Το σπίτι είναι ήσυχο. Που και που ακούω μικρούς γδούπους από το κάτω πάτωμα. Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή καθώς κλείνω όσο πιο αθόρυβα μπορώ την πόρτα της ντουλάπας. Κουλουριάζομαι και προσπαθώ να ηρεμήσω. Πιάνω το σημειωματάριο, που κατάφερα να αρπάξω πάνω από το κομοδίνο μου και αρχίζω να γράφω με όσο φως επιτρέπουν να μπει οι γρίλιες του επίπλου. Ο κόσμος πρέπει να ξέρει. Πρέπει να μάθει.

Όλα ξεκίνησαν πριν είκοσι έξι χρόνια σχεδόν. Ο σύζυγος μου επέμενε να πάμε στο πανηγύρι που διοργάνωνε κάθε χρόνο το χωριό του, για τις Απόκριες. Δεν είχα και πολύ όρεξη. Οι πρωινές αδιαθεσίες με είχαν τσακίσει την τελευταία εβδομάδα. Ένιωθα πολύ κουρασμένη, εξαντλημένη. Ήθελα μόνο να πέσω στο κρεβάτι και να κοιμηθώ. Μετά από πολλά παρακάλια ενέδωσα. Άλλωστε πότε θα είχαμε ξανά την ευκαιρία να διασκεδάσουμε; Όταν θα ερχόταν το μικρό μας βλασταράκι στην ζωή όλα θα άλλαζαν.

Φτάσαμε στο χωριό. Η πλατεία ήταν ήδη κατάμεστη. Χαιρετίσαμε τα πεθερικά μου και μετά ανακατευτήκαμε με το πλήθος. Άνθρωποι μασκαρεμένοι και μη, χόρευαν στους ρυθμούς της μουσικής, έπιναν, γλεντούσαν. Κάναμε και εμείς το ίδιο. Ο Κώστας ήταν τόσο χαρούμενος, τόσο ανέμελος. Με κοίταζε με τόση αγάπη. Ήμουν σίγουρη, πως όταν μάθαινε το μικρό μου μυστικό, θα γινόταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο.

Είχε πάει μεσάνυχτα. Κόσμος ερχόταν κι έφευγε από το πανηγύρι, που είχε ανάψει για τα καλά. Η κάπνα από τις φωτιές που είχαν στηθεί για να σπάει λίγο η υγρασία και να ζεσταίνει την ατμόσφαιρα, άρχισε να με πνίγει. Ο Κώστας πρότεινε να κάνουμε μία βόλτα γύρω από το χωριό, να πάρουμε καθαρό αέρα. Είχα αποφασίσει να του πω για την εγκυμοσύνη όταν θα επιστρέφαμε στο σπίτι.

Φύγαμε από την πλατεία και περιπλανηθήκαμε στα στενά, έρημα δρομάκια του χωριού, μιλώντας περί ανέμων και υδάτων. Μία ώρα αργότερα ο άντρας μου, μου είπε να γυρίσουμε σπίτι. Η υγρασία και η παγωνιά δεν παλεύονταν. Σίγουρα θα ήμασταν άρρωστοι κι οι δυο μας αύριο. Όμως εγώ δεν ήθελα. Ο κρύος αέρας με έκανε να νιώθω πολύ καλύτερα. Το στομάχι μου δεν ανακατευόταν πλέον και δεν με ενοχλούσε.

«Πήγαινε εσύ στο σπίτι» του είπα. «Θα κάνω άλλη μία βόλτα και θα έρθω μετά»
«Μην αργήσεις. Και πρόσεχε»

Με αποχαιρέτησε με ένα φιλί και πήρε τον δρόμο του γυρισμού.
Τριγύρισα για λίγο ακόμη στα στενά. Έκλεισα το μπουφάν μου μέχρι απάνω και συνέχισα την πορεία μου. Τα βήματα μου με έβγαλαν στην αρχή του οικισμού. Είδα την άσπρη πύλη του νεκροταφείου και αναρίγησα. Θυμήθηκα τις ιστορίες που μου έλεγε ο Κώστας, την πρώτη φορά που είχαμε έρθει στο χωριό για να γνωρίσω τους γονείς του. Ξεροκατάπια.
«Είναι απλώς ιστορίες» υπενθύμισα στον εαυτό μου. «Δεν θα πάθεις τίποτα. Άλλωστε όλοι είναι νεκροί εκεί μέσα. Τι μπορούν να σου κάνουν;»

Προχώρησα με δειλά βήματα και μπήκα μέσα. Η σιωπή που επικρατούσε στο νεκροταφείο με τύλιξε αμέσως. Περιπλανήθηκα ανάμεσα από τα μνήματα, διαβάζοντας τις ταφόπλακες και κοιτώντας τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες των αποθανόντων. Και τότε τους άκουσα.

Στην αρχή, έφταναν στα αυτιά μου μικρά ψιθυρίσματα. Νόμιζα πως ήταν παιχνίδια του ανέμου, καθώς περνούσε μέσα από τα φύλλα των δέντρων, όταν όμως άκουσα τις φωνές δυνατότερα και πιο καθαρά, σιγουρεύτηκα πως κάποιος υπήρχε εκεί μαζί μου. Δεν ήμουν μόνη μου. Ένα άσχημο προαίσθημα έκανε την εμφάνιση του. Κάτι μέσα στο μυαλό μου, με ικέτευε να φύγω από εκεί και να γυρίσω πίσω στο σπίτι, στον άντρα μου, αλλά εγώ το αγνόησα. Τα πόδια μου κινήθηκαν λες και δεν τα όριζα εγώ. Με κάθε βήμα που έκανα, το προαίσθημα μέσα μου όλο και μεγάλωνε. Η φωνή μέσα στο κεφάλι μου ούρλιαζε.
Σταμάτησα στην μέση του νεκροταφείου. Εδώ τα μνήματα ήταν πολύ παλιά. Οι ταφόπλακες ήταν απεριποίητες. Σε κάποια από αυτά δεν υπήρχαν καθόλου, μπορούσες να δεις το χώμα που υπήρχε από κάτω. Ένα απαλό αεράκι φύσηξε, ανακατεύοντας μου τα μαλλιά. Μύριζε μούχλα και σαπίλα. Τα ψιθυρίσματα που είχα ακούσει προηγουμένως, τώρα είχαν γίνει κανονικοί διάλογοι. Αχνές φιγούρες άρχισαν να εμφανίζονται γύρω μου. Αιωρούνταν πάνω από το έδαφος, σέρνοντας τα κουρέλια που κρέμονταν από τις σάρκες τους.

Ήθελα να φωνάξω, αλλά η φωνή δεν έβγαινε από το στόμα μου. Ένιωσα κάτι κρύο να με πιάνει από τα μπράτσα και να με ρίχνει στο έδαφος. Οι μορφές μαζεύτηκαν γύρω μου, σχηματίζοντας έναν κύκλο. Ξεκίνησαν να ψέλνουν χαμηλόφωνα σε μια άγνωστη για μένα γλώσσα. Προσπάθησα να κουνηθώ, να σηκωθώ και να το βάλω στα πόδια, αλλά ήμουν καθηλωμένη στο έδαφος. Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου ποτάμι.

Είδα έναν άντρα, με ξεσκισμένο πρόσωπο να βγαίνει από τον κύκλο και να με πλησιάζει. Το χέρι του ακούμπησε πάνω στην επίπεδη κοιλιά μου και γέλασε.
«Αυτό το μωρό του ανήκει. Θα έχει το άγγιγμα του» μου είπε κι εγώ ούρλιαξα.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου ξανά, βρισκόμουν ακόμα πεσμένη κάτω. Τα πλάσματα είχαν εξαφανιστεί. Η σιωπή είχε επιστρέψει. Με όσο κουράγιο μου είχε απομείνει, σηκώθηκα από το έδαφος και έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Μακριά από εκείνο το μέρος. Μακριά από εκείνους.

Το μωρό γεννήθηκε και τα χρόνια πέρασαν. Δεν μίλησα ποτέ σε κανέναν για ότι συνέβη εκείνο το βράδυ. Μερικές φορές, όταν κοιτούσα το γιο μου να παίζει με τα παιχνίδια του, αναρωτιόμουν και εγώ η ίδια αν είχε συμβεί πραγματικά όλο αυτό. Έκλεισα τις αναμνήσεις στο πίσω μέρος του μυαλού μου και τις άφησα εκεί.

Άργησα πολύ να καταλάβω ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το παιδί. Πολλές φορές τα βράδια, έφταναν στα αυτιά μου περίεργες φωνές από το δωμάτιο του. Μιλούσε συνεχώς για παράξενα μακάβρια πράγματα. Όταν όλα τα παιδιά στην εφηβεία έπαιζαν με ηλεκτρονικά και κυνηγούσαν κορίτσια, ο δικός μου ο γιος, τριγυρνούσε σε νεκροταφεία. Έβαψε το δωμάτιο του μαύρο και ζωγράφισε στους τοίχους άγνωστα, κόκκινα σύμβολα. Ήταν λες και τα είχε γράψει με αίμα.

Προτίμησα να εθελοτυφλήσω. Άφησα τον εαυτό μου να πιστεύει, πως η επιθετικότητα και η βία που έβγαζε προς τα έξω ήταν σημάδι του ατίθασου χαρακτήρα του. Οι καυγάδες μου με τον Κώστα έγιναν ομηρικοί. Η κατάσταση είχε φτάσει στο χτένι. Όσο σκληρά και αν τιμωρούσαμε κάθε φορά τον γιος μας, εκείνος πάντα μας κοιτούσε με αυτό το ψυχρό, τρομακτικό του βλέμμα που μας έκοβε τα γόνατα.

Ακούω βήματα στις σκάλες. Το στυλό πέφτει από τα τρεμάμενα χέρια μου. Καινούργια δάκρυα αναβλύζουν από τα μάτια μου. Στο μυαλό μου ήρθε ο Κώστας. Τελευταία φορά που τον είδα, στεκόταν στην εξώπορτα του σπιτιού με κόπο. Ένα μαχαίρι ξεπρόβαλε από την ωμοπλάτη του. Το αίμα είχε μουσκέψει τα ρούχα του. Με είχε κοιτάξει με τόσο πόνο πριν μου φωνάξει να τρέξω.

Τα βήματα πλησιάζουν. Φοβάμαι. Αυτό το πλάσμα δεν ήταν το παιδί μου. Ήταν ένα τέρας. Ήταν κάποιος άλλος. Κάποιος που περίμενε μέσα στο σώμα του την κατάλληλη στιγμή. Αυτό το μωρό του ανήκει, μου είχε πει ο άντρας εκείνη την νύχτα στο νεκροταφείο. Τώρα το έβλεπα καθαρά.

Η πόρτα του υπνοδωματίου ανοίγει. Μπαίνει μέσα αργά και κοντοστέκεται.
«Μπορώ να σε ακούσω. Μπορώ να σε μυρίσω» μου λέει με την πιο φρικιαστική φωνή που έχει φτάσει ποτέ στα αυτιά μου.
Σέρνει τα βήματα του προς το μέρος μου. Κλείνω σφιχτά τα μάτια. Όταν τα ανοίγω στέκετε από πάνω μου. Τα κατάμαυρα μάτια του με καρφώνουν.
«Γεια σου μαμά» μου λέει φτύνοντας τις λέξεις.
Αφήνω μια κραυγή ενώ νιώθω την λεπίδα του να διαπερνάει το στέρνο μου…