Περίεργος, πανέξυπνος, ευφράδης, μοναχικός, παράξενα κοινωνικός, άσχημος ίσως γοητευτικός. Κοντά στο κλείσιμο μισού αιώνα ζωής, έμπειρος σε πολλά, πεισματικά άπειρος σε ό,τι δεν τον ενδιέφερε κι ας ενδιέφερε μια κοινωνία ολόκληρη.
Ξεροκέφαλος, χειμαρρώδης κι απίστευτα επίμονος σε ό,τι νόμιζε πως το δικαιούται.

Την γνώρισε μέσω του facebook.
Εξέπεμπε κάτι πρωτόγνωρο γι αυτόν.
Το προφίλ της έως κι αδιάφορο για κάποιον τόσο βαθιά πολιτικοποιημένο.
Επιφανειακό, βαρετό,με πολλές κοινοποιήσεις τραγουδάκια, λουλουδάκια και άλλα τέτοια.
Τίποτε που να δείχνει κάτι ενδιαφέρον.
Απλά είχαν κοινούς, πολλούς κοινούς φίλους από συγκεκριμένη δραστηριότητα.
Μπροστά στο δικό του ανοικτό, πολυλογάδικο και με σωρεία θαυμαστριών προφίλ, το δικό της έμοιαζε
άχρωμο, άοσμο κι αδιάφορο.
Όμως, κάτι τον τράβηξε.
Κι ένα βράδυ, με αφορμή κάποια εκδήλωση που θα γινόταν έπιασαν την συζήτηση.

Επίσης πανέξυπνη.
Επίσης ευφράδης.
Ήταν μια έκπληξη όλο αυτό, μια έκπληξη που τον εξίταρε. Ήταν καιρό μόνος, ήταν καιρό που είχε να κάνει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που φανέρωνε αργά αργά τα ταλέντα της, ένα αργό και βασανιστικό στριπτήζ.
Δεν είχε ξανασυναντήσει κάτι τέτοιο. Πάγος και φωτιά, γκάζι και φρένο.

Έγινε το στοίχημα του.
Της ζήτησε να συναντηθούν.
Ναι, γιατί όχι;
Το είπε τόσο απλά, σαν ανάσα. Κι όμως, ήταν φανερό πως το όριο υπήρχε, εκείνη έθετε τους κανόνες.
Πού;
-Όπου θέλεις, δεν έχω και πολύ χρόνο άλλωστε.
Έτσι ήταν εκείνη .

Συναντήθηκαν. Μιλούσαν για δυο-τρεις ώρες. Μαστόρισσα στον λόγο, πάντα έστρεφε την συζήτηση εκεί που έπρεπε να πάει.
Ήταν παντρεμένη. Και καθόλου διαθέσιμη.
Το στόμα της έλεγε άλλα, το σώμα της άλλα.
Τον ήθελε, όσο κι εκείνος, ήταν φανερό. Έτσι έλεγαν τα πόδια της, τα χέρια της που έπιαναν τα μαλλιά της όλη την ώρα, τα χείλη της που έμεναν μισάνοιχτα.
Το στοίχημα έγινε έπαθλο.
Αν την κατακτούσε, θα ήταν το έπαθλό του.

Του πήρε σχεδόν ένα χρόνο
Ένας χρόνος σθεναρής αντίστασης, unfriend και block ένα χρόνο επανασύνδεσης (ας όψονται οι κοινές δραστηριότητες).

Το πρώτο φιλί της το έδωσε ξαφνικά. Στην μέση του δρόμου. Με κίνδυνο να την χάσει, έπρεπε όμως να καταλάβει κι εκείνη το δράμα του.
Και μπορεί το φιλί να της το έδωσε ξαφνικά και αθόρυβα, το χαστούκι που του έδωσε έκανε κάνα δυο κεφάλια να γυρίσουν.
Κι εκείνη όμως, κατάλαβε πως η φωτιά που άναψε μ εκείνο το τόσο επικίνδυνο φιλί δε θα έσβηνε ποτέ.
Εξαφανίστηκε και πάλι.
Εγωίστρια ήταν, για κανέναν δεν θα ρίσκαρε όσα με τόσο αγώνα έχτιζε τόσα χρόνια μέσα στην οικογένειά της.
Για κανέναν!

Όμως το κορμί, φωνάζει, καμμιά φορά επιτακτικά.
Της ήταν δύσκολο αλλά κι αναγκαίο.

Τον απωθούσε για να τον κλείσει μετά στην αγκαλιά της.
Τον ταπείνωνε για να τον εξυψώσει μετά με το κορμί της.
Τον έχανε για να τον ξανακερδίσει.
Ήταν η θεά του, ήταν η παρηγοριά του, ήταν η μεγαλύτερη ανάγκη του.
Έκανε σχέσεις με άλλες. Πολύμηνες, με όμορφα γλυκά κι ερωτικά πλάνα.
Όμως εκείνο το φιλί τον τον είχε αρπάξει τόσο πολύ στην φωτιά του, που του είχε αφήσει σημάδι.
Καμιά από τις σχέσεις του δεν απάτησε. Γιατί πολύ απλά δεν ήταν ποτέ μαζί τους στ’ αλήθεια.

Την αναζητούσε και την αποζητούσε.
Ξανά και ξανά, ταπεινώνοντας τον εαυτό του, το εγώ του.
Όχι, άσχημα δεν του φέρθηκε ποτέ, πάντα ήταν τόσο ξεκάθαρη μαζί του.

Μονάχος πορεύεται σήμερα.
Τέσσερα χρόνια έχουν περάσει από εκείνο το πρώτο φιλί.
Θα ξαναφιλήσει, θα ξαναφλερτάρει, θα περπατήσει χέρι – χέρι κρατώντας άλλο χέρι.
Όχι το δικό της…

Κι εκείνη, εκεί, στην λατρεμένη της οικογένεια, εκεί, στον άντρα που αγάπησε και παντρεύτηκε και του χάρισε
ένα παιδί. Εκεί.
Με την ψυχή και το σώμα ολοδικό τους λίγο αλλαγμένο, λίγο καμένο από μια πρωτόγνωρη φωτιά, αλλά δικό τους.
Μόνο δικό τους.
Γιατί, αν δεν ήταν αυτοί, δεν θα ήξερε την εγκράτεια, την ατσαλένια θέληση, το παραμέρισμα του “εγώ”.

Δεν έγινε ποτέ το “έπαθλο του”.
Μόνο το μάθημά του.