Το ανθρωπάκι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

(Η ιστορία που ακολουθεί είναι πραγματική με στοιχεία μυθοπλασίας. Το αγόρι εξελίχθηκε σε έναν καταξιωμένο επιστήμονα, υπέροχο πατέρα και σύζυγο, πιστό φίλο και άνθρωπο που ξέρει να αγαπά. Δεν χρειάζεται να ξέρετε ποιος είναι. Μου αρκεί που ξέρω εγώ)

 

Το μικρό χεράκι, με το μικρό νυχάκι έξυνε εδώ και ώρα, αθόρυβα μην τον καταλάβουν, τους ρόζους της πόρτας. Ήταν η μόνη κίνηση που έκανε το αγόρι εδώ και μισή ώρα. Προσπαθούσε να μη χάσει λέξη από τις κουβέντες που έλεγαν οι μεγάλοι στο άλλο δωμάτιο.

Οι μεγάλοι….Οι θείοι του και η μητριά του. Αυτοί εκεί μέσα αποφάσιζαν την τύχη του. Δεν είχε και κανάν’ άλλο. Ο πατέρας πέθανε. Τον πήρε το χτικιό όπως είχε πάρει και την μάνα. H μητριά είχε άλλα πέντε στόματα να θρέψει. Δεν θα έτρεφε και τ’ ορφανά του μακαρίτη. Οι θείοι είχαν δικά τους παιδιά, δικά τους βάσανα, δικιά τους φτώχεια. Το ερώτημα λοιπόν, δεν ήταν αν θα πάει στο ορφανοτροφείο. Το ερώτημα ήταν το πως θα πάει. Με το πόδια ήταν τρεις μέρες δρόμος. Με το κάρο, αδύνατο. Και το κάρο και το μουλάρι ήταν απαραίτητα στο χωριό, δεν μπορούσαν να λείψουν δυο μέρες πηγαιν’-έλα. Το τραίνο ήταν μία καλή λύση αλλά που λεφτά για εισιτήρια.

Αυτά ήταν τα διλήμματα πίσω από την κλειστή πόρτα που έξυνε αθόρυβα το μικρό χεράκι. Άκουγε τ’ αγόρι και ένιωθε πόσο βάρος ήταν. Παρακάλαγε κιόλας να βρούνε λύση και να πάει στ΄ ορφανοτροφείο. Τουλάχιστον εκεί, έτσι είχε ακούσει, έτρωγαν τρεις φορές την ημέρα λέει. Και είχαν και κρέας και ψωμί και φρούτα. Το αγόρι είχε να φάει δύο ημέρες και στη σκέψη και μόνο του ψωμιού, ανέβηκε το σάλιο στο λαιμό του. Μακάρι να πάει στο ορφανοτροφείο. Μακάρι να έχει κάθε μέρα φαΐ.

Τις σκέψεις του αγοριού διέκοψε η θριαμβευτική κραυγή του μικρότερου θείου του. Είχε βρει τη λύση για να πάνε στο ορφανοτροφείο. Στην όχθη του ποταμού του χωριού φύτρωναν λεύκες. Θα έκοβαν τα ξύλα και θα τα πούλαγαν. Ένα εισιτήριο για το τραίνο θα έβγαζαν.

Έτσι και έγινε. Κόπηκαν οι λεύκες στην όχθη του ποταμού και αγοράστηκε το εισιτήριο για το ορφανοτροφείο. Στον σταθμό τον πήγε ο θείος του ο μικρός. Από το ένα χέρι κράταγε το μικρό χεράκι του αγοριού και στο άλλο ένα μικρό, μικρό δισάκι με μία μάλλινη φανέλα μέσα και ένα γράμμα για τον διευθυντή του ορφανοτροφείου μέσα. Όσο στεκόντουσαν στην πλατφόρμα και έβλεπαν το τραίνο να πλησιάζει τόσο έσφιγγε ο θείος το μικρό χεράκι. Μάτωνε η ψυχή του για το ανίψι που έπρεπε να πάει μόνο του – μια σταλιά παιδί – στην μεγάλη πόλη και στο ίδρυμα. Τι μπορούσε όμως να κάνει; Πως να το ταΐσει και πως να το αντρώσει. Όχι, σκέφτηκε. Καλύτερα. Καλύτερα έτσι. Που ξέρεις, μπορεί και να μάθει και καμία τέχνη το αγόρι και να προκόψει και να ξεφύγει από τη φτώχεια.
Αυτά σκέφτηκε ο θείος και με μία αποφασιστική κίνηση, βουτάει τον μικρό και τον ανεβάζει στο βαγόνι του τραίνου. Του δίνει και μία τρυφερή σφαλιάρα στο σβέρκο και φεύγει χωρίς να πει κουβέντα. Δεν έβγαινε και η κουβέντα για να την πει.

Ο μικρός αγκάλιασε το δισάκι του και βρήκε μία θέση, την πιο κρυμμένη. Λούφαξε εκεί στο κάθισμα και μόνο κοίταγε από το παράθυρο τον άγνωστο κόσμο που ανοιγόταν μπροστά του. Κάποια στιγμή δίψασε και πείνασε, αλλά το αγνόησε. Συνηθισμένο ήταν. Όλο και έτρεχε το τραίνο, όλο πλησίαζε στο μέλλον του μικρού αγοριού. Μέχρι που ένα απότομο τράνταγμα, σταμάτησε στον τελικό σταθμό.

Αποβιβάστηκαν όλοι βιαστικοί. Κανείς από τους μεγάλους δεν έδωσε σημασία στο μικρό ανθρωπάκι, στη μέση μπορεί και να τους έφτανε, που στεκόταν ολομόναχο, σφίγγοντας ένα μικρό δισάκι. Περίμενε, περίμενε, περίμενε το ανθρωπάκι το μικρό. Προσπαθούσε μάταια να αγνοήσει τόσο τον φόβο του που όλο και γιγάντωνε όσο και η πείνα του. Μια αιωνιότητα μετά, ήρθε και στήθηκε μπροστά του ένα ζευγάρι καφέ, δερμάτινα παπούτσι. Με κορδόνια. Τόσο γυαλιστερά παπούτσια δεν είχε ξαναδεί. Ανέβασε το βλέμμα του και είδε ένα καλοσιδερωμένο, μάλλινο παντελόνι. Δεν είχε μπαλώματα το παντελόνι, συνειδητοποίησε έκπληκτο το αγόρι. Μετά ένα σακάκι. Ούτε αυτό είχε μπαλώματα. Και δεν γυάλιζαν οι αγκώνες από τη χρήση. Ούτε λεκέδες είχε. Καθαρό ήταν. Μάλιστα φαινόταν και ….καινούριο. Δεν θυμόταν το ανθρωπάκι να είχε ξαναδεί καινούριο ρούχο ποτέ στη ζωή του. Αλλά, αυτό που θαύμασε ήταν η γραβάτα. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ του! Μόνο μία φορά, στο σπίτι του Κοινοτάρχη του χωριού είχε δει. Και αυτό στη φωτογραφία του γάμου του Κοινοτάρχη. Έτσι, ζωντανή μπροστά του δεν είχε δει ποτέ. Του άρεσε όμως. Μέσα στο καφέ και στο άχαρο του υπόλοιπου κουστουμιού, αυτή η γραβάτα με το ζωηρό της γαλάζιο χρώμα με τα κόκκινα λαχούρια (χρόνια μετά έμαθε πως τα λένε αυτά τα σχέδια. Και όταν έμαθε πήγε και αγόρασε τρεις γραβάτες που είχαν λαχούρια) τον έκανε να νιώθει λίγο χαρούμενος. Να ξεχάσει λίγο τους φόβους του.
Συνέχισε το βλέμμα του να ανεβαίνει. Και στάθηκαν σε ένα ζευγάρι μάτια πίσω από καφέ, κοκκάλινα γυαλιά μυωπίας. Αυστηρά μάτια ήταν, προς στιγμή λούφαξε πάλι το ανθρωπάκι. Όσο όμως τον κοίταγαν, τόσο μία σπίθα γεννιόταν μέσα τους.

«Πεινάς;» του λέει ο κύριος. «Σίγουρα πεινάς. Πάμε λοιπόν να φας. Είμαι ο διευθυντής του ορφανοτροφείου. Του καινούριου σου σπιτιού.» είπε και έτεινε το χέρι. Το πήρε το ανθρωπάκι το χέρι αυτό, πολύ πολύ δειλά. Αλλά, επιλογή δεν είχε. Πείναγε άλλωστε.

Δέκα λεπτά γρήγορο περπάτημα ήταν το ορφανοτροφείο. Δέκα λεπτά μέχρι να αντικρίσει το ανθρωπάκι αυτό που στα μάτια του φάνταζε ένα από τα θαύματα του κόσμου. Ένα θεόρατο κτίριο, με άσπρες μαρμάρινες σκάλες. Μεγάλες πόρτες και έναν τεράστιο, σιδερένιο φράκτη σκαλιστό. Και μέσα; Μέσα, το κτίριο είχε πάτωμα. Δεν είχε ξαναδεί πάτωμα που δεν ήταν από χώμα. Α, όχι, πάλι μία φορά μόνο, στο σπίτι του Κοινοτάρχη. Αλλά και πάλι…τούτο δω το πάτωμα ήταν από μάρμαρο και ξύλο. Έσκυψε λίγο και το ακούμπησε αυτό το μάρμαρο. Δροσερό ήταν. Καθαρό. Εντύπωση του έκανε. Θαύμα, θαύμα. Είδε μπάνιο, είδε κουζίνα. Είδε φαΐ. Ντομάτα, ψωμί και ελιές του έδωσαν να φάει μέχρι να φτάσει η ώρα του βραδινού. Ρεβίθια λέει θα είχαν σήμερα. Με φέτα τυρί και ψωμί όσο θέλουν.

Του έδωσαν και τη στολή του να φορέσει. Τα πρώτα καινούρια ρούχα που είχε ποτέ στη ζωή του. Και φόρεσε τα καινούρια ρούχα το ανθρωπάκι, και μπάνιο έκανε με ζεστό νερό και κατούρησε μέσα (ΜΕΣΑ!) χωρίς να κρυώνει και έφαγε, έφαγε, έφαγε, έφαγε. Έφαγε τόσο πολύ που στριφογύριζε όλο το βράδυ στο κρεβάτι από τον πονόκοιλο. Αλλά δεν το ένοιαζε. ΄Ήταν χορτάτο.

Πολλά χρόνια πέρασαν από εκείνη την ημέρα. Πολλά έγιναν. Δεν ήταν εύκολο να είσαι το ορφανό. Αλλά πάντα, ο διευθυντής εκείνος ήταν εκεί. Φύλακας για τα ορφανά του. Σκληρός αλλά με καρδιά που ήξερε να αγαπά.
Αυτά σκεφτόταν ο νεαρός άντρας που στεκόταν μπροστά στην πόρτα του ψυγείου, στη μεγάλη κουζίνα του ορφανοτροφείου. Σκεφτόταν εκείνο το μικρό ανθρωπάκι, τον εαυτό του, που έφτασε να ακούει το όνομα του ανάμεσα στους επιτυχόντες στην Ιατρική. Χαμογέλασε στον εαυτό του, ευχαρίστησε για ακόμη μία φορά τον διευθυντή του (από μέσα του τώρα) και άνοιξε την πόρτα του ψυγείου. Η επιβράβευση του ήταν ένα τσαμπί σταφύλια.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook