To δέκα το καλό

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τρεις σταγόνες. Μεγάλες, διάφανες, αρχοντικές. Απ’ αυτές που ακούγονται στην απόλυτη ησυχία, που δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς, που σε κάνουν να αναρωτιέσαι από που προέρχονται.

Τρία χτυπήματα. Δυνατά, γεμάτα, παρατεταμένα. Απ’ αυτά που δεν σταματάν όσο κι αν παρακαλάς, απ’ αυτά που σου αφήνουν σημάδια για να έχεις χρόνο να τα μελετάς.

Τρία πρόσωπα. Χαμογελαστά, λυπημένα, τρομαγμένα. Απ’ αυτά που σου λένε καληνύχτα και σε σκεπάζουν το βράδυ, απ’ αυτά που σου λένε καλημέρα και σου γαμάνε την διάθεση.

Έξι ζωές. Μία για να έχεις να λυπάσαι, δύο για να έχεις να θυμάσαι και τρεις για να μπορείς να λες ότι τα βράδια ήσυχος κοιμάσαι.

Έξι επιθυμίες. Μία για να μπορείς να δικαιολογείσαι, δύο για να μπορείς να ικανοποιείσαι και τρεις για να μπορείς με ασφάλεια να εξαπατάσαι.

Έξι παρωπίδες. Μία για να μην κοιτάς τον διπλανό σου, δύο για να μην σε νοιάζει η γκόμενα σου και τρεις για να μην σου καίγεται καρφί για την αφεντιά σου.

Εννιά αφεντικά. Δύο για να τα κοιτάς στα μάτια σαν υπάκουο σκυλάκι, τρία για να τα θάβεις πίσω από την πλάτη τους και τέσσερα για να τους πάρεις την θέση που τόσο απεχθάνεσαι.

Εννιά σύντροφοι. Δύο για να ξεκαβλώσεις, τρεις για να σπιτώσεις και τέσσερις για να διώξεις.

Εννιά φωτογραφίες. Δύο για να βάλεις στο κομοδίνο σου, τρεις για να σκίσεις στην τρέλα σου και τέσσερις για να βάλουν στο μνήμα σου.

Δέκα.
Ένα ουρλιαχτό όταν γεννιέσαι και πελώρια χέρια σε πετάνε στην φυλακή της ζωής.
Δύο γονείς για να γελάνε, κλαίνε, μαλώνουν και πεθαίνουν επειδή εσύ έπεσες στον δρόμο τους.
Τρία χρόνια για να μάθεις να περπατάς, να μιλάς, να αγαπάς, να μισείς και να αδιαφορείς.
Τέσσερις εποχές που γεύεσαι, κρυώνεις, ζεσταίνεσαι κι αρρωσταίνεις.
Πέντε δεκαετίες που ψάχνεις το νόημα της ζωής κι όταν τις περάσεις δεν νοιάζεται πλέον κανείς.
Έξι αγάπες που η κάθε μία θα είναι χειρότερη από την άλλη κι η τελευταία η καλύτερη απ’ όλες.
Εφτά αμαρτίες για να τις απολαύσεις, να τις γαλουχήσεις και στο τέλος με μία να καταλήξεις.
Οκτώ μαχαιριές να μοιράσεις στο σώμα σου, κάθε μία να την κρατά διαφορετικό χέρι, κάθε χέρι να ανήκει σε διαφορετική αγάπη, κάθε αγάπη σε διαφορετική υπόσχεση.
Εννιά ψυχές να σώσεις, κάθε μία θα ζητάει ένα αντάλλαγμα, κάθε αντάλλαγμα θα ζητάει και μία θυσία.

Δέκα θυσίες που δεν ζήτησες ποτέ να κάνεις, που δεν ήθελες ποτέ να πληρώσεις, που δεν έπρεπε από την αρχή να φορτωθείς.
Δέκα ανθρώπους που είπαν ότι πρέπει να κρατήσεις δίπλα σου, που δεν γούσταρες ποτέ τα χνώτα τους και δεν γούσταρες τα υποκριτικά βλέμματά τους.
Δέκα ανάγκες που σου είπαν ότι πρέπει να εκπληρώσεις, που δεν χρειάστηκες ποτέ, που δεν σου έλειψαν ποτέ.
Δέκα, δέκα, δέκα.

Γαμημένα νούμερα που δεν σημαίνουν τίποτα, γαμημένες εντολές που δεν υπόσχονται τίποτα, γαμημένα πρότυπα που δεν εξυπηρετούν τίποτα.
Στο τέλος της ημέρας, την στιγμή που τα πάντα σωπαίνουν και το σπίτι παίζει τους δικούς τους ρυθμούς, είμαστε εμείς κι ο εαυτός μας. Τα μάτια θα κλείσουν, το μυαλό θα σιγήσει, το υποσυνείδητο θα στήσει χορό. Κι εσύ θα αναρωτιέσαι, αν το ταβάνι που κρύβει τις μεγαλύτερες αλήθειες, θα σε κρίνει γι αυτό που θέλουν οι άλλοι να είσαι ή γι αυτό που πραγματικά είσαι.

Δέκα αλήθειες να κρατήσεις.
Πέντε για να μοιράσεις στα παιδιά σου και πέντε για να κρατήσεις μέχρι τα μάτια σου να κλείσεις.
Οι υπόλοιποι… πούλο.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook