πια έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήμουν πολύ τυχερή που δεν τους έζησα και τους δύο μαζί σαν οικογένεια. Δεν ξέρω πως θα την πάλευα. Η γιαγιά και ο παππούς με μεγάλωσαν με τα μυαλά μιας άλλης εποχής. Με ένα τεράστιο χάσμα να μας χωρίζει και μία πιο τεράστια αγάπη να μας ενώνει. Ήταν πάντα δίπλα μου με όποιον τρόπο μπορούσαν και ήξεραν και μόνο γι αυτό δεν μπορώ να τους κατηγορήσω ποτέ και για τίποτα.

Δυστυχώς όμως κανείς δεν μου έμαθε πως να είμαι κοινωνική, εξωστρεφής, να έχω αυτοπεποίθηση. Έμαθα μόνο να είμαι δυνατή,  να κάνω πως όλα είναι ok, να μην κλαίγομαι. Και να αναζητώ ασταμάτητα την αποδοχή και την αγάπη των άλλων με λάθος τρόπο. Με τόση λαχτάρα και λύσσα, που δεν ήμουν καν ο εαυτός μου. Ποιος θα σε αγαπήσει για κάτι που δεν είσαι; Ποιος θα σε αγαπήσει όταν εσύ δεν ξέρεις να αγαπάς τον εαυτό σου;

Όλα λάθος, συνέχεια λάθος… Και όταν βρέθηκα ξαφνικά πριν λίγο καιρό να παλεύω με τους πανικούς και τις διαταραχές μου, όταν τα πόδια μου λύγισαν από το βάρος που κουβαλούσα τόσα χρόνια, τότε, επιτέλους, τράβηξα όλα τα κατηγορώ από τους ώμους μου και τους τα πέταξα στα μούτρα με όλη μου τη δύναμη! Για τα απωθημένα, για τα κόμπλεξ μου, για τη ζωή που μου προοριζόταν και εγώ δεν μπόρεσα να τη ζήσω.

Δεν με νοιάζει αν θα είναι ποτέ σε θέση να καταλάβουν, αλλά εγώ λυτρώθηκα!

 

Μ.Κ.