Το διαμάντι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«θα με παντρευτείς;»

Η ερώτηση την ξάφνιασε. Άλλωστε γνωριζόντουσαν μόνο τρεις μήνες. Τρεις μαγικούς ομολογουμένως μήνες. Πρέπει να ήταν αυτό που λένε έρωτας με την πρώτη ματιά. Δεν μπορούσε αλλιώς να εξηγήσει την ένταση των συναισθημάτων που ένιωσε, το πόσο αποζητούσε την παρουσία του, το πόσο ατελείωτες της φαινόντουσαν οι ώρες που ήταν στην δουλειά και μακριά του. Νόμιζε όμως, πως τα αισθήματα αυτά δεν τα μοιραζόταν και αυτός. Από εκείνον εισέπραττε μία αδιόρατη ψυχρότητα, κάτι που την έκανε ελάχιστα επιφυλακτική μαζί του. Νόμιζε ότι απλά, για ακόμη μία φορά, ο έρωτας ήταν μονόπλευρος.
Όμως το διαμάντι που στραφτάλιζε μέσα στο μαύρο βελούδινο κουτάκι, της έλεγε μία άλλη ιστορία. Ήθελε να την παντρευτεί. Την αγαπούσε και αυτός. Το ένστικτό της έκανε λάθος. Χαζό ένστικτο… Και ήταν έτοιμη να αρχίζει να προετοιμάζει τον εαυτό της για τον επικείμενο χωρισμό. Ηλίθιο ένστικτο… Καλά που δεν το άκουσε.

«Ναιιιιιιιι» του φώναξε ενθουσιασμένη και αυτός, με μία λάμψη που δεν είχε ξαναδεί στα μάτια του ποτέ μέχρι τώρα, της φόρεσε το μονόπετρό της. Έκατσε τέλεια στο δάχτυλο της, σα να της είχε πάρει μέτρα και να είχε φτιαχτεί με ακρίβεια χιλιοστού για εκείνη και μόνο. Σήκωσε το χέρι της με την αυτάρεσκη κίνηση που κάνουν όλες οι γυναίκες και το θαύμασε. Λαμπερό, πεντακάθαρο, της έκαιγε ελαφρώς το δάχτυλο. Έκαιγε; Πως είναι δυνατόν; Χαζομάρες από τη συγκίνηση. Να….τώρα δεν καίει καθόλου. Ψυχρό, πανέμορφο πέτρωμα, δεμένο σε ψυχρό, πανέμορφο μέταλλο.
Δεν βγήκε το δαχτυλίδι από το δάχτυλό της ποτέ ξανά. Τους επόμενους μήνες, τέσσερις για την ακρίβεια, που οργάνωνε τον γάμο, κοσμούσε το χέρι της και επέβαλλε την παρουσία του με την ομορφιά του και το μέγεθός του. Συμβόλιζε την ευτυχία της, συμβόλιζε το ότι και αυτή τα κατάφερε. Κατάφερε να έχει έναν δικό της άντρα να την αγαπά και να την φροντίζει. Και τι άντρα! Γιατρός! Οι γονείς της ήταν τόσο περήφανοι. Κάποια βράδια μόνο το ένιωθε να την σφίγγει και να την καίει. Προσπαθούσε τότε να το βγάλει αλλά ήταν λες και όσο προσπαθούσε τόσο αυτό έσφιγγε. Ένα βράδυ μάλιστα, το άκουσε να της ψιθυρίζει. Έλα……. Της έλεγε. Έλα και συ……. Το είπε στον καλό της κιόλας. Τρόμαξε λίγο και το είπε. Και αυτός, με ένα τρυφερό φιλί στην άκρη της μύτης, τη διαβεβαίωσε ότι όλα αυτά είναι ιδέα της και απόρροια του άγχους της για το γάμο. Λογικό της φάνηκε αυτό. Άλλωστε, γιατρός είναι. Κάτι ξέρει παραπάνω.

Εφτά μήνες ακριβώς μετά την πρώτη τους συνάντηση παντρεύτηκαν. Δώσανε όρκους αιώνιας αφοσίωσης ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Για πάντα μαζί ορκίστηκαν. Τετρακόσιοι καλεσμένοι από τη δική της πλευρά και δέκα από τη δική του. Όσο επιτυχημένος και αν ήταν ο γαμπρός, τόσο μόνος. Ορφανός, χωρίς οικογένεια και σόι. Δέκα συνάδερφοι όλοι και όλοι στο γάμο. Αλλά δεν την ένοιαζε. Τώρα είχε εκείνη και θα την είχε για πάντα.

Κύλαγαν οι μήνες του έγγαμου βίου. Κύλαγαν αλλά κάθε τους μέρα ήταν και χειρότερη. Ο πρίγκηπας αποδείχτηκε κάλπικος. Μοχθηρός, σκοτεινός. Έτοιμος να προσβάλλει με την παραμικρή αφορμή. Δεν ήταν το φαγητό στο τραπέζι το δευτερόλεπτο που έμπαινε στο σπίτι; Ήταν αυτή άχρηστη, τεμπέλα και ακαμάτρα. Δεν προλάβαινε να βαφτεί και να χτενιστεί στην εντέλεια μια μέρα; Ήταν ένα τσουβάλι, ανάξιο να κρατήσει άντρα. Και όσο πέρναγαν οι μέρες και οι μήνες, τα λόγια που πόναγαν τα διαδέχτηκαν και τα χαστούκια που πόναγαν. Για το φαγητό που δεν ήταν έτοιμο, για το πουκάμισο που δεν ήταν σιδερωμένο, για το τηλέφωνο που δεν πρόλαβε να σηκώσει.

Το διαμάντι στο δάχτυλό της όμως, ήταν μόνιμα εκεί. Δεν βγήκε ποτέ. Προσπάθησε πολλές φορές. Γιατί αυτό παλλόταν, την έσφιγγε και την έκαιγε. Κάποια βράδια πάλι το άκουγε να της ψιθυρίζει. Τώρα δεν της έλεγε «έλα». Τώρα της έλεγε «έρχεσαι….» επιτακτικά. Τρόμαζε πολύ αυτές τις στιγμές. Προσπαθούσε απεγνωσμένα να το βγάλει και αυτό δεν έβγαινε, δεν έβγαινε, χωνόταν μόνο πιο βαθιά στη σάρκα της.

Στην πρώτη επέτειο του γάμου τους, ζήτησε διαζύγιο. Την ώρα που ξεστόμιζε τις λέξεις, το διαμάντι στο χέρι της άρχισε να τη σφίγγει πιο πολύ από ποτέ. Οι ψίθυροι έγιναν κραυγές ικανοποίησης. Το κάψιμο ήταν δυσβάσταχτο. Τρομοκρατημένη το τράβαγε να το βγάλει και αυτό εκεί. Αντιστεκόταν και χωνόταν πιο βαθιά στο δάχτυλο της. Πανικόβλητη έτρεχε μέσα στο σπίτι, κλαίγοντας και τραβώντας το δαχτυλίδι που πια δεν μπορούσε να ακουμπήσει. Τόσο πολύ έκαιγε.

Δεν άντεχε άλλο. Πήγε στην κουζίνα και άρπαξε το πιο μεγάλο μαχαίρι που βρήκε. Είχε σκοπό να κόψει το δάχτυλό της. Όμως, το δαχτυλίδι και αυτός είχαν άλλα σχέδια.

«Είπες για πάντα όταν παντρευτήκαμε». «Και θα είναι για πάντα» της είπε. Άρπαξε το μαχαίρι από το χέρι της και με μία χειρουργική κίνηση, της έκοψε το λαιμό από την μία άκρη στην άλλη. Ψυχρά, την παρακολούθησε να ψυχορραγεί, προσπαθώντας με τα χέρια της στο λαιμό να σταματήσει το αίμα. Και το διαμάντι ήταν σαν να τρεφόταν από το αίμα. Είχε γίνει τεράστιο, το έβλεπε να πάλλεται, το έβλεπε να παίρνει ζωή από τη ζωή που έφευγε από εκείνη.

«Είπες για πάντα» επανέλαβε αυτός όταν την έκοβε σε μικρά κομμάτια.
«Είπες για πάντα» επανέλαβε αυτός όταν έριχνε τα κομμάτια της στον κλίβανο του νοσοκομείου.
«Είπες για πάντα» επανέλαβε αυτός όταν έβαζε τις στάχτες της σε ένα πλαστικό δοχείο.
«Είπες για πάντα» επανέλαβε αυτός όταν έστελνε τις στάχτες της, μαζί με το διαμάντι που φόραγε αυτή, στο εργοστάσιο στην Ολλανδία.
«Είπες για πάντα» επανέλαβε αυτός όταν παρέλαβε το καινούριο του διαμάντι. Αυτό που κατασκευάστηκε από τις στάχτες των τριών -πλέον- γυναικών του.

«Είπατε για πάντα» είπε αυτός.

«Θα είμαστε μαζί για πάντα» είπε αυτός δύο χρόνια αργότερα, κάνοντας πρόταση γάμου με ένα υπέρλαμπρο, παλλόμενο, διαμάντι.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook