TheBluez.gr » 😱 The TerrorBluez! » Το δείπνο

Το δείπνο

 

Έκοβε με σίγουρες κινήσεις τα λαχανικά για το βραδινό γεύμα.
Σίγουρες, αλλά όχι γρήγορες, γιατί ο άτιμος πόνος στα πλευρά την έσφαζε.
Έριξε την πανδαισία χρωμάτων στην κατσαρόλα, όπου το μοσχαράκι είχε ήδη μαλακώσει.
Την στιγμή που έπλενε το ξύλο κοπής,τον άκουσε πίσω της.
Η καρδιά της σφίχτηκε.
«Τι ετοιμάζεις; Μου έσπασε τη μύτη» της είπε και την έπιασε από τα μαλλιά.
«Σε παρακαλώ΄,όχι πάλι»του λέει αδύναμα, μα ήξερε πως ακόμη κι αν ούρλιαζε εκείνος δεν θα σταματούσε.
Όπως και δεν σταμάτησε.
Της σήκωσε τη φούστα και την πήρε άγρια, εκεί, μπροστά στον νεροχύτη.
Τ αγκομαχητά του της τρύπαγαν τ αυτιά. Ζωώδη,μόνο έτσι θα μπορούσε να τα περιγράψει.

Είχε καιρό που είχε ξεπεράσει τα προσχήματα. Της απαγόρευε να φοράει παντελόνι,της απαγόρευε να φοράει εσώρουχο.
Για την ακρίβεια, τα έκαψε όλα στο τζάκι ένα βράδυ που ήρθε λιώμα μεθυσμένος από μία ακόμη αποτυχημένη γύρα για εύρεση εργασίας.
Κι από εκείνο το βράδυ, κυκλοφορούσε με ρόμπες ή φορέματα, όχι στενά και από μέσα γυμνή. Ακόμη και στην δουλειά, έτσι πήγαινε.

«Γιατί δεν μου λες τι ετοιμάζεις μωρή;» της ξανάπε μόλις καταλάγιασαν τα αγκομαχητά του.
«Το αγαπημένο σου φαγητό»ψέλλισε εκείνη, σκουπίζοντας με την ανάποδη του χεριού της τα μάγουλά της από τα δάκρυα.
«Γιατί κλαίς; φώναξε. Γιατί κλαίς;;; Άλλες παρακαλάνε για πήδημα κι εσύ το χεις άφθονο και κλαις;»
«Δεν κλαίω, αγάπη μου, κρεμμύδι μπήκε στα μάτια μου και δάκρυσα» απάντησε σιγά να μην καταλάβει πως το «αγάπη μου» το έφτυσε σαν πικρό φάρμακο.
«Εντάξει, τελείωνε πεινάω»
«Θα περιμένουμε και τους άλλους»
«Άλλους; Ποιους έχεις καλέσει;;» Την κοιτούσε με απορία. Πάνε χρόνια που δεν είχαν πατήσει το πόδι τους φίλοι στο σπίτι.
«Μα τους γονείς σου φυσικά, ποιους άλλους;»

Γύρισε την πλάτη ανακουφισμένος. Ευτυχώς οι γονείς του δεν ήταν ξένοι. Οι γονείς του ήταν γονείς του, καταλάβαιναν, ήξεραν,μα δεν μιλούσαν, καταλάβαιναν.’Αλλωστε τι να πουν;
Ο πατέρας του ήξερε τι σημαίνει να αντιμετωπίζεις την πουτάνα τη ζωή, την άδικη την σκληρή. Κι η μάνα του, ήξερε το καθήκον της. Να τον ανακουφίζει στα ξεσπάσματα του, να δέχεται τις άσχημες στιγμές και να σιωπά. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει; Γυναίκα ήταν για την ανακούφιση του άντρα είχε φτιαχτεί.
Τους ξένους δεν άντεχε.
Κοιτούσαν περίεργα, εκείνον, εκείνη,το σπίτι. Πού να καταλάβουν αυτοί, αυτοί δεν ήξεραν τι σημαίνει άντρας, δεν ήξεραν ποιο είναι το καθήκον της γυναίκας.
Δεν τους άντεχε, καλύτερα μόνοι.

Συνέχισε την δουλειά της στην κουζίνα, λίγο ανακουφισμένη που βγήκε από το δωμάτιο αυτός. Ευτυχώς δεν είχε και ξύλο αυτή την φορά.

Έφτασαν οι γονείς του.
Η πεθερά της την κοιτούσε εξεταστικά, μα δεν της μίλησε.
Τ αναγνώριζε τα σημάδια: Το άδειο βλέμμα, το περπάτημα με δυσκολία, τις αργές κινήσεις.
Τα ήξερε, μα έκανε πως δεν τα έβλεπε.
Οι άντρες κάθισαν στο σαλόνι κι εκείνες μπήκαν στην κουζίνα.
Η πεθερά της την πλησίασε.
«Χαρούμενη σε βλέπω»της λέει σιγανά. «Σε πήδηξε ο λεβέντης μου;» της λέει και χώνει το χέρι της κάτω από το φόρεμα.
Αηδίασε.
Το χέρι της ψαχούλεψε το σώμα της.
Στάθηκε άκαμπτη. Ήξερε τι ήθελε η πεθερά της.
Την πρώτη φορά, αντιστάθηκε, φώναξε και το αποτέλεσμα ήταν να φάει τόσο ξύλο κι απ τους δυό, που έκανε μέρες να σηκωθεί από το κρεβάτι. Τωρα περέμεινε ακίνητη.Όσο πιο ακίνητη, τόσο πιο γρήγορα θα τελείωνε το μαρτύριό της.
Το χέρι ψαχούλεψε, ταξίδεψε, έσπρωξε τα πόδια ν ανοίξουν, ξαναψαχούλεψε, εντόπισε την ύγρασία, παρέμεινε εκεί, λες κι ήθελε να την πάρει από το κορμί της. Ξανα χάδι, ξανά χάδι εκεί στην υγρασία, το χέρι χώθηκε μέσα βαθιά, να βρει κι άλλη υγρασία, μα τι να βρει… εκεί σκοτεινιά, ξεραίλα, πόνος.
Το μαρτύριό της τελείωσε κι αυτή πήγε μαζί με τους άντρες, μπράβο γιέ μου άξιε, άκουσε.
Έπνιξε την αηδία της και σέρβιρε.
Τους φώναξε στο τραπέζι, έβαλε πρώτα κρασί σε όλους.
Η πεθερά την κοίταξε.
Κρασι; Γυρεύοντας πας; Θα μεθύσουν και τότε θα γίνει σαματάς. Άντρες είναι θ ανάψουν τα αίματα, χαζή είσαι; Αλλά τι με νοιάζει, εσύ είσαι η νέα η λαχταριστή, εσύ θα την πληρώσεις, εσύ θα μας ανακουφίσεις όλους. Πρώτη φορά είναι; Τα θέλει ο κώλος σου κι εσένα λοιπόν, στην υγειά μας!

Άρχισαν να τρώνε σιωπηλά.
Ο πρώτος αταίριαστος ήχος που ακούστηκε ήταν το πιρούνι που έπεσε από τα χέρια του πεθερού της.
«Τι πάθατε πατέρα; Τον ρώτησε
Πήγε να της απαντήσει αλλά τραύλιζε.
«Αφήστε πατέρα, θα τα πω εγω» είπε και σηκώθηκε.
«Σας άρεσε το δείπνο αγαπημένη μου οικογένεια; Ελπίζω ναι γιατί ήταν το τελευταίο σας.
Μαγείρεψα για σας για να έχω την χαρά να σας δω να ψοφάτε ένας ένας εδώ μπροστά στα μάτια μου.
Μικρή και γεμάτη όνειρα μπήκα στην οικογένειά σας και συνάντησα την κόλαση στην χειρότερη μορφή της. Τώρα θα μ ακούσετε γιατί είναι το τελευταίο πράγμα που θ ακούσετε στην ζωή σας.
Εδώ, θα πεθάνετε, αργά και βασανιστικά, γιατί το δηλητήριο αυτό φέρνει ασφυξία. Θα χάνετε τον αέρα σιγά σιγά όπως τον έχανα εγώ κάθε φορά που με βίαζες και με χτυπούσες αντρούλη μου αγαπημένε. Εδώ θα ψοφήσετε, με αγωνία και πόνο. Κι εγώ θα σας βλέπω έναν έναν να πέφτετε κάτω παρακαλώντας για λίγο αέρα για μια ανάσα.
Και μόλις ψοφήσετε όλοι, εγώ θα φύγω. Μακριά,κάπου που δεν θα μπορεί κανείς να με πειράξει. Και ξέρεις τι θα κάνω αντρούλη μου; Θα ζήσω τον έρωτα! Ω! ναι,τον έρωτα!!Θα με χαϊδεύει άλλος, θα με πηδάει άλλος και ξέρεις κάτι αντρούλη μου; Θ απολαμβάνω τον έρωτα. Μη με κοιτάς με μάτια γουρλωμένα, ναι, θα ζήσω μακριά, θα ζήσω ΕΡΩΤΑ ρε, ακούς;
Κι εσύ πεθερούλα μου γλυκιά, δεν θα είσαι εκεί να ψαχουλεύεις με τα δάχτυλά σου για να μυρίσεις αντρίλα που τόσο σου αρέσει. Εσένα θα σε τρώνε τα σκουλήκια στη γη όσο εγώ θα πηδιέμαι με απανωτούς οργασμούς. Γιατί εγώ το αξίζω να ζήσω όμορφα.
Αντίο πεθερούλη μου. Καλό ταξίδι για την σαπίλα, τα σκουλήκια και το αιώνιο σκοτάδι. Να φροντίσεις να είσαι κοντά στην γυναίκα σου,ε; Πού ξέρεις, μπορεί εκεί που θα πας να μπορέσεις να την ξαναπηδήξεις, να χαρείς κι εσύ καημένε, όχι μόνο να βλέπεις.
Αντίο σας καθάρματα, σαπίλες της κοινωνίας. Μέχρι να σας βρουν ήδη θα σαπίζετε, γιατί φεύγοντας θ ανεβάσω το καλοριφέρ στο φουλ.»

Γύρισε και κοίταξε πίσω της για τελευταία φορά.
Τους είχε γδύσει και τους είχε στοιβάξει σ ένα αφύσικο ερωτικό τρίγωνο:
Η πεθερά στην μέση ανάμεσα σε άντρα και γιο. Να ανταλλάξουν υγρά μια κι όλη τους η ζωή ήταν στραμμένη σ αυτό.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του χωλ.
Ήταν όμορφη, ήταν νέα και από αυτήν την στιγμή, ελεύθερη
Κανείς ποτέ δεν θα την έβρισκε.
Διπλοκλείδωσε την πόρτα και βγήκε στον δρόμο, στην νέα ζωή της.

 

Senora mata

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

TheBluez Guest

Αφήνω εδώ μια ιστορία, λίγες σκέψεις, δυο κουβέντες. Είμαι επισκέπτης, αναγνώστης, ένας φίλος, μια παρέα.
TheBluez Guest

Latest posts by TheBluez Guest (see all)

2 σκέψεις στο “Το δείπνο”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *