Πριν από πολλά χρόνια σε μια όμορφη γειτονιά της Αθήνας, ζούσε ο κ. Παπαδόπουλος. Ήταν ένας συμπαθέστατος ηλικιωμένος στη γειτονιά, που φρόντιζε οικειοθελώς το δάσος μπροστά από τα σπίτια μας. Κάθε μέρα έπαιρνε την τσουγκράνα του και καθάριζε τα πούσια γύρω γύρω από τα δέντρα, μάζευε τα σκουπίδια, έβγαζε τα ξερά χόρτα για να μην αρπάξουν φωτιά, φρόντιζε να υπάρχει νερό σε βυτία. Δεν ζητούσε από κανέναν να τον βοηθήσει ή να συμμετέχει στην εργασία. Το έκανε από μόνος του, μόνος του! Ενδεχομένως να περίμενε κάποιος να ακολουθήσει το παράδειγμά του, αλλά μάταια. Ποτέ κανένας δεν έβαλε το χεράκι του να τον βοηθήσει, ούτε παιδί, ούτε ενήλικος. Οι μεγάλοι δουλεύανε και τα παιδιά παίζανε με τις ώρες. Τώρα που το σκέφτομαι ντρέπομαι που δεν τον βοήθησε κανείς ποτέ.

Φυσικά εκείνος ποτέ δεν σταμάτησε ούτε μια μέρα να καθαρίζει το δάσος. Εκείνη την εποχή (το ’80) το δάσος ήταν γεμάτο από σύριγγες ναρκομανών και σκουπίδια. Μια εικόνα αποκαρδιωτική για ένα τόσο όμορφο χώρο πρασίνου ανάμεσα στην απέραντη τσιμεντούπολη που ζούμε. Δεν είχε καμία ελπίδα να πετύχει κάτι με την προσπάθειά του. Κι όμως εκείνος δεν τα παρατούσε και απέναντι από το μονώροφο σπιτάκι του είχε διαμορφώσει έναν μικρό αλλά καθαρό χώρο.

Τα παιδιά παίζανε μπάλα στο δρόμο που τότε δεν είχε παρά ελάχιστα αυτοκίνητα. Καμιά φορά η μπάλα έμπαινε στην αυλή του. Φοβόντουσαν πολύ να πάνε να την ζητήσουν. Φοβόντουσαν τη γυναίκα του. Περίμεναν μέχρι να γυρίσει εκείνος. Θα τους έδινε τη μπάλα πάντα με χαμόγελο κι ας τον ενοχλούσαν όλη μέρα με τη φασαρία που έκαναν.

Είχε φτιάξει και μια πινακίδα. Την είχε ζωγραφίσει με το χέρι του και την κρέμασε σε μια κολώνα.
“Η προστασία του δάσους είναι καθήκον όλων μας”.

Ο κ.Παπαδόπουλος πέθανε πριν από περίπου 20 χρόνια.

Με τα χρόνια η πινακίδα άρχισε να γερνάει κι αυτή, και στο δάσος άρχισαν να φυτρώνουν και πάλι αγριόχορτα και να γεμίζει το δάσος με σκουπίδια εκεί που κάποτε ήταν εκείνος για να το προστατεύει και να το φροντίζει.

Προ ημερών πέρασε ένας άντρας μπροστά της με τον γιο του. Το αγόρι 5 χρονών έχει αρχίσει να προσπαθεί να διαβάσει τα πάντα γύρω του.
-Μπαμπά, ξέρεις τι λέει αυτή η πινακίδα?
-Τι λέει αγάπη μου;
-Ηηηη…προο..στα… σιιια…του…δααα… σους…ειναι…κααα. θηηη.κον…όλων…μας. Μπαμπά τι σημαίνει καθήκον;
-Αγόρι μου, καθήκον είναι όταν θέλεις να κάνεις κάτι από μόνος σου, χωρίς να σε υποχρεώσει κάποιος άλλος.
-Και ποιος την έγραψε αυτή την πινακίδα;
-Ένας κύριος που ζούσε τα παλιά τα χρόνια και αγαπούσε το δάσος.
-Πρέπει να ήταν πολύ καλός κύριος αφού αγαπούσε το δάσος. Κρίμα που δεν μπορώ να τον γνωρίσω.
-Δεν γίνεται αγάπη μου. Έφυγε πριν πολλά χρόνια.
-Ε, δεν πειράζει μπαμπά. Άφησε την πινακίδα του. Εμείς το αγαπάμε το δάσος και θα το προσέχουμε. Γεια σου πινακίδα του δάσους. Πάμε σπίτι μας να φάμε.

Ο άντρας δάκρυσε.

Ο κ. Παπαδόπουλος θα ήταν πολύ ευτυχισμένος να έβλεπε πως 20 χρόνια μετά το θάνατό του η παλιά πινακίδα του αγγίζει ακόμα την καρδούλα ενός μικρού παιδιού. Πως η συμβουλή του δεν πήγε χαμένη. Και πως ο ίδιος μένει ακόμα ζωντανός σαν όμορφη ανάμνηση στο μυαλό ενός άλλου παιδιού που τώρα είναι 40 χρονών και περνάει μπροστά της με τον γιο του. Πόσο μάλλον όταν εκείνος ο άντρας προσπαθεί μέσω εκείνης της πινακίδας να περάσει σε όλους εμάς κάτι από την καλοσύνη εκείνου του ηλικιωμένου.

Σε ευχαριστώ κ. Παπαδόπουλε!